Η δήλωση του βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Άγγελου Συρίγου ότι η Ελλάδα «υποχώρησε» το 2024 κατά τα επεισόδια στην Κάσο στη διάρκεια των ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση (GSI) με την Κύπρο προκάλεσε αντιδράσεις από την αντιπολίτευση και απάντηση της κυβέρνησης.
Ο κ. Συρίγος, μιλώντας σε εκπομπή της ΕΡΤ, αναφέρθηκε στην παρουσία δύο τουρκικών πλοίων κατά τις εργασίες έρευνας βυθού για το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης.
Όπως δήλωσε, «υποχωρήσαμε και στα δύο επεισόδια. Δεν προχωρήσαμε στη συνέχεια των ερευνών βυθού».
Η αναφορά Συρίγου για διάλογο και Διεθνές Δίκαιο
Σε ερώτηση για τους λόγους αυτής της επιλογής, ο βουλευτής της ΝΔ απάντησε: «Θεωρήσαμε ότι θα μπορούσε να επιλυθεί το θέμα μέσα από το διάλογο και τις διατάξεις του Διεθνούς Δικαίου, που προβλέπουν τι γίνεται για την πόντιση καλωδίων».
Η τοποθέτησή του πυροδότησε την αντίδραση της ΕΛ.Α.Σ, μέσω του τομεάρχη Εξωτερικών του κόμματος Παυσανία Παπαγεωργίου, ο οποίος έκανε λόγο για κυβερνητική αποτυχία στην άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Στην ανακοίνωσή του, ο Παυσανίας Παπαγεωργίου υποστήριξε: «Η άσκηση τελικά των κυριαρχικών δικαιωμάτων πόντισης του καλωδίου σύμφωνα με κανόνες διεθνούς δικαίου, απετράπη όπως μαθαίνουμε και επί του πεδίου από το τουρκικό πολεμικό Ναυτικό. Η δε κυβέρνηση όχι μόνο δεν δέσμευσε την Τουρκία σε διάλογο στη βάση του διεθνούς δικαίου και δεν διεκδίκησε την εφαρμογή κυρώσεων για την ενεργητική αποτροπή της δραστηριότητας αλλά πολύ περισσότερο φρόντισε να διαστρεβλώσει τα γεγονότα και να αποπροσανατολίσει τους πολίτες από την πραγματικότητα».
Κυβερνητική απάντηση για το καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απέρριψε την εκδοχή περί υποχώρησης χαρακτηρίζοντας τις δηλώσεις του Άγγελου Συρίγου προσωπικές εκτιμήσεις.
Όπως ανέφερε, «καμία υποχώρηση δεν υπήρχε για το θέμα της πόντισης του καλωδίου. Οι δηλώσεις αφορούν προσωπικές εκτιμήσεις του κ. Συρίγου, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη μερικά πραγματικά δεδομένα. Η πρώτη φάση των εργασιών στην Κάσο, έγινε με το χρονοδιάγραμμα της εταιρείας και ολοκληρώθηκε κανονικά.
Προέκυψαν ζητήματα, αλλά αυτά είχαν να κάνουν με την τεχνοοικονομική βιωσιμότητα του έργου και έγινε επαναξιολόγηση των οικονομικών δεδομένων. Αναζητήθηκε αξιόπιστος επενδυτής σε εμπειρία σε ανάλογα έργα. Συμπέρασμα: Ελλάδα, Κύπρος, Γαλλία και Ευρωπαϊκή Ένωση στηρίζουν το έργο το οποίο θα εκκινήσει σύντομα».


