
Σε αναδίπλωση για τη δήλωσή του περί «κόμματος των κακομοίρηδων» προχώρησε ο υφυπουργός Εξωτερικών Χάρης Θεοχάρης, μιλώντας στον Alpha Radio 98.9 και τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, αναγνωρίζοντας ευθέως ότι η διατύπωσή του ήταν λανθασμένη.
«Εγώ εξέφρασα μια λανθασμένη φράση, είναι αλήθεια», είπε, όταν κλήθηκε να σχολιάσει τις αντιδράσεις που προκάλεσε η αναφορά του. Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι στόχος του δεν ήταν να χαρακτηρίσει «κακομοίρηδες» ή «μίζερους» τους πολίτες που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, αλλά να ασκήσει κριτική στον τρόπο με τον οποίο, όπως υποστηρίζει, τα κόμματα της αντιπολίτευσης περιγράφουν τη χώρα.
«Περιγράφουν μια ανύπαρκτη Ελλάδα»
Ο Χάρης Θεοχάρης υποστήριξε ότι η αντιπολίτευση μηδενίζει κάθε πρόοδο που έχει καταγραφεί και παρουσιάζει, κατά την άποψή του, μια εικόνα της χώρας που δεν ανταποκρίνεται συνολικά στην πραγματικότητα.
«Περιγράφουν μια ανύπαρκτη Ελλάδα, μια Ελλάδα κακομοίρη, μίζερη και φοβική. Δεν θεωρώ ότι ζούμε σε αυτή την Ελλάδα», ανέφερε, επιμένοντας ότι η χώρα αντιμετωπίζει δυσκολίες, αλλά ταυτόχρονα έχει πετύχει βήματα προόδου.
Όπως είπε, υπάρχουν πολίτες που συνεχίζουν να περνούν δύσκολα, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η συνολική εικόνα της κοινωνίας μπορεί να περιγράφεται αποκλειστικά μέσα από αυτές τις περιπτώσεις.
«Δεν είναι κακομοίρηδες και μίζεροι όσοι διαμαρτύρονται»
Σε ερώτηση εάν θεωρεί «κακομοίρηδες» ή «μίζερους» τους πολίτες που διαμαρτύρονται, ο υφυπουργός Εξωτερικών απάντησε κατηγορηματικά: «Όχι, σε καμία περίπτωση». Και πρόσθεσε ότι η κριτική του αφορούσε αποκλειστικά τα κόμματα της αντιπολίτευσης και τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζουν την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα.
«Εγώ εκφράστηκα σε σχέση με τα κόμματα και το πώς περιγράφουν τη χώρα μας», είπε, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική πρέπει να βασίζεται σε πραγματικά στοιχεία για το ποιοι πολίτες βρίσκονται σε δυσκολότερη θέση, ώστε τα μέτρα στήριξης να είναι στοχευμένα και όχι οριζόντια.
«Έπρεπε να είμαι πιο προσεκτικός»
Ο Χάρης Θεοχάρης αναγνώρισε και δεύτερη φορά στη διάρκεια της συνέντευξης ότι η συγκεκριμένη φράση δεν απέδωσε σωστά αυτό που ήθελε να πει. «Προφανώς, όπως λέω και εγώ, έπρεπε να είμαι πιο προσεκτικός στην έκφρασή μου», σημείωσε. Μάλιστα, όταν ο Νίκος Παναγιωτόπουλος επισήμανε ότι η αναγνώριση ενός λάθους είναι διαφορετική από την επίκληση παρερμηνείας από τα μέσα ενημέρωσης, ο κ. Θεοχάρης επέμεινε ότι δεν επιχειρεί να μεταθέσει την ευθύνη. «Το κύριο λάθος είναι ότι εγώ προσπάθησα να εκφραστώ απέναντι στην περιγραφή της πραγματικότητας που κάνουν τα κόμματα και όχι απέναντι στην πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες μας», είπε.
Η συζήτηση για τους «δείκτες ευημερίας»
Στη συνέχεια της συνέντευξης, η συζήτηση στράφηκε και στο κατά πόσο επιμέρους εικόνες, όπως η αυξημένη κίνηση στους δρόμους ή η μεγάλη προσέλευση σε συναυλίες, μπορούν να χρησιμοποιούνται ως δείκτες ευημερίας. Ο υφυπουργός Εξωτερικών απέρριψε αυτή τη λογική ως επαρκές μέτρο αποτίμησης της κοινωνικής κατάστασης.
«Δεν είναι δείκτης ευημερίας αυτά τα επιμέρους», είπε, προσθέτοντας ότι η πολιτική πρέπει να στηρίζεται κυρίως στα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τη φτώχεια, τα εισοδήματα και τις κοινωνικές ανισότητες. Κατά τον ίδιο, η κυβέρνηση οφείλει να βλέπει με ακρίβεια το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά των κοινωνικών ομάδων που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες, ώστε να σχεδιάζει πιο στοχευμένες πολιτικές στήριξης.
Η παρέμβαση του Χάρη Θεοχάρη είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς αυτή τη φορά δεν επιχείρησε να αποδώσει τις αντιδράσεις σε παρανόηση ή διαστρέβλωση των δηλώσεών του, αλλά αναγνώρισε καθαρά ότι η φράση ήταν λανθασμένη και δεν αποτύπωνε με ακρίβεια αυτό που ήθελε να πει.
Στείλε μου το υπόλοιπο μέρος της συνέντευξης και θα συνεχίσω πάνω στο ίδιο άρθρο, κρατώντας ακριβώς αυτόν τον ρυθμό και τη δομή.
Η συζήτηση για την «αλαζονία» των υπουργών
Στη συνέχεια της συνέντευξης, ο Χάρης Θεοχάρης κλήθηκε να σχολιάσει και την παρέμβαση της Ντόρας Μπακογιάννη για φαινόμενα αλαζονείας μέσα στην κυβέρνηση. Ο υφυπουργός Εξωτερικών αναγνώρισε ότι η σχετική συζήτηση έχει βάση, χωρίς όμως να θεωρεί ότι πρόκειται για γενικευμένο φαινόμενο.
«Προφανώς δεν πρέπει να υπάρχει αλαζονία», ανέφερε, προσθέτοντας ότι στελέχη που απομακρύνονται από τους πολίτες ή δεν ανταποκρίνονται στις επικοινωνίες τους οφείλουν να αλλάξουν στάση. Όπως είπε, το βασικό κριτήριο είναι αν οι ίδιοι οι πολίτες αισθάνονται ότι μπορούν να έχουν πρόσβαση στους βουλευτές και στα πολιτικά στελέχη που τους εκπροσωπούν. «Η δουλειά μας είναι να είμαστε ανοιχτοί στις επαφές με τον κόσμο και όταν αυτό δεν συμβαίνει, προφανώς ο κόσμος νιώθει ότι έχουμε απομακρυνθεί από αυτόν», σημείωσε.
Ο ίδιος πάντως υποστήριξε ότι αυτή δεν είναι η βασική πολιτική συζήτηση που πρέπει να γίνεται, επιμένοντας ότι το κύριο ζήτημα είναι αν η κυβέρνηση υλοποιεί όσα έχει δεσμευθεί και αν η καθημερινότητα των πολιτών έχει βελτιωθεί.
Στο επίκεντρο η ακρίβεια και η δυσαρέσκεια των πολιτών
Η συζήτηση πέρασε στη συνέχεια στην ακρίβεια, ένα από τα ζητήματα που εξακολουθούν να βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα της καθημερινότητας. Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος έθεσε στον Χάρη Θεοχάρη το ζήτημα της δυσαρέσκειας που καταγράφεται στις έρευνες κοινής γνώμης, αλλά και της αίσθησης ότι η κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να αναχαιτίσει επαρκώς την άνοδο του κόστους ζωής.
Ο υφυπουργός Εξωτερικών απάντησε ότι κάθε κοινωνία βιώνει τη δική της πίεση και δεν συγκρίνει εύκολα την κατάσταση με όσα συμβαίνουν σε άλλες χώρες.
Αναφέρθηκε στους δείκτες της Eurostat και στην πορεία του πληθωρισμού, όμως η συζήτηση γρήγορα μεταφέρθηκε στην πραγματική επιβάρυνση των νοικοκυριών από τα τρόφιμα, τα καύσιμα και τα ενοίκια.
Ο δημοσιογράφος επισήμανε ότι ο πολίτης «δεν πληρώνει με το Excel», αλλά βρίσκεται καθημερινά αντιμέτωπος με πολύ υψηλότερες τιμές σε βασικά αγαθά.
«Ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί πάνω από 40%»
Ο Χάρης Θεοχάρης αντέτεινε ότι η κυβέρνηση έχει επιχειρήσει να ενισχύσει τα εισοδήματα, επισημαίνοντας την αύξηση του κατώτατου μισθού. Όπως υποστήριξε, εφόσον οι αυξήσεις στους μισθούς κινούνται σε επίπεδα υψηλότερα από τον σωρευτικό πληθωρισμό, ένα μέρος των εργαζομένων έχει πλέον ελαφρώς μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα. Παραδέχθηκε ωστόσο ότι εξακολουθεί να υπάρχει ένα τμήμα του πληθυσμού που περνά δύσκολα, έστω και λιγότερο από τα προηγούμενα χρόνια.
Η συζήτηση ανέδειξε έτσι και τη βασική διαφωνία ανάμεσα στην κυβερνητική αποτίμηση και στην εμπειρία πολλών νοικοκυριών: από τη μία τα μακροοικονομικά στοιχεία και οι αυξήσεις μισθών και από την άλλη η καθημερινή πίεση από το κόστος σε τρόφιμα, στέγη και ενέργεια.
«Τα προβλήματα είναι πολύ σύνθετα»
Ο υφυπουργός Εξωτερικών υποστήριξε ακόμη ότι η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται με μία μόνο παρέμβαση. «Τα προβλήματα αυτά είναι πάρα πολύ σύνθετα», είπε, σημειώνοντας ότι δεν υπάρχει μία έτοιμη συνταγή που θα μπορούσε να εφαρμοστεί άμεσα και να λύσει το πρόβλημα.
Τόνισε επίσης ότι μια κυβέρνηση δεν μπορεί να εξαντλεί όλα τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια σε μία μόνο χρονική στιγμή, καθώς οι κρίσεις έχουν διάρκεια και απαιτούν συνεχείς παρεμβάσεις.
Έφερε ως παράδειγμα την ενεργειακή κρίση και τις πιέσεις που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια, λέγοντας ότι οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όχι μόνο την άμεση ανακούφιση αλλά και τη δυνατότητα του κράτους να συνεχίσει να στηρίζει την κοινωνία σε βάθος χρόνου.
Η συζήτηση για τους έμμεσους φόρους
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στους έμμεσους φόρους, με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο να θέτει το ερώτημα γιατί η κυβέρνηση δεν προχωρά σε μεγαλύτερες μειώσεις, ειδικά στα καύσιμα.
Το παράδειγμα που τέθηκε ήταν χαρακτηριστικό: από τα χρήματα που πληρώνει ο καταναλωτής στο πρατήριο, ένα μεγάλο μέρος καταλήγει σε φόρους.
Ο Χάρης Θεοχάρης απάντησε ότι το ζήτημα επιστρέφει στη βασική επιλογή ανάμεσα στα οριζόντια και στα στοχευμένα μέτρα.
Όπως υποστήριξε, μια γενικευμένη μείωση έμμεσων φόρων ωφελεί όλους τους καταναλωτές ανεξαρτήτως εισοδήματος, ενώ η κυβερνητική λογική δίνει μεγαλύτερο βάρος σε παρεμβάσεις που κατευθύνονται προς όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.
Η συζήτηση για την ακρίβεια, τους μισθούς και τη φορολογία έδειξε ότι το οικονομικό πεδίο παραμένει ένα από τα πιο δύσκολα σημεία της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας, ειδικά όταν η συζήτηση μεταφέρεται από τους δείκτες στην καθημερινή εμπειρία των πολιτών.
«Οι μειώσεις φόρων πρέπει να είναι μόνιμες και στοχευμένες»
Η συζήτηση επέστρεψε στη φορολογία και στον βαθμό στον οποίο οι μειώσεις φόρων μπορούν να λειτουργήσουν ως ουσιαστική ανακούφιση για τα νοικοκυριά και τις παραγωγικές ομάδες.
Ο Χάρης Θεοχάρης υπερασπίστηκε τη λογική των στοχευμένων παρεμβάσεων, επισημαίνοντας ότι μια φορολογική ελάφρυνση έχει μεγαλύτερη αξία όταν κατευθύνεται σε συγκεκριμένες ομάδες και δεν διαχέεται οριζόντια.
Έφερε ως παράδειγμα τους αγρότες, λέγοντας ότι όταν θεσπίζεται φοροαπαλλαγή για συγκεκριμένο ύψος εισοδήματος, η παρέμβαση κατευθύνεται άμεσα σε αυτούς που αφορά.
Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος αντέτεινε, ωστόσο, ότι οι φοροαπαλλαγές προϋποθέτουν πρώτα να υπάρχει εισόδημα, σημειώνοντας ότι σε περιοχές όπου η παραγωγή έχει πληγεί σοβαρά, όπως συμβαίνει με κτηνοτρόφους στη Λέσβο, η συζήτηση για το αφορολόγητο δεν αρκεί από μόνη της.
«Η αύξηση του ΑΕΠ σημαίνει και αύξηση εισοδημάτων»
Ο υφυπουργός Εξωτερικών επέμεινε ότι η οικονομία παρουσιάζει πραγματική πρόοδο και ότι αυτό αποτυπώνεται στην αύξηση του ΑΕΠ.
Όπως είπε, όταν η ανάπτυξη κινείται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αυτό σημαίνει ότι δημιουργούνται και αυξάνονται εισοδήματα μέσα στην οικονομία.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έχει επιχειρήσει τα τελευταία χρόνια να μετακινηθεί από τα προσωρινά επιδόματα προς μόνιμες φορολογικές ελαφρύνσεις.
Στο πλαίσιο αυτό αναφέρθηκε σε μειώσεις φόρων για νέους και οικογένειες με παιδιά, υποστηρίζοντας ότι η κυβερνητική πολιτική δεν αφορά μόνο τα χαμηλότερα εισοδήματα αλλά και τη μεσαία τάξη.
«Τα τελευταία χρόνια η κυβέρνηση έχει κάνει μια στροφή σε μόνιμα μέτρα ανακούφισης», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι η δυνατότητα λήψης τέτοιων μέτρων συνδέεται με τη βελτίωση των δημοσιονομικών περιθωρίων.
Το δημοσίευμα για την Κίμπερλι Γκίλφοϊλ
Στο κλείσιμο της συνέντευξης, ο Χάρης Θεοχάρης ρωτήθηκε και για δημοσίευμα που προκάλεσε πολιτικές αντιδράσεις και αφορούσε την Αμερικανίδα πρέσβη Κίμπερλι Γκίλφοϊλ.
Σύμφωνα με όσα τέθηκαν στη συζήτηση, το δημοσίευμα απέδιδε στην πρέσβη αναφορά προς τον Σταύρο Παπασταύρου περί δυνατότητας παρέμβασης αντίστοιχης με όσα είχαν συμβεί στη Ρουμανία, ακόμη και με πολιτικές συνέπειες για μια κυβέρνηση.
Ο υφυπουργός Εξωτερικών απέφυγε να υιοθετήσει ή να σχολιάσει την πληροφορία, δηλώνοντας ότι δεν έχει προσωπική γνώση για ένα τέτοιο περιστατικό.
«Δεν έχω καμία γνώση τέτοιων θεμάτων, δεν έχω βρεθεί μπροστά», είπε, προσθέτοντας ότι δεν είχε ακούσει κάτι σχετικό πριν από τη δημοσιοποίηση του συγκεκριμένου ρεπορτάζ.
Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι δεν γνωρίζει αν το περιστατικό έχει συμβεί και δεν θέλησε να μπει σε υποθετικά σενάρια.

