Αντλία θερμότητας ή φυσικό αέριο: Πόσο κοστίζει τελικά η θέρμανση και τι συμφέρει ανά περίπτωση

Πώς διαμορφώνεται το ετήσιο κόστος θέρμανσης, τι καθορίζει τον χρόνο απόσβεσης και σε ποιες περιπτώσεις συμφέρει η κάθε επιλογή.

Εγκατάσταση φυσικού αερίου με μετρητή, βάνες και σωληνώσεις δικτύου θέρμανσης.

Η διαφορά στο ετήσιο κόστος θέρμανσης μεταξύ αντλίας θερμότητας και φυσικού αερίου μπορεί να φτάσει σε αρκετές εκατοντάδες ευρώ, ανάλογα με την κατανάλωση, τις ενεργειακές τιμές και την απόδοση του εξοπλισμού. Ωστόσο, η χαμηλότερη δαπάνη λειτουργίας δεν εξασφαλίζει πάντοτε και την οικονομικότερη επένδυση, ιδιαίτερα όταν ένα ακίνητο διαθέτει ήδη λειτουργικό σύστημα θέρμανσης.

Για τους ιδιοκτήτες κατοικιών και τις μικρές επιχειρήσεις, η σύγκριση των δύο τεχνολογιών περιλαμβάνει το αρχικό κόστος εγκατάστασης, την ετήσια κατανάλωση, τις ανάγκες συντήρησης και την ενεργειακή κατάσταση του κτιρίου. Η οικονομική διαφορά μπορεί να μεταβληθεί αισθητά ακόμη και μεταξύ δύο ακινήτων ίδιου εμβαδού, εφόσον διαφέρουν η μόνωση, τα θερμαντικά σώματα και οι ώρες λειτουργίας.

Πόση ενέργεια καταναλώνει κάθε σύστημα

Ο λέβητας φυσικού αερίου παράγει θερμότητα μέσω της καύσης του καυσίμου, ενώ η αντλία θερμότητας αξιοποιεί ενέργεια από το εξωτερικό περιβάλλον, μεταφέροντάς την στο εσωτερικό του κτιρίου με τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας.

Μια αντλία θερμότητας με εποχικό συντελεστή απόδοσης (SCOP) 3,5 μπορεί να παρέχει κατά μέσο όρο 3,5 kWh θερμότητας για κάθε 1 kWh ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνει. Αντίστοιχα, ένας λέβητας φυσικού αερίου με εποχική απόδοση 92% χρειάζεται περίπου 1,09 kWh ενέργειας καυσίμου για να αποδώσει 1 kWh χρήσιμης θερμότητας.

Η πραγματική απόδοση εξαρτάται από τις εξωτερικές θερμοκρασίες, τις απαιτήσεις του συστήματος διανομής θερμότητας και τη σωστή διαστασιολόγηση του εξοπλισμού. Σε εγκαταστάσεις με παλαιά θερμαντικά σώματα που λειτουργούν σε υψηλές θερμοκρασίες νερού, η απόδοση μιας αντλίας θερμότητας μπορεί να περιοριστεί, αυξάνοντας την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας.

Πόσο κοστίζει η θέρμανση σε διαμέρισμα 90 τ.μ.

Για ένα διαμέρισμα 90 τ.μ. με ετήσιες ανάγκες θέρμανσης 9.000 kWh, η σύγκριση δείχνει πώς μεταφράζεται η διαφορετική ενεργειακή απόδοση σε πραγματική δαπάνη.

Με ενδεικτική μεταβλητή τιμή ηλεκτρικής ενέργειας 0,20 ευρώ/kWh και φυσικού αερίου 0,085 ευρώ/kWh, η αντλία θερμότητας καταναλώνει περίπου 2.571 kWh ηλεκτρικής ενέργειας ετησίως, με κόστος 514 ευρώ. Για την ίδια θερμική ανάγκη, ο λέβητας φυσικού αερίου καταναλώνει περίπου 9.783 kWh ενέργειας καυσίμου, με κόστος 832 ευρώ.

Η διαφορά ανέρχεται σε 318 ευρώ τον χρόνο υπέρ της αντλίας θερμότητας, χωρίς να περιλαμβάνονται πάγια, συντήρηση, αρχικό κόστος εγκατάστασης και πρόσθετες χρεώσεις.

Οι τιμές που χρησιμοποιούνται είναι υποθετικές και δεν αντιστοιχούν σε ενιαία τιμολόγια της αγοράς. Στην πράξη, η σύγκριση πρέπει να γίνεται με τις πραγματικές χρεώσεις που επιβαρύνουν την κατανάλωση κάθε συστήματος, καθώς οι μεταβολές στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου μπορούν να περιορίσουν ή να διευρύνουν το οικονομικό όφελος.

Πότε αποσβένεται η αρχική επένδυση

Το χαμηλότερο λειτουργικό κόστος μιας αντλίας θερμότητας πρέπει να συνεκτιμάται με τη δαπάνη αγοράς και εγκατάστασης.

Εάν η εγκατάσταση αντλίας θερμότητας κοστίζει 4.000 ευρώ περισσότερο από μια αντίστοιχη νέα εγκατάσταση φυσικού αερίου, η ετήσια εξοικονόμηση των 318 ευρώ οδηγεί σε απλό χρόνο απόσβεσης περίπου 12,6 ετών. Ο υπολογισμός προϋποθέτει σταθερές τιμές ενέργειας και δεν περιλαμβάνει επιδοτήσεις, διαφορές στη συντήρηση ή το χρηματοοικονομικό κόστος.

Για ένα ακίνητο με ήδη εγκατεστημένο και λειτουργικό λέβητα φυσικού αερίου, η οικονομική σύγκριση είναι λιγότερο ευνοϊκή για την άμεση αντικατάσταση, καθώς ο ιδιοκτήτης καλείται να χρηματοδοτήσει μια νέα εγκατάσταση ενώ μπορεί να συνεχίσει να χρησιμοποιεί τον υπάρχοντα εξοπλισμό.

Διαφορετικά διαμορφώνεται η εικόνα σε μια νεόδμητη κατοικία ή σε ένα ακίνητο που χρειάζεται ούτως ή άλλως νέο σύστημα θέρμανσης. Εκεί πρέπει να υπολογιστεί το συνολικό κόστος κάθε επιλογής, μαζί με τις συνδέσεις, τις σωληνώσεις και τις ενδεχόμενες προσαρμογές του δικτύου διανομής.

Τι αλλάζει για τις μικρές επιχειρήσεις

Σε ένα γραφείο ή κατάστημα 120 τ.μ., η διάρκεια λειτουργίας και η δυνατότητα κάλυψης των αναγκών ψύξης από τον ίδιο εξοπλισμό μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την οικονομική σύγκριση.

Μια επιχείρηση που λειτουργεί καθημερινά επί πολλές ώρες μπορεί να εξασφαλίσει μεγαλύτερη ετήσια εξοικονόμηση από ένα αποδοτικότερο σύστημα, εφόσον οι ανάγκες θέρμανσης είναι υψηλές. Αντίθετα, σε έναν επαγγελματικό χώρο με περιορισμένη χρήση, το κόστος αγοράς και εγκατάστασης αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς η μικρότερη κατανάλωση περιορίζει και το ποσό που μπορεί να εξοικονομηθεί κάθε χρόνο.

Εφόσον η αντλία θερμότητας καλύπτει και την ψύξη, μπορεί να μειωθεί η ανάγκη αγοράς ξεχωριστού εξοπλισμού κλιματισμού. Το όφελος αυτό πρέπει να υπολογίζεται με βάση τις πραγματικές ανάγκες της επιχείρησης και το κόστος των εναλλακτικών εγκαταστάσεων.

Πώς επηρεάζει η μόνωση την οικονομική απόδοση

Η θερμομόνωση, τα κουφώματα, ο προσανατολισμός και η κλιματική ζώνη καθορίζουν τις ετήσιες ανάγκες θέρμανσης ενός ακινήτου. Δύο διαμερίσματα 90 τ.μ. μπορεί να εμφανίζουν σημαντικά διαφορετική κατανάλωση, ακόμη και όταν χρησιμοποιούν την ίδια τεχνολογία θέρμανσης.

Η ενεργειακή αναβάθμιση ενός παλαιού κτιρίου μπορεί να περιορίσει τις θερμικές απώλειες και να επιτρέψει την εγκατάσταση συστήματος μικρότερης ισχύος, μειώνοντας τόσο το κόστος αγοράς όσο και τη μελλοντική κατανάλωση. Ειδικά στις αντλίες θερμότητας, η δυνατότητα λειτουργίας με χαμηλότερες θερμοκρασίες νερού μπορεί να βελτιώσει περαιτέρω την εποχική απόδοση.

Πριν από την αντικατάσταση του συστήματος θέρμανσης, η εκτίμηση των πραγματικών θερμικών αναγκών και η σύγκριση αναλυτικών προσφορών εγκατάστασης μπορούν να αποτρέψουν μια ακριβότερη επιλογή εξοπλισμού από αυτή που απαιτεί το ακίνητο.