Η παραπομπή του Χρήστου Τριαντόπουλου, του Κώστα Αγοραστού και ακόμη τριών προσώπων στο Ειδικό Δικαστήριο δεν αποτελεί καταδίκη και δεν προδικάζει την τελική δικαστική κρίση. Αλλάζει, όμως, αντικειμενικά ένα βασικό δεδομένο στην πολιτική συζήτηση για τα Τέμπη, το ζήτημα της αλλοίωσης του χώρου της τραγωδίας δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως μια ανυπόστατη πολιτική καταγγελία ή ως μια «θεωρία» που στερείται δικαστικού αντικειμένου.
Το αμετάκλητο βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου ανοίγει τον δρόμο για τη δίκη του πρώην υφυπουργού Χρήστου Τριαντόπουλου για παράβαση καθήκοντος, μαζί με τον τότε περιφερειάρχη Θεσσαλίας Κώστα Αγοραστό και άλλα τρία μη πολιτικά πρόσωπα. Η κατηγορία συνδέεται με τους χειρισμούς και τις παρεμβάσεις στον χώρο της σιδηροδρομικής τραγωδίας μετά τη σύγκρουση των δύο αμαξοστοιχιών.
Από την πολιτική απαξίωση στη δικαστική διερεύνηση
Και εδώ βρίσκεται πλέον το πολιτικό πρόβλημα για την κυβέρνηση. Στις 27 Μαρτίου 2024, από το βήμα της Βουλής, ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης είχε δηλώσει ότι όσοι μιλούσαν για «μπαζώματα» στα Τέμπη ήταν «για τα μπάζα». Είχε υποστηρίξει επίσης ότι δεν είχε πέσει τσιμέντο στον χώρο και ότι χώματα και χαλίκια χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία πρόσβασης στα σωστικά συνεργεία.
Δυόμισι χρόνια αργότερα, όμως, ένα Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου αποφασίζει ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις ώστε πέντε κατηγορούμενοι να παραπεμφθούν σε δίκη για υπόθεση που αφορά ακριβώς τις παρεμβάσεις και την αλλοίωση του χώρου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ενόχους τους κατηγορουμένους. Σημαίνει όμως ότι το ζήτημα δεν μπορεί πλέον να απορρίπτεται πολιτικά με έναν αφορισμό.
Τι εξετάζουν οι δικαστικές αρχές
Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά για την εισαγγελική πρόταση που προηγήθηκε του βουλεύματος, εξετάστηκαν εργασίες στον χώρο, μεταξύ των οποίων επίστρωση με χαλίκι και κάλυψη τμήματος του εδάφους πριν ολοκληρωθούν οι απαιτούμενες έρευνες. Κατά την εισαγγελική εισήγηση, οι παρεμβάσεις αυτές έγιναν χωρίς προηγούμενη έγκριση των αρμόδιων δικαστικών και ανακριτικών αρχών. Ακριβώς γι’ αυτό η πολιτική συζήτηση αλλάζει επίπεδο.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον εάν η λέξη «μπάζωμα» ήταν πολιτικά υπερβολική, επικοινωνιακά φορτισμένη ή χρησιμοποιήθηκε από την αντιπολίτευση. Το ερώτημα είναι τι ακριβώς συνέβη στον τόπο του δυστυχήματος, ποιος αποφάσισε τις παρεμβάσεις, με ποια αρμοδιότητα έγιναν και εάν υπήρχε ή όχι η απαιτούμενη έγκριση των ανακριτικών αρχών. Αυτά ακριβώς θα κληθεί να κρίνει το δικαστήριο.
Η λέξη που έγινε πολιτικό μπούμερανγκ
Η κυβέρνηση είχε για μεγάλο χρονικό διάστημα επιχειρήσει να διαχωρίσει τις αναγκαίες εργασίες αποκατάστασης και πρόσβασης στον χώρο από την καταγγελία περί «μπαζώματος». Αυτό ήταν και το βασικό επιχείρημα απέναντι στην αντιπολίτευση και στους συγγενείς που υποστήριζαν ότι ο τόπος είχε αλλοιωθεί προτού ολοκληρωθεί η συλλογή κρίσιμων στοιχείων.
Μετά την παραπομπή, όμως, αυτή η γραμμή χρειάζεται νέα εξήγηση. Πολύ περισσότερο επειδή δεν πρόκειται απλώς για μια εισαγγελική καταγγελία ή για την πρόταση ενός κόμματος. Το βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου είναι αμετάκλητο και οδηγεί την υπόθεση στο Ειδικό Δικαστήριο.
Η φράση επομένως «όποιος μιλά για μπάζωμα είναι για τα μπάζα» επιστρέφει σήμερα ως πολιτικό μπούμερανγκ.
Δεν κρίθηκε η ενοχή, κρίθηκε ότι η υπόθεση πρέπει να δικαστεί
Εδώ χρειάζεται μια κρίσιμη διάκριση. Η παραπομπή δεν αποδεικνύει ενοχή. Ο Χρήστος Τριαντόπουλος δηλώνει ότι προτεραιότητά του είναι η επιβεβαίωση της αθωότητάς του και ανακοίνωσε ότι αποσύρεται από το ψηφοδέλτιο της Νέας Δημοκρατίας.
Όμως το επίσης σαφές είναι ότι οι δικαστές δεν έστειλαν την υπόθεση στο αρχείο. Μετά την εξέταση του υλικού έκριναν ότι πρέπει να υπάρξει δίκη για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος. Και αυτό έχει ανεξάρτητη πολιτική σημασία.
Διότι άλλο είναι να λέει μια κυβέρνηση ότι δεν αποδέχεται την ερμηνεία της αντιπολίτευσης και άλλο να παρουσιάζει συνολικά το ζήτημα ως ανύπαρκτο ή περίπου ως αποκύημα φαντασίας.
Το επόμενο ερώτημα: Ποιος αποφάσισε;
Από εδώ και πέρα το ενδιαφέρον μεταφέρεται και σε ένα δεύτερο επίπεδο: στην αλυσίδα των αποφάσεων. Ποιος ζήτησε να γίνουν οι συγκεκριμένες εργασίες; Ποιος είχε την επιχειρησιακή ευθύνη; Ποιος έδωσε την πολιτική κατεύθυνση; Ποιοι γνώριζαν ότι ο χώρος αποτελούσε αντικείμενο ποινικής διερεύνησης; Υπήρξε συνεννόηση με τις δικαστικές αρχές; Και εάν όχι, γιατί έγιναν τόσο εκτεταμένες παρεμβάσεις πριν ολοκληρωθούν όλες οι απαιτούμενες έρευνες;
Αυτά είναι πλέον τα κρίσιμα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν με στοιχεία και όχι με συνθήματα.
Τώρα χρειάζονται απαντήσεις και για τις παλιές δηλώσεις
Υπάρχει όμως και μια καθαρά πολιτική εκκρεμότητα. Όσοι στο παρελθόν απαξίωσαν συνολικά τη συζήτηση περί αλλοίωσης του χώρου καλούνται τώρα να τοποθετηθούν απέναντι σε μια συγκεκριμένη δικαστική εξέλιξη.
Όχι για να προκαταλάβουν τη δίκη. Ακριβώς το αντίθετο. Για να εξηγήσουν εάν εξακολουθούν να θεωρούν ότι δεν υπήρχε θέμα προς διερεύνηση, όταν το ίδιο το Δικαστικό Συμβούλιο έκρινε ότι η υπόθεση πρέπει να φτάσει στο ακροατήριο.
Γιατί από σήμερα η συζήτηση για τα Τέμπη έχει μία σημαντική διαφορά. Το «μπάζωμα» δεν είναι απλώς μια λέξη της πολιτικής αντιπαράθεσης. Είναι πλέον μέρος μιας υπόθεσης που θα κριθεί στο Ειδικό Δικαστήριο.


