Συνεδριάζουν, στο Λουξεμβούργο, οι υπουργοί Ενέργειας για τις χρεώσεις δικτύου, τη χειμερινή επάρκεια, τις επενδύσεις και την παρέμβαση της Eurelectric για φόρους και επιδοτήσεις.
Η ενεργειακή ακρίβεια επιστρέφει στην Ευρώπη, με την τιμή του φυσικού αερίου να ξεπερνάει τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, για πρώτη φορά εδώ και σχεδόν τέσσερα χρόνια, ενώ οι χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρισμού υπερβαίνουν τα 300 ευρώ σε πολλές ευρωπαϊκές αγορές.
Με το πετρέλαιο κοντά στα 115 δολάρια το βαρέλι και το κόστος αερίου και ηλεκτρισμού να ανεβαίνει πριν αρχίσουν τα μεγάλα κρύα, το Συμβούλιο Υπουργών Ενέργειας στο Λουξεμβούργο βάζει στην ατζέντα την αναμόρφωση των χρεώσεων των δικτύων ηλεκτρισμού.
Πάνω από τα 300 ευρώ ανά μεγαβατώρα
Ο ευρωπαϊκός χάρτης του ρεύματος βρίσκεται υπό έντονη πίεση. Η μέση χονδρεμπορική τιμή διαμορφώνεται στα 305,59 ευρώ ανά μεγαβατώρα στην Πολωνία, στα 314,85 ευρώ στη Γερμανία και στα 310,71 ευρώ στην Τσεχία. Στην Αυστρία φθάνει τα 310,42 ευρώ, στην Ουγγαρία τα 324,58 ευρώ και στη Σερβία τα 330 ευρώ.
Οι πιέσεις εντείνονται στη βραδινή αιχμή, όταν η παραγωγή από φωτοβολταϊκά παύει να συγκρατεί τις τιμές. Στη Ρουμανία η μεγαβατώρα φθάνει τα 520 ευρώ, στην Ολλανδία τα 540 ευρώ, στην Πολωνία τα 542 ευρώ και στη Γερμανία τα 560 ευρώ. Η εικόνα αυτή αναδεικνύει την ευαλωτότητα της αγοράς ενόψει του χειμώνα.
Οι υπουργοί καλούνται να συζητήσουν την ασφάλεια εφοδιασμού για τον χειμώνα 2026-2027, τις αλλαγές στις χρεώσεις δικτύου και το πλαίσιο ενεργειακής πολιτικής μετά το 2030. Στην ατζέντα περιλαμβάνεται επίσης η αξιοποίηση των Εθνικών Σχεδίων για την Ενέργεια και το Κλίμα ως επενδυτικών σχεδίων, ώστε οι στόχοι να συνδεθούν με συγκεκριμένα έργα και χρηματοδοτικές ανάγκες.
Τι εξετάζεται για τις χρεώσεις δικτύου
Ένα από τα βασικά θέματα της Συνόδου είναι η πρόταση εκσυγχρονισμού των χρεώσεων των ηλεκτρικών δικτύων. Πρόκειται για τις χρεώσεις που καταβάλλουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις μέσω των λογαριασμών τους για τη λειτουργία, τη συντήρηση και την ανάπτυξη των υποδομών μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας.
Η πρωτοβουλία επιδιώκει να συγκρατήσει το συνολικό κόστος του συστήματος μέσω καλύτερης αξιοποίησης των υποδομών και αποδοτικότερων τρόπων χρέωσης της χρήσης τους. Ζητούμενο είναι η παροχή κινήτρων για κατανάλωση που περιορίζει την πίεση στα δίκτυα, μειώνοντας την ανάγκη για δαπανηρές επεκτάσεις και διευκολύνοντας την αυξανόμενη χρήση ηλεκτρισμού.
Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσονται η ανάπτυξη έξυπνων δικτύων και μετρητών, η μεγαλύτερη διαφάνεια στις χρεώσεις και φορολογικά μέτρα που θα υποστηρίζουν τον εξηλεκτρισμό. Στόχος είναι οι αναγκαίες επενδύσεις να συνδυαστούν με αποδοτικότερη λειτουργία και δικαιότερη κατανομή του κόστους στους χρήστες.
Χειμερινή επάρκεια και επενδύσεις μετά το 2030
Η ασφάλεια εφοδιασμού αποτελεί τον δεύτερο κρίσιμο άξονα της συνόδου, με τις παρατεταμένες συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή να διατηρούν υψηλή την αβεβαιότητα. Η συζήτηση καλύπτει την ετοιμότητα για πιθανές διαταραχές τους επόμενους μήνες, αλλά και τις επιλογές που θα ενισχύσουν μακροπρόθεσμα την ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος.
Παράλληλα, το πλαίσιο πολιτικής μετά το 2030 καλείται να δώσει κατεύθυνση στις επενδύσεις των επόμενων ετών, συνδυάζοντας τη μείωση των εκπομπών με την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και την προσιτή ενέργεια.
Στα υπόλοιπα θέματα περιλαμβάνονται οι υποδομές μεταφοράς, η αγορά δικαιωμάτων εκπομπών CO2, η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών διυλιστηρίων και η βιωσιμότητα της βιομηχανίας καυσίμων. Θα τεθούν επίσης ζητήματα για τον ηλεκτρικό εξοπλισμό υψηλής τάσης και τη σταθεροποίηση των αγορών ντίζελ.
Η παρέμβαση της Eurelectric
Στη συζήτηση του Συμβουλίου παρεμβαίνει η ευρωπαϊκή βιομηχανία ηλεκτρισμού μέσω της Eurelectric. Με επιστολή της ζητεί μέτρα για την ανακούφιση των καταναλωτών και τον περιορισμό της εξάρτησης από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Μέλος της ένωσης είναι η ΔΕΗ, ενώ θέση αντιπροέδρου κατέχει ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της επιχείρησης, Γιώργος Στάσσης.
Την επιστολή υπογράφουν ο πρόεδρος της Eurelectric και επικεφαλής της Fortum, Markus Rauramo, και ο γενικός γραμματέας Kristian Ruby. Η ένωση προειδοποιεί ότι η Ευρώπη πληρώνει ξανά την έκθεσή της στα εισαγόμενα καύσιμα, με αυξανόμενους λογαριασμούς, πίεση στις ενεργοβόρες επιχειρήσεις και εντεινόμενες απαιτήσεις για κυβερνητική δράση.
Η πρώτη απαίτηση είναι να αφαιρεθούν από τους λογαριασμούς ηλεκτρισμού τα κόστη που δεν αφορούν την ενέργεια. Η Eurelectric ζητεί επίσης οι φόροι και οι επιβαρύνσεις στο ρεύμα να περιοριστούν στο ελάχιστο που επιτρέπει η νομοθεσία, υπογραμμίζοντας ότι η ηλεκτρική ενέργεια δεν πρέπει να φορολογείται βαρύτερα από το φυσικό αέριο.
Για τον χειμώνα προκρίνει προσωρινά, στοχευμένα και συντονισμένα μέτρα εισοδηματικής ή χρηματοδοτικής στήριξης. Καλεί τις κυβερνήσεις να αξιοποιήσουν τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά εργαλεία κρατικών ενισχύσεων, συμπεριλαμβανομένων των πλαισίων CISAF και METSAF, ώστε η βοήθεια να φτάσει σε νοικοκυριά και βιομηχανία χωρίς παρεμβάσεις που κατακερματίζουν την ενιαία αγορά.
«Όχι» στην επιδότηση των μονάδων αερίου
Η Eurelectric εκφράζει σαφή αντίθεση στην επιδότηση του φυσικού αερίου που χρησιμοποιείται στην ηλεκτροπαραγωγή. Στην επιστολή της κατονομάζει την Ιταλία, προειδοποιώντας ότι η εφαρμογή μηχανισμού αντίστοιχου με την «ιβηρική εξαίρεση» σε μια περισσότερο διασυνδεδεμένη αγορά μπορεί να στρεβλώσει το διασυνοριακό εμπόριο και να αποδυναμώσει τα επενδυτικά σήματα.
Η κυβέρνηση Μελόνι έχει ανακοινώσει κατ’ αρχήν συμφωνία με την Κομισιόν για μέτρα περιορισμού της επίδρασης του ακριβού αερίου στις τιμές ηλεκτρισμού. Η κοινοποίηση και η αξιολόγηση του σχήματος με βάση τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων αποτελούν τα επόμενα βήματα.
Σύμφωνα με τους Financial Times, το υπό διαμόρφωση σχέδιο προβλέπει όριο 59 ευρώ ανά μεγαβατώρα για το αέριο που χρησιμοποιείται στην ηλεκτροπαραγωγή και αποζημίωση της διαφοράς από την τιμή αγοράς, με χρηματοδότηση μέσω επιβαρύνσεων στους καταναλωτές. Ενδεικτικά, με τιμή αγοράς καυσίμου 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα, η διαφορά θα ανερχόταν σε 41 ευρώ ανά μεγαβατώρα αερίου.
Η ένωση υποστηρίζει ότι ο μηχανισμός της Ισπανίας και της Πορτογαλίας το 2022 αποτέλεσε εξαίρεση, η οποία δικαιολογήθηκε από την περιορισμένη διασύνδεση της Ιβηρικής. Στην περίπτωση της Ιταλίας, εκτιμά ότι μέρος του οφέλους θα μπορούσε να μεταφερθεί μέσω εξαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας σε γειτονικές χώρες, ενώ το κόστος θα παρέμενε στους εγχώριους καταναλωτές ή φορολογουμένους.
Κατά την Eurelectric, τα πλαφόν στο κόστος αερίου των ηλεκτροπαραγωγών λειτουργούν ως επιδοτήσεις που ενισχύουν τη ζήτηση του καυσίμου, την ώρα που η Ευρώπη επιδιώκει να τη μειώσει.
Χρεώσεις που επιβραβεύουν την αποδοτική χρήση
Για τα δίκτυα, η Eurelectric ζητεί τιμολόγια που αντανακλούν το πραγματικό κόστος, με μεγαλύτερη βαρύτητα στις χρεώσεις βάσει ισχύος και με διαφοροποίηση ανά προκαθορισμένες χρονικές ζώνες. Προτείνει επίσης τα κίνητρα που συνδέονται με τη γεωγραφική θέση ενός χρήστη να ενσωματώνονται στις χρεώσεις σύνδεσης και όχι στις επαναλαμβανόμενες χρεώσεις χρήσης του δικτύου.
Η κοινωνική και βιομηχανική πολιτική πρέπει, σύμφωνα με την επιστολή, να χρηματοδοτείται εκτός των τιμολογίων δικτύου, ώστε να αποφεύγεται η μεταφορά κόστους από τη μία κατηγορία χρηστών στην άλλη.
Παράλληλα, η ένωση ζητεί οι διαχειριστές να διαθέτουν ισότιμα κίνητρα για ψηφιακές λύσεις και φυσικές υποδομές. Για τις βιομηχανίες που εξηλεκτρίζουν τις δραστηριότητές τους προτείνει προτεραιότητα σύνδεσης, σε συνδυασμό με μακροχρόνιες συμβάσεις αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, τα λεγόμενα PPAs.
Στόχος εξηλεκτρισμού περίπου 50% έως το 2040
Για τη μακροπρόθεσμη ενεργειακή ασφάλεια, η Eurelectric ζητεί να κατοχυρωθεί στόχος εξηλεκτρισμού περίπου 50% έως το 2040 στο πλαίσιο πολιτικής μετά το 2030. Επικαλούμενη εκτίμηση της Κομισιόν, αναφέρει ότι η επίτευξη του στόχου εξηλεκτρισμού της Επιτροπής θα μπορούσε να μειώσει τη ζήτηση φυσικού αερίου στην ΕΕ κατά 70%.
Η ένωση υποστηρίζει ότι κάθε αντλία θερμότητας, ηλεκτρικό όχημα και βιομηχανική διεργασία που αντικαθιστά ορυκτά καύσιμα με καθαρό ηλεκτρισμό ευρωπαϊκής παραγωγής περιορίζει την εξάρτηση από εισαγωγές. Για την αλλαγή αυτή, τονίζει, απαιτούνται επενδύσεις σε παραγωγή, δίκτυα, αποθήκευση και ευελιξία, με σταθερούς κανόνες και τεχνολογικά ανοικτή προσέγγιση.
Η Eurelectric στηρίζει τον κλιματικό στόχο του 2040 και μια ουσιαστική, προβλέψιμη τιμή άνθρακα, χωρίς έκτακτες παρεμβάσεις. Ζητεί ακόμη εφαρμογή του ETS2 στις μεταφορές και στη θέρμανση, αντί αναβολής ή επαναδιαπραγμάτευσής του, χωρίς να ανοίξουν ξανά οι κανόνες για τους στόχους του 2030.
Τέλος, καλεί τις κυβερνήσεις να εφαρμόσουν τα ήδη συμφωνημένα ευρωπαϊκά εργαλεία και να θωρακίσουν τις κρίσιμες ενεργειακές υποδομές απέναντι σε φυσικές και υβριδικές απειλές. Με αναφορές σε σαμποτάζ υποθαλάσσιων καλωδίων, περιστατικά με drones και κυβερνοεπιθέσεις, υπογραμμίζει ότι η στροφή στον ηλεκτρισμό πρέπει να συνοδευτεί από επαρκή προστασία του συστήματος που θα τη στηρίξει.


