Πολιτικός και διπλωματικός σεισμός προκαλεί η αποπομπή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, ύστερα από τις αποκαλύψεις αμερικανικών μέσων ενημέρωσης για φερόμενες αμφιλεγόμενες οικονομικές συναλλαγές και υποσχέσεις πρόσβασης σε υψηλόβαθμους αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ.
Ο Λευκός Οίκος ζήτησε επισήμως την παραίτησή της την Τρίτη 13 Οκτωβρίου, με την ίδια να ανακοινώνει την αποχώρησή της, αρνούμενη κατηγορηματικά τις καταγγελίες. Η υπόθεση, όμως, δεν κλείνει με την έξοδό της από την πρεσβεία. Αντιθέτως, δημιουργεί νέα ερωτήματα για την έκταση των αποκαλύψεων, τον ενδεχόμενο θεσμικό έλεγχο στην Ουάσιγκτον και το διπλωματικό κενό που αφήνει η αποχώρησή της στην Αθήνα.
Το ηχηρό «άδειασμα» από τον Τραμπ
Όπως αναφέρει το Newpost ακόμη μεγαλύτερη πολιτική σημασία αποκτά η δημόσια τοποθέτηση του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος επέλεξε να κρατήσει σαφείς αποστάσεις από την άλλοτε στενή συνεργάτιδά του και πρώην σύντροφο του γιου του. «Δεν ήταν μέλος της οικογένειάς μου. Έβγαινε για ένα διάστημα με τον γιο μου», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος, επιχειρώντας να περιορίσει τις εντυπώσεις για τους οικογενειακούς δεσμούς που τους συνέδεαν.
Και πρόσθεσε: «Έκανε καλή δουλειά στην Ελλάδα, αλλά δεν μας άρεσαν όσα διαβάζαμε». Πρόκειται για μια αποστροφή με ιδιαίτερο πολιτικό βάρος. Ο πρόεδρος που την επέλεξε για την εκπροσώπηση των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ελλάδα εμφανίζεται πλέον να αποστασιοποιείται από αυτήν, ενώ η απόφαση του Λευκού Οίκου δείχνει ότι το πολιτικό κόστος της παραμονής της κρίθηκε μεγαλύτερο από εκείνο της απομάκρυνσής της.
Τα 100.000 δολάρια και τα μηνύματα που άναψαν τη φωτιά
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρίσκονται δημοσιεύματα της Wall Street Journal για μηνύματα που φέρεται να είχε ανταλλάξει η Γκίλφοϊλ με τον δωρητή του Τραμπ, Έρικ Ντίτερς.
Σύμφωνα με το αμερικανικό δημοσίευμα, η τότε υποψήφια πρέσβης φέρεται να ζήτησε 100.000 δολάρια για την εξόφληση προσωπικού λογαριασμού της American Express, την περίοδο πριν από την ακρόασή της στη Γερουσία.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι απλώς το χρηματικό ποσό. Είναι οι αναφορές ότι ο δωρητής επιδίωκε πρόσβαση σε πρόσωπα της αμερικανικής κυβέρνησης και ότι ενδέχεται να υπήρξε σύνδεση ανάμεσα στα οικονομικά αιτήματα και στην υπόσχεση διευκόλυνσης τέτοιων επαφών.
Η πλευρά της Γκίλφοϊλ απορρίπτει αυτή την ερμηνεία. Οι δικηγόροι της υποστηρίζουν ότι επρόκειτο για οφειλές περίπου 150.000 δολαρίων από παλαιότερες ομιλίες και συμβουλευτικές υπηρεσίες, πριν από τον διορισμό της.
Οι καταγγελίες παραμένουν καταγγελίες και δεν συνιστούν δικαστικά διαπιστωμένη ενοχή. Ωστόσο, έχουν ήδη προκαλέσει το βαρύτερο πολιτικό αποτέλεσμα: την απομάκρυνσή της από το διπλωματικό αξίωμα.
Η έρευνα στην Αμερική και το ενδεχόμενο κατάθεσης στο Κογκρέσο
Η παραίτηση της Γκίλφοϊλ δεν σημαίνει ότι τελειώνει και η υπόθεση. Σύμφωνα με αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, το Γραφείο Γενικού Επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ εξετάζει καταγγελίες για τη συμπεριφορά της και για ενδεχόμενη αποδοχή δώρων ή άλλων διευκολύνσεων από επιχειρηματίες.
Παράλληλα, το ζήτημα έχει αποκτήσει κοινοβουλευτική διάσταση. Ο Δημοκρατικός βουλευτής Γκρέγκορι Μικς ζήτησε έρευνα και κατάθεση της Γκίλφοϊλ ενώπιον μελών της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, ακόμη και ενόρκως.
Στην ίδια κατεύθυνση, η γερουσιαστής Τζιν Σαχίν έχει ζητήσει εξηγήσεις από τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.
Επομένως, η Γκίλφοϊλ ενδέχεται να κληθεί να δώσει απαντήσεις στο Κογκρέσο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι έχει ήδη αποφασιστεί επίσημη ακρόαση ή ότι έχει ασκηθεί ποινική δίωξη.
Oι καταγγελίες για πολιτικές παρεμβάσεις
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Αθήνα παρουσιάζει και μια δεύτερη πτυχή της υπόθεσης.
Στα αιτήματα διερεύνησης από το αμερικανικό Κογκρέσο περιλαμβάνονται καταγγελίες ότι η Γκίλφοϊλ ενδέχεται να αξιοποίησε τη διπλωματική της θέση για την προώθηση ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων, μεταξύ άλλων ελληνικής εταιρείας που δραστηριοποιείται στις κατασκευές και στην ενέργεια.
Ακόμη σοβαρότερες είναι οι αναφορές της Wall Street Journal, που επικαλούνται οι Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο, για φερόμενες δηλώσεις της σχετικά με τη δυνατότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να επηρεάζουν πολιτικές εξελίξεις και κυβερνήσεις άλλων χωρών, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας.
Πρόκειται για καταγγελίες που δεν έχουν αποδειχθεί, αλλά εγείρουν κρίσιμα ζητήματα σχετικά με τα όρια της διπλωματικής δραστηριότητας, τις σχέσεις πολιτικής εξουσίας και επιχειρηματικών συμφερόντων και τον σεβασμό της εθνικής κυριαρχίας.
Η Αθήνα χωρίς πρέσβη σε μια κρίσιμη συγκυρία
Η αποχώρηση της Γκίλφοϊλ έρχεται μόλις λίγες ημέρες μετά την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα και τις επαφές του με την ελληνική πολιτική ηγεσία.
Σε μια περίοδο κατά την οποία στην ελληνοαμερικανική ατζέντα βρίσκονται η ενέργεια, η αμυντική συνεργασία, οι γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και οι εξελίξεις στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Ευρώπη, η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με την αποχώρηση της επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής.
Η πρεσβεία θα συνεχίσει βεβαίως να λειτουργεί, με προσωρινή διπλωματική εκπροσώπηση έως τον ορισμό νέου πρέσβη. Ωστόσο, η διαδικασία επιλογής και επικύρωσης νέου προσώπου μπορεί να απαιτήσει χρόνο.
Και εδώ ανακύπτει το πολιτικό ερώτημα, πόσο επηρεάζει την Αθήνα η αιφνίδια απομάκρυνση ενός προσώπου που είχε παρουσιαστεί ως απευθείας δίαυλος επικοινωνίας με το στενό περιβάλλον του Ντόναλντ Τραμπ;
Η αποχώρηση δεν κλείνει το σκάνδαλο
Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, στην ανακοίνωσή της, δηλώνει αποφασισμένη να υπερασπιστεί τη φήμη της και επιμένει στην αφοσίωσή της στον Ντόναλντ Τραμπ και στο πολιτικό κίνημα που εκπροσωπεί.
Όμως, ο ίδιος ο Τραμπ έχει ήδη επιλέξει να κλείσει το πολιτικό κεφάλαιο της παρουσίας της στην Ελλάδα.
Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Γκίλφοϊλ θα παραμείνει πρέσβης. Αυτό έχει απαντηθεί. Το ερώτημα είναι αν οι αμερικανικές έρευνες θα αποκαλύψουν στοιχεία που θα οδηγήσουν σε περαιτέρω θεσμικές ή δικαστικές διαδικασίες και αν η υπόθεση θα αποκτήσει και ελληνικές προεκτάσεις.
Γιατί η παραίτηση μπορεί να κλείνει μια διπλωματική θητεία, αλλά δεν κλείνει αυτομάτως τους λογαριασμούς με την αμερικανική Δικαιοσύνη και το Κογκρέσο.
Και για την Αθήνα υπάρχει ένα επιπλέον, εξίσου σημαντικό ζήτημα: σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη γεωπολιτική συγκυρία, η Ελλάδα χάνει την πρέσβη που υποτίθεται ότι διέθετε προνομιακή πρόσβαση στον Λευκό Οίκο, την ώρα που ο ίδιος ο ένοικος του Λευκού Οίκου σπεύδει να αποστασιοποιηθεί από εκείνη.


