Η πίεση που ασκούν οι τιμές της ενέργειας στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς επηρεάζει πλέον τον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι αξιολογούν την ενεργειακή πολιτική της ΕΕ. Η συγκράτηση του κόστους και η μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα στις προσδοκίες τους από την ενεργειακή μετάβαση, ενώ σημαντικό μέρος των νοικοκυριών δηλώνει ότι έχει ήδη περιορίσει βασικές δαπάνες για να ανταποκριθεί στους λογαριασμούς. Η μετατόπιση αυτή αποτυπώνεται στη νέα έρευνα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), η οποία δημοσιεύθηκε στις 5 Νοεμβρίου 2026 και βασίζεται σε απαντήσεις 23.000 πολιτών από τα 27 κράτη – μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα ευρήματα δείχνουν ότι η ενεργειακή μετάβαση συνδέεται όλο και περισσότερο, στη συνείδηση των πολιτών, με την οικονομική ασφάλεια και τη σταθερότητα των τιμών.
Η μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενο πετρέλαιο και φυσικό αέριο αναδεικνύεται σε μία από τις βασικές προσδοκίες των Ευρωπαίων από την ενεργειακή μετάβαση, συγκεντρώνοντας ποσοστό 82%. Ακολουθεί η προοπτική σταθερότερων ή χαμηλότερων τιμών ενέργειας με 79%, ενώ το 76% αναγνωρίζει ως σημαντικό όφελος την επιβράδυνση της κλιματικής αλλαγής.
Πίσω από αυτές τις απαντήσεις βρίσκονται οι οικονομικές πιέσεις που καταγράφονται στην καθημερινότητα των νοικοκυριών.
Πώς επηρεάζει η ενεργειακή ακρίβεια τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς
Έξι στους δέκα Ευρωπαίους δηλώνουν ότι οι αυξήσεις στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, του φυσικού αερίου, των καυσίμων και του πετρελαίου θέρμανσης έχουν περιορίσει σημαντικά την αγοραστική τους δύναμη κατά τους τελευταίους δώδεκα μήνες. Για έναν στους πέντε, η επιβάρυνση χαρακτηρίζεται πολύ σημαντική. Το 38% αναφέρει ότι περιόρισε δαπάνες για τρόφιμα ή υγεία προκειμένου να ανταποκριθεί στο αυξημένο ενεργειακό κόστος. Το 34% μείωσε τη θέρμανση, ενώ το 16% χρειάστηκε να δανειστεί, να ζητήσει οικονομική βοήθεια ή να καθυστερήσει την πληρωμή ενεργειακού λογαριασμού. Οι περικοπές επεκτείνονται και στις μετακινήσεις. Το 31% των ερωτηθέντων περιόρισε διαδρομές για βασικές ανάγκες, όπως αγορές και ιατρικά ραντεβού, ενώ το 30% ακύρωσε ταξίδια, εκδρομές ή επισκέψεις σε συγγενείς και φίλους. Περίπου ένας στους πέντε οδηγεί πλέον πιο αργά για να εξοικονομεί καύσιμα, με αντίστοιχο ποσοστό να έχει αντικαταστήσει ορισμένες διαδρομές με δημόσιες συγκοινωνίες, συνεπιβατισμό ή ποδήλατο.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι αυξήσεις στην ενέργεια επηρεάζουν ευρύτερα την κατανάλωση, καθώς τα νοικοκυριά ανακατανέμουν τις δαπάνες τους για να καλύψουν τις ανάγκες ηλεκτροδότησης, θέρμανσης και μετακίνησης.
Η ενεργειακή ασφάλεια προηγείται της κλιματικής αλλαγής
Η σύγκριση με την αντίστοιχη έρευνα του 2022 δείχνει πώς έχει μεταβληθεί η κατάταξη των αναμενόμενων ωφελειών της ενεργειακής μετάβασης. Το 2022, η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής αποτελούσε το συχνότερα αναφερόμενο όφελος σε 19 κράτη – μέλη. Στη φετινή έρευνα, η μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα βρίσκεται στην πρώτη θέση σε 16 χώρες και η συγκράτηση των τιμών σε οκτώ. Η κλιματική διάσταση διατηρεί την πρώτη θέση σε τρεις χώρες.
Η ανησυχία για το ενεργειακό κόστος αποτυπώνεται και στις εκτιμήσεις για τα επόμενα χρόνια. Το 79% θεωρεί ότι μια καθυστέρηση στην ενεργειακή μετάβαση θα μπορούσε να οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε υψηλότερες τιμές ενέργειας και αυξημένο κόστος ζωής. Φυσικά, πρόκειται για τις προσδοκίες των πολιτών και όχι για πρόβλεψη της ΕΤΕπ σχετικά με την εξέλιξη των τιμών. Η πραγματική επίδραση της ενεργειακής μετάβασης στους λογαριασμούς εξαρτάται από παράγοντες όπως το κόστος των επενδύσεων, η ανάπτυξη των δικτύων, η αποθήκευση ενέργειας και η λειτουργία της αγοράς ηλεκτρισμού.
Οι ΑΠΕ στις ενεργειακές επιλογές των Ευρωπαίων – Ποια τεχνολογία προηγείται
Η υποστήριξη προς τις τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών παραμένει υψηλή. Το 87% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι πρέπει να αποτελούν προτεραιότητα της ενεργειακής πολιτικής. Η ηλιακή ενέργεια συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ποσοστό προτιμήσεων, με 52%, και ακολουθεί η αιολική με 37% ενώ η πυρηνική ενέργεια συγκεντρώνει 19%.
Για την ευρωπαϊκή αγορά, η ανάπτυξη των ΑΠΕ συνδέεται με δύο παράλληλες ανάγκες: την αύξηση της εγχώριας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και την ενίσχυση των υποδομών που απαιτούνται για την αξιοποίησή της. Η επέκταση των δικτύων, οι επενδύσεις στην αποθήκευση και η ευελιξία του ηλεκτρικού συστήματος θα επηρεάσουν το κατά πόσο η μεγαλύτερη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών μπορεί να μεταφραστεί σε σταθερότερες τιμές για τους τελικούς καταναλωτές.
Το δίλημμα για την ευρωπαϊκή βιομηχανία καθαρών τεχνολογιών
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα αφορά την προέλευση του εξοπλισμού που θα χρησιμοποιηθεί για την ενεργειακή μετάβαση. Το 55% των Ευρωπαίων προτιμά η ΕΕ να αναπτύξει δική της ανταγωνιστική βιομηχανία καθαρών τεχνολογιών, ακόμη και εάν αυτό συνεπάγεται βραδύτερη πρόοδο, αντί να βασιστεί στην ταχύτερη εισαγωγή εξοπλισμού από τρίτες χώρες. Η συγκεκριμένη επιλογή συγκεντρώνει πλειοψηφική υποστήριξη και στα 27 κράτη – μέλη. Το εύρημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική, καθώς η ανάπτυξη φωτοβολταϊκών, ανεμογεννητριών, μπαταριών και άλλων τεχνολογιών απαιτεί μεγάλες ποσότητες εξοπλισμού και πρώτων υλών. Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγής θα μπορούσε να περιορίσει ορισμένες εξαρτήσεις από τρίτες χώρες, προϋποθέτει όμως ανταγωνιστικές επενδύσεις, επαρκή παραγωγική δυναμικότητα και πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες.
Στο ζήτημα της χρηματοδότησης, το 59% των ερωτηθέντων τάσσεται υπέρ της συγκέντρωσης ευρωπαϊκών πόρων για κοινές επενδύσεις στην ενεργειακή μετάβαση, έναντι 31% που προτιμά κάθε κράτος – μέλος να χρηματοδοτεί αυτόνομα τις σχετικές παρεμβάσεις.
Η ΕΤΕπ αναφέρει ότι η ετήσια χρηματοδότησή της στον ενεργειακό τομέα έχει διπλασιαστεί από το 2022, φτάνοντας τα 33 δισ. ευρώ το 2025.
Στην Ελλάδα, η πίεση από τις ανατιμήσεις στην ενέργεια είναι αισθητά μεγαλύτερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με το 78% των ερωτηθέντων να δηλώνει σημαντική μείωση της αγοραστικής του δύναμης, έναντι 60% στην ΕΕ. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά στις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά, καθώς το 33% των Ελλήνων χρειάστηκε να δανειστεί, να ζητήσει οικονομική βοήθεια ή να καθυστερήσει την πληρωμή ενεργειακού λογαριασμού, έναντι 16% στην ΕΕ. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των 27 κρατών-μελών.


