Τα μηνύματα Ρούμπιο από την Αθήνα: «Δεν θα επιτρέπαμε ποτέ μια ελληνοτουρκική σύγκρουση»

Σαφή μηνύματα προς την Αθήνα και την Άγκυρα, με επίκεντρο την αποτροπή μιας ελληνοτουρκικής κρίσης, την ενεργειακή διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου και το μέλλον των εξοπλιστικών προγραμμάτων, στέλνει ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, σε συνέντευξη που παραχώρησε στην «Καθημερινή» και στον Αλέξη Παπαχελά, κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα.

Ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας χαρακτηρίζει «αδιανόητο» το ενδεχόμενο στρατιωτικής σύγκρουσης Ελλάδας και Τουρκίας, υπογραμμίζοντας ότι η Ουάσιγκτον δεν θα μπορούσε να επιτρέψει μια τέτοια εξέλιξη ανάμεσα σε δύο συμμάχους του ΝΑΤΟ.

Παράλληλα, αποκαλύπτει την πρόθεση των Ηνωμένων Πολιτειών να αξιοποιήσουν τις διπλωματικές τους επαφές για την αντιμετώπιση των εμποδίων που συναντά το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στις παρασκηνιακές συνομιλίες με τις εμπλεκόμενες πλευρές.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι τοποθετήσεις του για την πιθανή απόκτηση αμερικανικών μαχητικών F-35 από την Τουρκία. Ο Ρούμπιο επιβεβαιώνει την επιθυμία του Ντόναλντ Τραμπ να προχωρήσει η παράδοσή τους, ξεκαθαρίζει όμως ότι η αμερικανική νομοθεσία εξακολουθεί να απαγορεύει τη μεταβίβαση όσο παραμένει άλυτο το ζήτημα των ρωσικών πυραυλικών συστημάτων S-400.

Στη συνέντευξη αναφέρεται επίσης στο ελληνικό αίτημα για προηγμένα οπλικά συστήματα των F-35, στις σχέσεις Αθήνας – Ισραήλ, στον πόλεμο με το Ιράν και στην επικίνδυνη προοπτική περαιτέρω κλιμάκωσης της σύγκρουσης στην Ουκρανία.

Ελληνοτουρκικά: «Αδιανόητο» να συγκρουστούν δύο σύμμαχοι του ΝΑΤΟ

Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της συνέντευξης αφορά τη στάση που θα κρατούσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες απέναντι σε μια σοβαρή ελληνοτουρκική κρίση, είτε στο Αιγαίο είτε στην Κύπρο.

Ο Μάρκο Ρούμπιο εμφανίζεται κατηγορηματικός ως προς την ανάγκη αποτροπής μιας στρατιωτικής αναμέτρησης, θεωρώντας ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα έπληττε τα συμφέροντα και των τριών χωρών.

«Για εμένα θα ήταν αδιανόητο να συμβεί κάτι τέτοιο. Πρόκειται για δύο συμμάχους και εταίρους στο ΝΑΤΟ, οπότε απλώς δεν μπορεί να συμβεί. Δεν θα ήταν καλό για κανέναν – ούτε για την Τουρκία ούτε για την Ελλάδα, αλλά ούτε και για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα έλεγα ότι είναι κάτι αδιανόητο για εμένα, κάτι που δεν θα μπορούσαμε ποτέ να επιτρέψουμε να συμβεί και που δεν πιστεύω ότι θα συμβεί».

Η τοποθέτηση αυτή αποτυπώνει την πρόθεση της Ουάσιγκτον να αποτρέψει μια επικίνδυνη κλιμάκωση, χωρίς ωστόσο να περιλαμβάνει συγκεκριμένη δέσμευση για τον τρόπο με τον οποίο οι ΗΠΑ θα παρενέβαιναν σε μια ενδεχόμενη κρίση.

ΗΠΑ και Τουρκία: Το παρασκήνιο της διπλωματίας και ο ρόλος του Ερντογάν

Ερωτηθείς για την προσωπική σχέση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και το ενδεχόμενο αμερικανικής διαμεσολάβησης, ο Ρούμπιο επιλέγει να μην αποκαλύψει λεπτομέρειες για τις επαφές της Ουάσιγκτον με την Άγκυρα.

Επιβεβαιώνει, ωστόσο, ότι οι αμερικανοτουρκικές συνομιλίες είναι συνεχείς και ότι η αμερικανική κυβέρνηση έχει επενδύσει στη σχέση της με την Τουρκία.

«Αποφεύγω πάντοτε να συζητώ ευαίσθητα θέματα στα μέσα ενημέρωσης, επειδή αυτό δυσκολεύει την επίλυσή τους», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι η Τουρκία αποτελεί μέλος του ΝΑΤΟ και έχει αναλάβει στο παρελθόν διπλωματικές πρωτοβουλίες, μεταξύ άλλων φιλοξενώντας συνομιλίες Ρωσίας και Ουκρανίας.

Κατά τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, οι δημόσιες τοποθετήσεις δεν αποτελούν πάντοτε τον αποτελεσματικότερο δρόμο για την αντιμετώπιση σύνθετων διεθνών προβλημάτων. Αντίθετα, δίνει προτεραιότητα στις απευθείας, διακριτικές συνομιλίες.

Καλώδιο Ελλάδας – Κύπρου: Διπλωματική κινητοποίηση των ΗΠΑ για τα εμπόδια

Ξεχωριστή θέση στη συνέντευξη καταλαμβάνει το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, γνωστό ως Great Sea Interconnector (GSI), το οποίο αντιμετωπίζει γεωπολιτικές δυσκολίες.

Ο Ρούμπιο συνδέει την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών με τη γενικότερη στρατηγική διαφοροποίησης των ενεργειακών πηγών και των διαδρομών εφοδιασμού.

Επικαλείται τον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας, τις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ και την αστάθεια στην Ερυθρά Θάλασσα, για να εξηγήσει γιατί η ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί κεντρική προτεραιότητα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

«Χρειαζόμαστε ποικιλομορφία στις αλυσίδες εφοδιασμού. Αυτή είναι μια πολύ σημαντική προτεραιότητα για εμάς και ένα ακόμη παράδειγμα του πώς τα συμφέροντα των ΗΠΑ και της Ελλάδας αλληλεπικαλύπτονται». Αναγνωρίζει ότι υπάρχουν εμπόδια στην υλοποίηση του έργου, χωρίς να κατονομάζει συγκεκριμένα την Τουρκία ως υπεύθυνη για αυτά.

Η Ουάσιγκτον, πάντως, εμφανίζεται αποφασισμένη να αναλάβει διπλωματικές πρωτοβουλίες.

«Σκοπεύουμε να χρησιμοποιήσουμε τις διπλωματικές μας προσπάθειες για να υπενθυμίσουμε σε όλα τα μέρη πόσο σημαντικό είναι αυτό για εμάς και γιατί είναι σημαντικό. Και ελπίζω να βρούμε λύσεις».

Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών διευκρινίζει ότι τέτοιου είδους διαφορές αντιμετωπίζονται αποτελεσματικότερα μακριά από τη δημοσιότητα, αφήνοντας να διαφανεί ότι η αμερικανική παρέμβαση θα κινηθεί κυρίως στο πεδίο των διακριτικών διπλωματικών επαφών.

Τουρκικά F-35: Τι θέλει ο Τραμπ και γιατί οι S-400 παραμένουν εμπόδιο

Στο ζήτημα της πιθανής επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, ο Μάρκο Ρούμπιο διαχωρίζει την πολιτική επιθυμία της αμερικανικής προεδρίας από τους νομικούς περιορισμούς που παραμένουν σε ισχύ.

Όπως εξηγεί, ο Ντόναλντ Τραμπ επιθυμεί, εφόσον καταστεί εφικτό, να παραδοθούν στην Τουρκία τα μαχητικά για τα οποία έχει ήδη καταβάλει χρήματα.

Ωστόσο, η απόφαση δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον Λευκό Οίκο.

Η αμερικανική νομοθεσία, και ειδικότερα οι σχετικές διατάξεις του NDAA, θέτει αυστηρές προϋποθέσεις, με βασικό εμπόδιο την κατοχή των ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων S-400 από την Άγκυρα.

«Το ζήτημα περιστρέφεται γύρω από το σύστημα των S-400. Επομένως, προς το παρόν, το θέμα δεν μπορεί να επιλυθεί και, νομικά, δεν είναι δυνατή η μεταβίβαση μέχρι να διευθετηθεί το ζήτημα αυτό».

Ο Ρούμπιο επισημαίνει ότι η τουρκική πλευρά γνωρίζει τους περιορισμούς και εκτιμά ότι αναζητεί τρόπους επίλυσης του προβλήματος.

Δεν αποκλείει μια μελλοντική συμφωνία, ξεκαθαρίζει όμως ότι στην παρούσα φάση δεν έχει υπάρξει λύση που να επιτρέπει την παράδοση των αεροσκαφών.

Τα ελληνικά F-35 και το αίτημα για προηγμένα οπλικά συστήματα

Η συνέντευξη αποκαλύπτει και μια σημαντική πτυχή της ελληνοαμερικανικής αμυντικής συνεργασίας.

Η Ελλάδα έχει ζητήσει να αποκτήσει συγκεκριμένα προηγμένα οπλικά συστήματα για τα F-35 που πρόκειται να παραλάβει, ορισμένα από τα οποία είναι αντίστοιχα με εκείνα που προμηθεύεται το Ισραήλ.

Ο επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιβεβαιώνει ότι το ελληνικό αίτημα βρίσκεται υπό σοβαρή εξέταση, χωρίς όμως να ανακοινώνει απόφαση.

«Δεν υπάρχει επίσημη απάντηση. Το θέμα εξετάζεται πολύ σοβαρά· προφανώς, μια χώρα όπως η Ελλάδα αποτελεί σημαντικό σύμμαχό μας στον τομέα της άμυνας».

Ο Ρούμπιο αναγνωρίζει τον υψηλό βαθμό στρατιωτικής συνεργασίας και διαλειτουργικότητας ανάμεσα στις δύο χώρες, ενώ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη στάση που έχει κρατήσει η Αθήνα σε περιόδους κατά τις οποίες απειλήθηκαν αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή.

Η τελική απόφαση θα προκύψει μέσα από διυπηρεσιακή διαδικασία και θα ληφθεί από τον πρόεδρο Τραμπ, αφού εξεταστούν και οι εισηγήσεις του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας.

Ελλάδα και Ισραήλ: Πώς βλέπει η Ουάσιγκτον τη στρατιωτική συνεργασία

Θετική είναι η αποτίμηση του Μάρκο Ρούμπιο για την ενίσχυση των αμυντικών σχέσεων Ελλάδας και Ισραήλ. Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών θεωρεί ότι η Αθήνα μπορεί να διατηρεί στενούς δεσμούς με το Ισραήλ, παράλληλα με τις σχέσεις της με άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής.

Η συγκεκριμένη ισορροπία, όπως επισημαίνει, αποτελεί διαρκή πρόκληση και για την αμερικανική διπλωματία.

Στις δηλώσεις του αναφέρεται επίσης στην τρίτη επέτειο της τρομοκρατικής επίθεσης της Χαμάς κατά του Ισραήλ, στις 7 Οκτωβρίου 2023, υπογραμμίζοντας ότι οι συνέπειές της ξεπέρασαν τα σύνορα της χώρας.

Για την Ελλάδα εκτιμά ότι επιδιώκει έναν αντίστοιχο διπλωματικό ρόλο με εκείνον των Ηνωμένων Πολιτειών, διατηρώντας ισχυρή συνεργασία με το Ισραήλ, αλλά και επαφές με άλλους περιφερειακούς παράγοντες.

Ιράν: Η προειδοποίηση Ρούμπιο για τα πυρηνικά και την οικονομική πίεση

Ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα χρησιμοποιεί ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών απέναντι στην Τεχεράνη, καθιστώντας σαφές ότι η αποτροπή απόκτησης πυρηνικών όπλων αποτελεί αδιαπραγμάτευτο στόχο της κυβέρνησης Τραμπ.

«Ο τελικός στόχος είναι να μην αποκτήσουν πυρηνικό όπλο. Δεν πρέπει ποτέ να αποκτήσουν πυρηνικό οπλοστάσιο. Αυτό ήταν σαφές από την αρχή».

Σύμφωνα με τον Ρούμπιο, το Ιράν επιδίωκε να δημιουργήσει ένα εκτεταμένο οπλοστάσιο πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών, το οποίο θα λειτουργούσε ως προστατευτική ασπίδα για την ανάπτυξη του πυρηνικού του προγράμματος.

Ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν προκαλέσει σοβαρά πλήγματα στις ιρανικές στρατιωτικές δυνατότητες.

Παράλληλα, παρουσιάζει μια εικόνα αυξανόμενης οικονομικής πίεσης προς την Τεχεράνη, εκτιμώντας ότι οι επιπτώσεις θα γίνουν εντονότερες τις επόμενες εβδομάδες.

Κατά τους ισχυρισμούς του, η διακίνηση πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ έχει επανέλθει περίπου στο 80% των επιπέδων πριν από τη σύγκρουση, ενώ η περαιτέρω συρρίκνωση των ιρανικών πετρελαϊκών εσόδων θα περιορίσει δραστικά τους οικονομικούς πόρους της χώρας.

Ο Ρούμπιο προβλέπει εξαιρετικά σοβαρές συνέπειες για την ιρανική οικονομία, παρουσιάζοντας την οικονομική πίεση ως μέσο για να αναγκαστεί η ηγεσία της χώρας να επανεξετάσει τις επιλογές της.

Αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν: Τι επιδιώκουν πραγματικά οι ΗΠΑ

Σε ερώτηση για το αν οι αμερικανικές επιχειρήσεις αποσκοπούν στην ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος, ο Ρούμπιο επιχειρεί να διαχωρίσει τον στρατιωτικό στόχο από το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας στην Τεχεράνη.

Υποστηρίζει ότι η επιχείρηση δεν ξεκίνησε με βασική επιδίωξη την αλλαγή καθεστώτος, αλλά την αποτροπή της απόκτησης πυρηνικών όπλων και τον περιορισμό της χρηματοδότησης οργανώσεων που η Ουάσιγκτον χαρακτηρίζει τρομοκρατικές.

Αναφέρεται ειδικότερα στη Χεζμπολάχ, στη Χαμάς και σε σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ, κατηγορώντας την ιρανική ηγεσία ότι διοχέτευσε σημαντικά έσοδα από το πετρέλαιο στη στρατιωτική τους ενίσχυση αντί στην ανάπτυξη της χώρας.

«Επανέρχομαι, όμως, στον αρχικό στόχο αυτής της επιχείρησης: να μην επιτραπεί ποτέ σε αυτούς τους ανθρώπους –σε αυτούς τους ριζοσπάστες σιίτες κληρικούς-μαχητές– να αποκτήσουν πυρηνικό όπλο».

Οι τοποθετήσεις του αποτυπώνουν την πρόθεση της Ουάσιγκτον να συνεχίσει την πίεση μέχρι να διασφαλίσει ότι η Τεχεράνη δεν θα μπορέσει να αναπτύξει πυρηνικό οπλοστάσιο.

Ουκρανία: Φόβοι για γενικευμένη σύγκρουση και αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις

Σημαντικό μέρος της συνέντευξης αφιερώνεται στον πόλεμο στην Ουκρανία, ο οποίος βρίσκεται πλέον στο πέμπτο έτος του.

Ο Μάρκο Ρούμπιο εκτιμά ότι η σύγκρουση έχει οδηγηθεί σε στρατηγικό αδιέξοδο, με περιορισμένες προοπτικές άμεσης διπλωματικής επίλυσης.

Ως βασικό εμπόδιο στις διαπραγματεύσεις προσδιορίζει τη ρωσική απαίτηση για πλήρη έλεγχο του Ντονέτσκ, την οποία η ουκρανική πλευρά απορρίπτει.

Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών προειδοποιεί ότι η παράταση της σύγκρουσης αυξάνει τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.

«Τα στρατηγικά αδιέξοδα επιλύονται μόνο με δύο τρόπους: είτε μέσω διαπραγμάτευσης είτε μέσω κλιμάκωσης από τη μία ή και τις δύο πλευρές, η οποία καταλήγει να επεκτείνεται πέρα από τα όρια της αρχικής σύγκρουσης».

Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζει για τις επιθέσεις κατά πλοίων στη Μαύρη Θάλασσα, το ενδεχόμενο επιχειρήσεων δολιοφθοράς σε γειτονικές χώρες και τις πιθανές ρωσικές επιθέσεις στο ουκρανικό ενεργειακό δίκτυο κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Παράλληλα, αναφέρεται στην αυξημένη δυνατότητα της Ουκρανίας να πραγματοποιεί πλήγματα μεγάλου βεληνεκούς στο εσωτερικό της Ρωσίας.

Όπως επισημαίνει, η Ουάσιγκτον παραμένει διαθέσιμη να συμβάλει στην αναζήτηση διαπραγματευτικής λύσης, αναγνωρίζοντας όμως ότι οι προϋποθέσεις για ουσιαστική συμφωνία δεν έχουν ακόμη διαμορφωθεί.

Η επίσκεψη στην Αθήνα και η στρατηγική σχέση Ελλάδας – ΗΠΑ

Εξηγώντας γιατί επέλεξε να πραγματοποιήσει την επίσκεψή του στην Ελλάδα αυτή την περίοδο, ο Ρούμπιο αναφέρεται στους διπλωματικούς και πρακτικούς παράγοντες που επηρέασαν τον προγραμματισμό του ταξιδιού.

Επισημαίνει ότι η παρουσία πρεσβευτών αποτέλεσε σημαντική προϋπόθεση, ενώ υπογραμμίζει ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις έχουν βαθιές ιστορικές ρίζες.

Υπενθυμίζει τις επαφές που είχε με την ελληνική πολιτική ηγεσία σε διεθνείς συναντήσεις, αλλά και τις διμερείς συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών τονίζει ότι ασχολείται με τις σχέσεις Ελλάδας – ΗΠΑ ήδη από την περίοδο που υπηρετούσε ως γερουσιαστής, εκφράζοντας την επιθυμία να επισκεφθεί ξανά τη χώρα.

Η τοποθέτησή του ενισχύει το πολιτικό μήνυμα που επιχείρησε να εκπέμψει κατά την παρουσία του στην Αθήνα: Τη σημασία της Ελλάδας ως στρατηγικού εταίρου των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η ελληνική δημοκρατία και η κοινή πολιτιστική κληρονομιά με τις ΗΠΑ

Η συνέντευξη ολοκληρώνεται με μια ερώτηση για το ενδεχόμενο ο Ρούμπιο να διεκδικήσει μελλοντικά την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο ίδιος αποφεύγει να απαντήσει ευθέως και στρέφει τη συζήτηση στη σημασία της Ελλάδας για την ιστορική και πολιτική ταυτότητα της Δύσης.

Αναφέρεται στις κοινές πολιτιστικές καταβολές των ΗΠΑ και της Ευρώπης, σημειώνοντας ότι θεμελιώδη χαρακτηριστικά του αμερικανικού πολιτεύματος και της κοινωνίας έχουν τις ρίζες τους στην ελληνική και ευρωπαϊκή παράδοση.

«Πρέπει να είμαστε περήφανοι για τον δυτικό πολιτισμό και όχι να απολογούμαστε γι’ αυτόν».

Κατά τον επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας, η υπερηφάνεια για την κοινή πολιτιστική κληρονομιά δεν συνεπάγεται απόρριψη άλλων πολιτισμών, αλλά αναγνώριση των ιστορικών θεμελίων πάνω στα οποία οικοδομήθηκαν οι σύγχρονες δυτικές δημοκρατίες.

Με αυτή την αναφορά, ο Ρούμπιο επιλέγει να κλείσει τη συνέντευξή του συνδέοντας τη στρατηγική συνεργασία της Αθήνας με την Ουάσιγκτον με τους βαθύτερους ιστορικούς και πολιτιστικούς δεσμούς των δύο χωρών.

Η συνολική εικόνα που προκύπτει από τις τοποθετήσεις του είναι εκείνη μιας αμερικανικής διπλωματίας που επιδιώκει στενότερη συνεργασία με την Ελλάδα, διατηρώντας παράλληλα ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία. Το μήνυμα προς την περιοχή είναι ότι η Ουάσιγκτον θεωρεί την αποτροπή μιας ελληνοτουρκικής κρίσης αναγκαία, αναγνωρίζει τη στρατηγική σημασία των ενεργειακών έργων και αντιμετωπίζει την ελληνική αμυντική συνεργασία ως σημαντικό στοιχείο της παρουσίας της στην Ανατολική Μεσόγειο.