Το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει σημαντική επιβάρυνση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις στην Ελλάδα, παρά τη συνεχή αύξηση της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές. Η εξάρτηση από το εισαγόμενο φυσικό αέριο, οι μεγάλες διακυμάνσεις των τιμών και οι αυξανόμενες περικοπές πράσινης ενέργειας δημιουργούν πρόσθετες πιέσεις στην αγορά ρεύματος, αναδεικνύοντας την ανάγκη καλύτερης αξιοποίησης των διαθέσιμων ενεργειακών πόρων.
Σύμφωνα με μελέτη της Ελληνικής Διαχειριστικής Εταιρείας Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων (ΕΔΕΥΕΠ) και της EXERGIA που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο 8ο Renewable & Storage Forum που διοργανώθηκε την προηγούμενη εβδομάδα στην Αθήνα, η ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών πάρκων θα μπορούσε να περιορίσει το ετήσιο λειτουργικό κόστος του ελληνικού ηλεκτρικού συστήματος κατά 340 έως 420 εκατ. ευρώ το 2035.
Η ανάλυση εξετάζει την ανάπτυξη 3,9 GW υπεράκτιων αιολικών, όπως προβλέπει το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ), συγκρίνοντας τη λειτουργία του ηλεκτρικού συστήματος με εναλλακτικά σενάρια στα οποία η ίδια ετήσια ποσότητα ανανεώσιμης ενέργειας παράγεται από πρόσθετα φωτοβολταϊκά και χερσαία αιολικά.
Γιατί η αύξηση των ΑΠΕ δεν αρκεί για φθηνότερο ρεύμα
Η μεγάλη ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών έχει αυξήσει την προσφορά ηλεκτρικής ενέργειας κατά τις μεσημεριανές ώρες, όταν η παραγωγή συχνά ξεπερνά τη ζήτηση ή τις δυνατότητες απορρόφησης του δικτύου. Το αποτέλεσμα είναι να εμφανίζονται χαμηλές ή μηδενικές τιμές στη χονδρεμπορική αγορά και να περικόπτεται μέρος της διαθέσιμης πράσινης ενέργειας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, οι περικοπές ανανεώσιμης παραγωγής αυξήθηκαν από 1,2% το 2023 σε 4% το 2024 και 6,5% το 2025, ενώ το πρώτο εξάμηνο του 2026 έφτασαν το 9,6%.
Τις απογευματινές και βραδινές ώρες, όταν περιορίζεται η ηλιακή παραγωγή, το σύστημα εξακολουθεί να χρειάζεται ηλεκτρική ενέργεια από μονάδες φυσικού αερίου, με αποτέλεσμα το κόστος να παραμένει εκτεθειμένο στις διεθνείς τιμές καυσίμων.
Τα υπεράκτια αιολικά μπορούν να περιορίσουν αυτή την ανισορροπία, καθώς το διαφορετικό προφίλ παραγωγής τους επιτρέπει την αξιοποίηση ανανεώσιμης ενέργειας και εκτός των ωρών υψηλής ηλιοφάνειας.
Έως τέσσερις φορές λιγότερες περικοπές ενέργειας
Η αξιοποίηση της ανανεώσιμης ενέργειας μπορεί να βελτιωθεί σημαντικά με την ένταξη των υπεράκτιων αιολικών στο ηλεκτρικό σύστημα. Σύμφωνα με τη μελέτη, οι ετήσιες περικοπές ανανεώσιμης ενέργειας περιορίζονται στις 0,72 τεραβατώρες (TWh) το 2035, έναντι 2,55 έως 3,04 TWh στα εναλλακτικά σενάρια χωρίς τη συγκεκριμένη τεχνολογία.
Η διαφορά αντιστοιχεί σε περίπου 3,5 έως 4 φορές λιγότερη περικοπτόμενη ενέργεια. Για να επιτευχθεί ανάλογο αποτέλεσμα χωρίς υπεράκτια αιολικά, θα απαιτούνταν περίπου τριπλάσια ισχύς μπαταριών σε σχέση με τον στόχο του ΕΣΕΚ, φτάνοντας συνολικά τα 14 GW.
Η καλύτερη κατανομή της παραγωγής περιορίζει και την ανάγκη λειτουργίας μονάδων φυσικού αερίου. Η ηλεκτροπαραγωγή από το συγκεκριμένο καύσιμο υπολογίζεται στις 4,36 TWh, έναντι 6,12 έως 6,36 TWh χωρίς υπεράκτια αιολικά, δηλαδή περίπου 30% χαμηλότερα.
Αντίστοιχα, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα μειώνονται κατά 650.000 έως 750.000 τόνους ετησίως.
Πόσο μειώνεται το κόστος του ηλεκτρικού συστήματος
Η μικρότερη κατανάλωση φυσικού αερίου αποτυπώνεται στο λειτουργικό κόστος του συστήματος, το οποίο σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατέθηκαν διαμορφώνεται στα 320 εκατ. ευρώ ετησίως με υπεράκτια αιολικά, έναντι 660 έως 740 εκατ. ευρώ στα εναλλακτικά σενάρια.
Η εξοικονόμηση των 340 έως 420 εκατ. ευρώ προκύπτει από τα χαμηλότερα κόστη καυσίμων, εκπομπών CO₂ και καθαρών εισαγωγών ηλεκτρικής ενέργειας (οι υπολογισμοί δεν περιλαμβάνουν τις επενδυτικές δαπάνες για την κατασκευή των έργων, οι οποίες αποτελούν ξεχωριστή παράμετρο της οικονομικής αξιολόγησης).
Η μελέτη καταγράφει επίσης περίπου 20% μικρότερη μεταβλητότητα των ωριαίων τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ οι ώρες με μηδενικές τιμές στη χονδρεμπορική αγορά περιορίζονται από 704 σε 323 ετησίως. Εξετάστηκε επίσης η περίπτωση εγκατάστασης 5,85 GW υπεράκτιων αιολικών, αντί των 3,9 GW που προβλέπει το ΕΣΕΚ. Με αυτή την αύξηση της ισχύος κατά 50%, το μέσο οριακό κόστος ηλεκτροπαραγωγής θα περιοριζόταν από περίπου 94 σε 85 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Τι σημαίνουν τα ευρήματα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις
Η μείωση του λειτουργικού κόστους και ο περιορισμός των έντονων διακυμάνσεων στη χονδρεμπορική αγορά μπορούν να δημιουργήσουν ευνοϊκότερες συνθήκες για την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας, ιδιαίτερα για επιχειρήσεις που χρειάζονται μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στις ενεργειακές τους δαπάνες. Η μελέτη, ωστόσο, δεν υπολογίζει μελλοντικούς λογαριασμούς ρεύματος. Η τελική χρέωση που πληρώνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις εξαρτάται από τις τιμές προμήθειας, τις συμβάσεις, τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις και τον τρόπο με τον οποίο χρηματοδοτούνται οι νέες ενεργειακές υποδομές.
Ένα πρόσθετο όφελος αφορά την προστασία από ενδεχόμενες ενεργειακές κρίσεις. Σε σενάριο νέας αύξησης των τιμών φυσικού αερίου, αντίστοιχης με εκείνη του 2022, η πρόσθετη ετήσια επιβάρυνση του συστήματος υπολογίζεται σε 850 εκατ. ευρώ με υπεράκτια αιολικά, έναντι 1,84 δισ. ευρώ χωρίς αυτά.
Η διαφορά πλησιάζει το 1 δισ. ευρώ, δείχνοντας πόσο μπορεί να επηρεάσει το ενεργειακό κόστος η μικρότερη εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα.
Περισσότερες εξαγωγές και καλύτερη αξιοποίηση της πράσινης ενέργειας
Η ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών μπορεί να ενισχύσει και τις εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας της Ελλάδας, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρχουν επαρκείς ηλεκτρικές διασυνδέσεις.
Στο σενάριο με υπεράκτια αιολικά, οι καθαρές εξαγωγές το 2035 υπολογίζονται σε 1,34 TWh, έναντι 0,40 έως 0,76 TWh στα εναλλακτικά σενάρια. Η αξία του καθαρού εμπορικού ισοζυγίου φτάνει τα 207 εκατ. ευρώ, έναντι 25 έως 72 εκατ. ευρώ αντίστοιχα.
Παράλληλα, η αγοραία αξία της ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά και χερσαία αιολικά εμφανίζεται περίπου 14% υψηλότερη, καθώς περιορίζεται η συγκέντρωση παραγωγής στις ώρες χαμηλών τιμών. Σύμφωνα με τη μελέτη, αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 500 εκατ. ευρώ περισσότερα ετήσια έσοδα από την αγορά για την εγκατεστημένη φωτοβολταϊκή και χερσαία αιολική παραγωγή που προβλέπει το ΕΣΕΚ.
Οι επιφυλάξεις του ΥΠΕΝ για το κόστος και τη χρηματοδότηση
Παρά τα οικονομικά οφέλη που αποτυπώνει η μελέτη, η ανάπτυξη των υπεράκτιων αιολικών συνοδεύεται από σημαντικές προκλήσεις, κυρίως ως προς το κόστος των επενδύσεων και τη χρηματοδότησή τους. Στις δυσκολίες αυτές αναφέρθηκε την Πέμπτη ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Νίκος Τσάφος, μιλώντας στο 8ο Renewable & Storage Forum, αναγνωρίζοντας τις καθυστερήσεις στην ανάπτυξη της συγκεκριμένης τεχνολογίας και τις πιέσεις στο κόστος που δυσχεραίνουν τον σχεδιασμό των έργων.
Όπως επισήμανε, οι δημοσιονομικές απαιτήσεις που προκύπτουν από τους υφιστάμενους υπολογισμούς παραμένουν αρκετά υψηλές, με το υπουργείο να εξετάζει λύσεις για την καλύτερη κατανομή του επενδυτικού κινδύνου μεταξύ Δημοσίου και επενδυτών. Η παράμετρος αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την αξιολόγηση των προοπτικών των υπεράκτιων αιολικών, καθώς η εξοικονόμηση που καταγράφει η μελέτη αφορά το λειτουργικό κόστος του ηλεκτρικού συστήματος, χωρίς να συνυπολογίζει τις επενδυτικές δαπάνες.
Το κόστος κατασκευής παραμένει καθοριστικό
Η ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών απαιτεί σημαντικές επενδύσεις, τόσο για τις εγκαταστάσεις στη θάλασσα όσο και για τη σύνδεσή τους με το ηλεκτρικό δίκτυο.
Στην ανάλυση περιλαμβάνεται και η αξιολόγηση του κόστους στήριξης των υπεράκτιων αιολικών μέσω συμβάσεων επί διαφοράς (CfD). Όταν συνυπολογίζονται τα οφέλη από τον περιορισμό των περικοπών, τη μεγαλύτερη αξία της ανανεώσιμης παραγωγής και τη μικρότερη έκθεση σε ενεργειακές κρίσεις, η τιμή αναφοράς που εξισώνει το κόστος στήριξης με εκείνο εναλλακτικών επενδύσεων υπολογίζεται μεταξύ 123 και 160 ευρώ/MWh. Σε αυτό το πλαίσιο, η τελική οικονομική απόδοση θα εξαρτηθεί από το πραγματικό κόστος κατασκευής, τη χρηματοδότηση, τους όρους των διαγωνισμών και τις αναγκαίες επενδύσεις στο δίκτυο.
Για την ελληνική αγορά ηλεκτρισμού, η καλύτερη κατανομή της ανανεώσιμης παραγωγής στη διάρκεια της ημέρας μπορεί να περιορίσει την ανάγκη χρήσης φυσικού αερίου και να συμβάλει στη συγκράτηση του ενεργειακού κόστους τα επόμενα χρόνια.


