Η Ελλάδα καταγράφει εμπορικό πλεόνασμα 475 εκατ. ευρώ από τις συναλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας με το εξωτερικό, έχοντας αυξήσει κατά 70% τις εξαγωγές ρεύματος το πρώτο οκτάμηνο του 2026. Παρά τη σημαντική αυτή επίδοση, νοικοκυριά και επιχειρήσεις εξακολουθούν να πληρώνουν ακριβά την ηλεκτρική ενέργεια, ακόμη και όταν η εγχώρια παραγωγή επαρκεί για να καλύψει τη ζήτηση και να τροφοδοτήσει τις γειτονικές αγορές. Πώς διαμορφώνονται, όμως, οι τιμές σε μια χώρα που έχει μετατραπεί σε καθαρό εξαγωγέα ηλεκτρισμού και γιατί η αύξηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές δεν αποτυπώνεται με τον ίδιο τρόπο στους λογαριασμούς των καταναλωτών;
Τι δείχνουν τα στοιχεία του ΑΔΜΗΕ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΑΔΜΗΕ, οι εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας έφτασαν τις 9,24 τεραβατώρες την περίοδο Ιανουαρίου – Αυγούστου 2026, αυξημένες κατά 70% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Την ίδια περίοδο, οι εισαγωγές περιορίστηκαν κατά 27%, στις 3,14 τεραβατώρες, με αποτέλεσμα οι καθαρές εξαγωγές να διαμορφωθούν στις 6,1 τεραβατώρες.
Η μεταβολή του ενεργειακού ισοζυγίου της χώρας γίνεται ακόμη πιο εμφανής σε σύγκριση με το 2019, όταν η Ελλάδα εισήγαγε σχεδόν 10 τεραβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας, καλύπτοντας με εισαγωγές περίπου το 20% των αναγκών της, ενώ το εμπορικό ισοζύγιο ηλεκτρισμού παρουσίαζε έλλειμμα σχεδόν 400 εκατ. ευρώ.
Γιατί η Ελλάδα μπορεί να εξάγει περισσότερο ρεύμα
Η αύξηση της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά και αιολικά πάρκα έχει ενισχύσει τη δυνατότητα της χώρας να διαθέτει ρεύμα στις γειτονικές αγορές. Παράλληλα, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις επιτρέπουν τη μεταφορά ενέργειας από τη μία χώρα στην άλλη, ανάλογα με τη διαθέσιμη παραγωγή και τις τιμές. Για παράδειγμα, τις μεσημεριανές ώρες μιας ηλιόλουστης ημέρας, τα φωτοβολταϊκά μπορούν να παράγουν μεγάλες ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας. Εφόσον η παραγωγή αυτή δεν απορροφάται εξ ολοκλήρου από την εγχώρια ζήτηση και υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες στην αγορά, μέρος της μπορεί να εξαχθεί.
Η εικόνα αλλάζει το βράδυ, όταν σταματά η παραγωγή των φωτοβολταϊκών και η κάλυψη των αναγκών μπορεί να απαιτεί μεγαλύτερη συμμετοχή μονάδων φυσικού αερίου ή εισαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτό εξηγεί γιατί μια χώρα μπορεί να είναι καθαρός εξαγωγέας ρεύματος σε ετήσια βάση, αλλά να εξακολουθεί να εισάγει ηλεκτρική ενέργεια σε συγκεκριμένες ώρες.
Γιατί οι εξαγωγές δεν οδηγούν αυτομάτως σε φθηνότερους λογαριασμούς
Η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας στη χονδρεμπορική αγορά διαμορφώνεται με βάση την προσφορά και τη ζήτηση σε κάθε χρονική περίοδο. Επομένως, το γεγονός ότι η Ελλάδα εξάγει περισσότερο ρεύμα μέσα στο έτος δεν σημαίνει ότι η ηλεκτρική ενέργεια είναι φθηνή όλες τις ώρες.
Όταν η παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές είναι υψηλή, οι τιμές μπορούν να υποχωρήσουν σημαντικά. Αντίθετα, τις ώρες αυξημένης ζήτησης, όταν χρειάζεται να λειτουργήσουν περισσότερες μονάδες με υψηλότερο κόστος παραγωγής, οι τιμές μπορούν να αυξηθούν.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και οι διασυνοριακές συναλλαγές. Εάν η τιμή του ηλεκτρισμού είναι υψηλότερη σε μια γειτονική χώρα, δημιουργείται κίνητρο για εξαγωγές από την Ελλάδα. Οι συναλλαγές αυτές επηρεάζουν τις συνθήκες προσφοράς και ζήτησης στις συνδεδεμένες αγορές, χωρίς όμως να σημαίνει ότι κάθε αύξηση των εξαγωγών προκαλεί άνοδο των εγχώριων τιμών. Επιπλέον, η χονδρεμπορική τιμή δεν είναι η τελική τιμή που πληρώνει ένα νοικοκυριό ή μια επιχείρηση. Στον λογαριασμό περιλαμβάνονται η χρέωση προμήθειας, οι ρυθμιζόμενες χρεώσεις και οι φόροι, ενώ σημαντικό ρόλο παίζει και το είδος του τιμολογίου.
Έτσι, ακόμη και όταν η χονδρεμπορική αγορά καταγράφει χαμηλές τιμές για ορισμένες ώρες, το όφελος δεν περνά απαραίτητα άμεσα ή στο σύνολό του στον τελικό λογαριασμό.
Τι σημαίνει για ένα νοικοκυριό ή μια μικρή επιχείρηση
Για ένα νοικοκυριό με σταθερό τιμολόγιο, οι καθημερινές μεταβολές της χονδρεμπορικής αγοράς δεν επηρεάζουν τη συμφωνημένη χρέωση της κιλοβατώρας όσο ισχύουν οι όροι του συμβολαίου. Αντίθετα, στα κυμαινόμενα τιμολόγια οι μεταβολές της αγοράς μπορούν να επηρεάζουν τη χρέωση, ανάλογα με τον τρόπο υπολογισμού της. Ακόμη μεγαλύτερη σημασία μπορεί να έχει το ζήτημα για μια μικρή επιχείρηση με υψηλή κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, όπως ένα αρτοποιείο, ένα εστιατόριο ή ένα κατάστημα τροφίμων με ψυγεία.
Ένα αρτοποιείο, για παράδειγμα, μπορεί να καταναλώνει σημαντικές ποσότητες ρεύματος τις πρώτες πρωινές ώρες, όταν δεν υπάρχει ακόμη παραγωγή από φωτοβολταϊκά. Αντίστοιχα, ένα κατάστημα με ψυγεία χρειάζεται ηλεκτρική ενέργεια σε όλη τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου, ανεξάρτητα από το πότε οι τιμές της αγοράς είναι χαμηλότερες.
Για τις επιχειρήσεις αυτές, το κόστος εξαρτάται από το συμβόλαιο προμήθειας, το ύψος της κατανάλωσης και τις ώρες λειτουργίας τους. Η δυνατότητα μεταφοράς ορισμένων ενεργοβόρων εργασιών σε οικονομικότερες ώρες μπορεί να προσφέρει όφελος, εφόσον το τιμολόγιο αντανακλά τις χρονικές διακυμάνσεις των τιμών.
Πού καταλήγουν τα 475 εκατ. ευρώ από το εμπορικό πλεόνασμα
Το εμπορικό πλεόνασμα των 475 εκατ. ευρώ δεν αποτελεί ποσό που εισπράττει το κράτος από τις εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας, ούτε αντιστοιχεί στα καθαρά κέρδη των επιχειρήσεων που συμμετέχουν στην αγορά.
Πρόκειται για τη διαφορά ανάμεσα στην αξία του ρεύματος που εξάγεται και στην αξία εκείνου που εισάγεται. Το θετικό αποτέλεσμα δείχνει ότι η Ελλάδα εισπράττει συνολικά περισσότερα από τις εξαγωγές ηλεκτρισμού σε σχέση με όσα δαπανά για τις αντίστοιχες εισαγωγές. Οι οικονομικές συναλλαγές πραγματοποιούνται μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ τα έσοδα και τα κόστη συνδέονται με τη δραστηριότητα και τις συμβάσεις κάθε επιχείρησης.
Ο ρόλος των μπαταριών και των ηλεκτρικών διασυνδέσεων
Η περαιτέρω αξιοποίηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ανάπτυξη των ηλεκτρικών δικτύων και της αποθήκευσης ενέργειας.
Οι μπαταρίες επιτρέπουν την αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας τις ώρες υψηλής παραγωγής και τη διάθεσή της αργότερα, όταν αυξάνεται η ζήτηση. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να περιορίζουν την ανάγκη λειτουργίας ακριβότερων μονάδων παραγωγής και να αξιοποιούν ποσότητες ρεύματος που διαφορετικά θα μπορούσαν να περικοπούν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Green Tank, από τον Απρίλιο έως τον Αύγουστο του 2026 οι πρώτες μπαταρίες που λειτουργούσαν στην ελληνική αγορά απορρόφησαν 121,8 γιγαβατώρες ηλεκτρικής ενέργειας και επέστρεψαν στο σύστημα 106,4 γιγαβατώρες. Κατά την ίδια ανάλυση, η λειτουργία τους απέτρεψε περίπου το 5% των περικοπών παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές της συγκεκριμένης περιόδου και περιόρισε κατά 1,2% τη χρήση φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή.
Παράλληλα, ο ΑΔΜΗΕ προωθεί νέες ηλεκτρικές διασυνδέσεις, μεταξύ των οποίων τη δεύτερη υποθαλάσσια σύνδεση με την Ιταλία, με στόχο την αύξηση των δυνατοτήτων ανταλλαγής ηλεκτρικής ενέργειας με τις γειτονικές αγορές.
Η ανάπτυξη αυτών των υποδομών μπορεί να ενισχύσει την αξιοποίηση της εγχώριας παραγωγής και να περιορίσει μέρος του κόστους λειτουργίας του συστήματος. Η επίδρασή τους, ωστόσο, στους τελικούς λογαριασμούς θα εξαρτηθεί από τις συνθήκες της αγοράς και τον τρόπο με τον οποίο οι προμηθευτές διαμορφώνουν τις χρεώσεις τους.


