Φυσικό αέριο: Πόσο μπορεί να αυξηθούν οι λογαριασμοί τον χειμώνα – Τι ισχύει για νοικοκυριά και επιχειρήσεις

Τα χαμηλότερα αποθέματα στην Ευρώπη και οι περιορισμοί στην προσφορά LNG διατηρούν τις τιμές φυσικού αερίου σε υψηλά επίπεδα. Τι δείχνουν τα στοιχεία για την Ελλάδα, πώς επηρεάζονται οι λογαριασμοί θέρμανσης και τι πρέπει να προσέξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Woman doing accounting

Ο κίνδυνος ακριβότερης θέρμανσης επανέρχεται για τα ελληνικά νοικοκυριά ενόψει του χειμώνα καθώς στην Ευρώπη ξεκινά την περίοδο υψηλής κατανάλωσης με χαμηλότερα αποθέματα φυσικού αερίου και περιορισμένη διαθεσιμότητα LNG στη διεθνή αγορά. Οι ανατιμήσεις στη χονδρική αυξάνουν το κόστος προμήθειας, με τις επιπτώσεις στους λογαριασμούς να εξαρτώνται από το τιμολόγιο που έχει επιλέξει κάθε καταναλωτής και τις ανάγκες θέρμανσης του κάθε νοικοκυριού.

Την 1η Οκτωβρίου, οι υπόγειες αποθήκες φυσικού αερίου της ΕΕ βρίσκονταν στο 72% της χωρητικότητάς τους, περίπου 11 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από την αντίστοιχη περίοδο του 2025, σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό οργανισμό διαχειριστών συστημάτων φυσικού αερίου ENTSOG. Τη Δευτέρα 19 Οκτωβρίου, ο ευρωπαϊκός δείκτης αναφοράς TTF κινήθηκε κοντά στα 89 ευρώ ανά μεγαβατώρα, με την τιμή του συμβολαίου να διαμορφώνεται στα 88,60 ευρώ/MWh κατά την πρωινή συνεδρίαση.

Οι ευρωπαϊκές υποδομές εκτιμάται ότι μπορούν να ανταποκριθούν στις χειμερινές ανάγκες, ωστόσο η επάρκεια εφοδιασμού δεν σημαίνει απαραίτητα και χαμηλές τιμές. Οι ποσότητες που θα χρειαστεί να εισαγάγει η Ευρώπη τους επόμενους μήνες, οι θερμοκρασίες και ο ανταγωνισμός με τις ασιατικές αγορές θα επηρεάσουν το κόστος προμήθειας.

Φυσικό αέριο στην Ελλάδα: Αυξάνονται οι εξαγωγές, μειώνεται η κατανάλωση

Η Ελλάδα εισέρχεται στη χειμερινή περίοδο με περισσότερες δυνατότητες εισαγωγής και διακίνησης φυσικού αερίου, μέσω της Ρεβυθούσας και του πλωτού σταθμού LNG της Αλεξανδρούπολης. Η ανάπτυξη των υποδομών έχει διευκολύνει τη μεταφορά μεγαλύτερων ποσοτήτων προς τις γειτονικές αγορές, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του ΔΕΣΦΑ για το πρώτο εννεάμηνο του 2026.

Η συνολική ζήτηση στο ελληνικό σύστημα αυξήθηκε κατά 12,72%, φθάνοντας τις 63,53 τεραβατώρες (TWh), από 56,36 TWh την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η άνοδος προήλθε κυρίως από τις εξαγωγές, οι οποίες έφθασαν τις 13,60 TWh, έναντι 5,06 TWh ένα χρόνο νωρίτερα, καταγράφοντας αύξηση 168,77%. Αντίθετα, η εγχώρια κατανάλωση μειώθηκε κατά 2,67%, στις 49,93 TWh.

Πρακτικά, περισσότερο από το ένα πέμπτο της συνολικής ζήτησης του ελληνικού συστήματος αφορούσε εξαγωγές, όταν το αντίστοιχο ποσοστό το προηγούμενο έτος ήταν μικρότερο από 10%. Οι μεγαλύτερες δυνατότητες εφοδιασμού ενισχύουν τη θέση της χώρας στις βαλκανικές αγορές, χωρίς όμως να την προστατεύουν από τις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών.

Γιατί παραμένει υψηλό το κόστος φυσικού αερίου στην Ευρώπη

Η Ευρώπη χρειάζεται να εξασφαλίσει σημαντικές ποσότητες φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια του χειμώνα και ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της διεθνούς προσφοράς LNG  όπως αυτή έχει επηρεαστεί από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), οι φορτώσεις LNG από το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μειώθηκαν κατά 35 δισ. κυβικά μέτρα το τετράμηνο Μαρτίου -Ιουνίου 2026 σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.

Μέρος των απωλειών καλύφθηκε από άλλες παραγωγικές περιοχές, αλλά οι ευρωπαϊκές εταιρείες εξακολουθούν να ανταγωνίζονται τις ασιατικές για τα διαθέσιμα φορτία. Η κατάσταση γίνεται δυσκολότερη όταν αυξάνεται η ζήτηση λόγω χαμηλών θερμοκρασιών ή προκύπτουν νέες διαταραχές στον εφοδιασμό.

Ο ENTSOG επισημαίνει ότι, σε ένα δυσμενές σενάριο περιορισμένης διαθεσιμότητας LNG, τα ευρωπαϊκά αποθέματα θα μπορούσαν να υποχωρήσουν αρκετά κάτω από το 30% έως το τέλος Μαρτίου 2027. Αυτό θα δυσκόλευε την αναπλήρωση των αποθηκών την άνοιξη και το καλοκαίρι, με πιθανές επιπτώσεις στις τιμές και μετά το τέλος της περιόδου θέρμανσης.

Οι εξελίξεις στη χονδρική αγορά επηρεάζουν το κόστος με το οποίο προμηθεύονται φυσικό αέριο οι πάροχοι στην Ελλάδα. Για τους τελικούς καταναλωτές, όμως, η επιβάρυνση εξαρτάται από το είδος του συμβολαίου και από το πόσο φυσικό αέριο καταναλώνουν κατά τους χειμερινούς μήνες.

Λογαριασμοί φυσικού αερίου: Πόσο κοστίζει μια αύξηση της τιμής – Παραδείγματα

Ο ευρωπαϊκός δείκτης TTF αποτελεί βασική τιμή αναφοράς στη χονδρική αγορά φυσικού αερίου, αλλά δεν ταυτίζεται με την τελική χρέωση του καταναλωτή. Στα κυμαινόμενα τιμολόγια, η τιμή προμήθειας μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με την πορεία συγκεκριμένου δείκτη της αγοράς και τους όρους της σύμβασης. Στα σταθερά προγράμματα, η συμφωνημένη τιμή προμήθειας διατηρείται για το χρονικό διάστημα που προβλέπεται στο συμβόλαιο.

Για να γίνει κατανοητή η επίδραση μιας πιθανής ανατίμησης, εάν η χρέωση προμήθειας αυξηθεί κατά δύο λεπτά ανά κιλοβατώρα, ένα νοικοκυριό με μηνιαία κατανάλωση 1.000 kWh θα πληρώσει επιπλέον 20 ευρώ. Για κατανάλωση 2.000 kWh, η αντίστοιχη επιβάρυνση θα φθάσει τα 40 ευρώ.

Σε μια μικρή επιχείρηση με μηνιαία κατανάλωση 5.000 kWh, η ίδια αύξηση θα προσέθετε 100 ευρώ στο κόστος προμήθειας.

Φυσικά, το πραγματικό κόστος θέρμανσης επηρεάζεται επίσης από τη μόνωση του κτιρίου, την απόδοση του λέβητα, τις ώρες λειτουργίας της εγκατάστασης και τη θερμοκρασία που επιλέγεται στον θερμοστάτη.

Πριν από τους μήνες υψηλής κατανάλωσης, οι καταναλωτές χρειάζεται να ελέγξουν την τιμή ανά κιλοβατώρα, το πάγιο, τη διάρκεια της σύμβασης και τον τρόπο αναπροσαρμογής των χρεώσεων. Η σύγκριση με την κατανάλωση προηγούμενων χειμερινών περιόδων μπορεί να βοηθήσει στην επιλογή κατάλληλου προγράμματος, ενώ η συντήρηση του λέβητα και ο περιορισμός των θερμικών απωλειών συμβάλλουν στη συγκράτηση της δαπάνης.

Παράλληλα, τα νοικοκυριά που πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις μπορούν να εξετάσουν τη δυνατότητα χορήγησης επιδόματος θέρμανσης για φυσικό αέριο, με βάση το ισχύον πλαίσιο της περιόδου 2026 – 2027.

Πώς επηρεάζονται οι επιχειρήσεις από τις αυξήσεις στις τιμές φυσικού αερίου

Για τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο για θέρμανση, ζεστό νερό ή παραγωγικές διαδικασίες, οι αυξήσεις στις τιμές μεταφράζονται σε υψηλότερα λειτουργικά έξοδα. Αρτοποιεία, εστιατόρια, ξενοδοχεία και μικρές βιοτεχνίες είναι μεταξύ των δραστηριοτήτων που επηρεάζονται, ιδιαίτερα όταν η κατανάλωση παραμένει υψηλή σε όλη τη διάρκεια του χειμώνα.

Η επίπτωση εξαρτάται από την ενεργειακή ένταση της δραστηριότητας, τη διάρκεια και τους όρους της σύμβασης προμήθειας. Για μια επιχείρηση με κυμαινόμενο τιμολόγιο, η άνοδος της χονδρικής τιμής μπορεί να αυξήσει το κόστος μέσα στους επόμενους κύκλους τιμολόγησης, ανάλογα με τον μηχανισμό αναπροσαρμογής. Αντίθετα, μια συμφωνημένη σταθερή τιμή προμήθειας περιορίζει την άμεση έκθεση στις διακυμάνσεις για όσο διάστημα ισχύει.

Πριν από την ανανέωση ενός συμβολαίου, οι επιχειρήσεις χρειάζεται να εξετάζουν, πέρα από την τιμή ανά κιλοβατώρα, τις χρεώσεις ισχύος όπου προβλέπονται, τις ρήτρες αναπροσαρμογής, τη διάρκεια της σύμβασης και τυχόν επιβαρύνσεις πρόωρης αποχώρησης. Για δραστηριότητες με μεγάλη κατανάλωση, ακόμη και μικρές διαφορές στην τιμή προμήθειας μπορούν να επηρεάσουν αισθητά το ετήσιο ενεργειακό κόστος.