
Η σημερινή συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στον ΣΚΑΪ είχε ένα αναμφισβήτητο χαρακτηριστικό: ο πρώην πρωθυπουργός δεν επιχείρησε απλώς να παρουσιάσει τις θέσεις του. Επιχείρησε να επιβάλει το δίλημμα της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.
«Ή εμείς ή κανείς», είπε. Παράλληλα δήλωσε έτοιμος να κυβερνήσει ξανά, υποστήριξε ότι η δική του παράταξη είναι αυτή που μπορεί να νικήσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη και εκτίμησε ότι μπορεί να ανατρέψει τη σημερινή δημοσκοπική απόσταση. Εν πολλοίς υποστήριξε ότι τα υπόλοιπα κόμματα της Αντιπολίτευσης δεν είναι ικανά ή λίγα να μην πω άχρηστα.
Μόνο που εδώ αρχίζει το πρώτο πρόβλημα.
Η πολιτική αλλαγή δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως σχεδόν αποκλειστικό δικαίωμα ενός κόμματος ή ενός προσώπου. Και κυρίως δεν αρκεί να λες ότι είσαι ο μόνος που μπορεί να νικήσει τον αντίπαλό σου. Πρέπει να εξηγείς γιατί οι πολίτες πρέπει να επιστρέψουν σε σένα.
Ο Αλέξης Τσίπρας έχει ένα πλεονέκτημα και ένα μειονέκτημα ταυτόχρονα: έχει κυβερνήσει.
Άρα δεν είναι ένας καινούργιος πολιτικός που μπορεί να ζητήσει από την κοινωνία να κριθεί μόνο από τις προθέσεις του. Έχει παρελθόν, αποφάσεις, επιτυχίες, αποτυχίες και λάθη. Και όποιος επιστρέφει ζητώντας εκ νέου την εμπιστοσύνη των πολιτών οφείλει πρώτα να κάνει έναν καθαρό απολογισμό της προηγούμενης διακυβέρνησής του. Γιατί στη τελική η “Ιθάκη» δεν επαρκεί για να εξηγήσει όσα έχει κάνει.
Στη σημερινή συνέντευξη προτίμησε περισσότερο τη σύγκριση με το σήμερα. Υποστήριξε ότι η σημερινή κυβέρνηση λειτουργεί σε πολύ ευνοϊκότερες συνθήκες από εκείνες της περιόδου 2015-2019 και είπε ότι, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις στις οποίες αναφέρθηκε, οι πολίτες θεωρούν πως τότε «το πορτοφόλι ήταν πιο άνετο». Φυσικά ξέχασε να αναφερθεί στο γεγονός ότι επι των ημερών του έκλεισαν οι Τράπεζες. Κάτι το οποίο υπερασπίστηκε σε πρόσφατη συνέντευξη του στον Νίκο Χατζηνικολάου.
Είναι θεμιτή πολιτική επιχειρηματολογία. Δεν αντικαθιστά όμως τον απολογισμό.
Το δεύτερο ζήτημα αφορά την οικονομία.
Ο Τσίπρας εμφανίστηκε προσεκτικότερος από άλλες εποχές. Τόνισε ότι οι εξαγγελίες του πρέπει να είναι μετρήσιμες και κοστολογημένες και εξήγησε ότι γι’ αυτό δεν εξήγγειλε 13η σύνταξη και 13ο μισθό.
Αυτή ακριβώς η παραδοχή, όμως, γεννά ένα ενδιαφέρον ερώτημα: πρόκειται για ουσιαστική αλλαγή οικονομικής φιλοσοφίας ή για την ωριμότητα ενός πολιτικού που γνωρίζει πλέον πόσο απέχει η αντιπολιτευτική υπόσχεση από την κυβερνητική εφαρμογή;
Υπάρχει επίσης η «πατριωτική εισφορά». Ο κ. Τσίπρας μίλησε για το πλουσιότερο 1%, για περίπου 70 ισχυρές οικογένειες και για φορολόγηση του πλούτου μέσω ενός ολοκληρωμένου περιουσιολογίου.
Η συζήτηση για τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου είναι απολύτως νόμιμη και πολιτικά θεμιτή. Αλλά εδώ χρειάζονται αριθμοί και όχι συνθήματα: ποια ακριβώς περιουσία θα φορολογείται; Με ποια αποτίμηση; Ποια θα είναι η σχέση του νέου φόρου με τους ήδη υπάρχοντες; Πόσα χρήματα εκτιμάται ότι θα εισπράττονται; Και με ποιους μηχανισμούς θα αποτρέπεται η μεταφορά κεφαλαίων και φορολογικής κατοικίας;
Διαφορετικά, οι «70 οικογένειες» κινδυνεύουν να λειτουργήσουν περισσότερο ως πολιτικό σύμβολο παρά ως ολοκληρωμένη φορολογική πολιτική. Μόνο που το 1% του πληθυσμού το οποίο αποτελεί την πλουτοκρατία δεν είναι 70 οικογένειες αλλά 90.000
Το ίδιο ισχύει και για την ακρίβεια. Ο Τσίπρας πρότεινε, μεταξύ άλλων, μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα, ΦΠΑ 13%, πλαφόν στο περιθώριο κέρδους των διυλιστηρίων και φορολόγηση υπερκερδών. Αυτές είναι συγκεκριμένες προτάσεις και πρέπει να συζητηθούν συγκεκριμένα: πόσο κοστίζουν, πόσο μειώνουν την τιμή στην αντλία και ποια είναι η διάρκειά τους.
Υπάρχει τέλος και ένα καθαρά πολιτικό παράδοξο.
Ο Τσίπρας δηλώνει-ειρωνικά- ότι χαίρεται όταν ανεβαίνει το ΠΑΣΟΚ, αλλά ταυτόχρονα υποστηρίζει ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης είχε τρία χρόνια για να αποδείξει ότι μπορεί να νικήσει τον Μητσοτάκη και ότι «η βελόνα» δεν μετακινήθηκε.
Δηλαδή θέλει ισχυρότερο ΠΑΣΟΚ, αρκεί να μην είναι τόσο ισχυρό ώστε να αμφισβητήσει τη δική του πρωτοκαθεδρία στον χώρο.
Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως το ουσιαστικότερο πολιτικό μήνυμα της σημερινής συνέντευξης.
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν εμφανίστηκε απλώς ως αρχηγός ενός κόμματος της αντιπολίτευσης. Εμφανίστηκε ως ο άνθρωπος που διεκδικεί προσωπικά να γίνει ο ένας και μοναδικός αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Αυτό εξηγεί και το «ή εμείς ή κανείς».
Μόνο που στις δημοκρατίες υπάρχει πάντοτε και μια τρίτη λέξη.
Οι πολίτες.
Και αυτοί τελικά αποφασίζουν ποιος είναι ο αντίπαλος ποιανού — και κυρίως ποιος δικαιούται μια νέα ευκαιρία.

