Πικετί, Τσίπρας και φόρος στον… πλούτο: Λαϊκισμός ή ρεαλισμός;

Newsroom
11 Min Read

Πικετί, Τσίπρας και φόρος στον… πλούτο: Λαϊκισμός ή ρεαλισμός;

Η βασική θέση του Τομά Πικετί έχει ισχυρό οικονομικό επιχείρημα, στις πολύ μεγάλες περιουσίες, μεγάλο μέρος του πλούτου δεν εμφανίζεται ποτέ ως κανονικό φορολογητέο εισόδημα. Μετοχές, συμμετοχές σε εταιρείες, holdings και υπεραξίες μπορούν να αυξάνουν θεαματικά την καθαρή περιουσία ενός δισεκατομμυριούχου χωρίς να δημιουργούν αντίστοιχο φόρο εισοδήματος.

Γι’ αυτό και η ιδέα ενός ελάχιστου φόρου πάνω στον πολύ μεγάλο πλούτο επιχειρεί να κλείσει ένα υπαρκτό κενό των φορολογικών συστημάτων.

Ο Τσίπρας βάζει τον Πικετί μέσα στην ελληνική πολιτική συζήτηση

Η θεωρία αυτή έχει πλέον περάσει ευθέως και στο πολιτικό πρόγραμμα του Αλέξη Τσίπρα. Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι αντλεί έμπνευση, μεταξύ άλλων, από τους οικονομολόγους Τομά Πικετί και Γκαμπριέλ Ζουκμάν και έχει προτάξει τη φορολόγηση του πλουσιότερου 1% μέσω της λεγόμενης «πατριωτικής εισφοράς». Παράλληλα δηλώνει ότι δεν σκοπεύει να αυξήσει τη φορολογία της μεσαίας τάξης ή της επιχειρηματικότητας.

Πολιτικά, η επιλογή αυτή του επιτρέπει να μεταφέρει τη συζήτηση από το πεδίο των επιμέρους δηλώσεων στελεχών του και των αντιδράσεων που αυτές προκαλούν, σε ένα πολύ πιο ευνοϊκό για τον ίδιο δίλημμα, ποιος πληρώνει τον λογαριασμό και αν το μεγαλύτερο βάρος πρέπει να μεταφερθεί στους οικονομικά ισχυρότερους. Είναι ένα ισχυρό πολιτικό αφήγημα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν από το σύνθημα περνάμε στην εφαρμογή.

Άλλο «να πληρώσουν οι πλούσιοι» και άλλο πόσο θα πληρώσουν

Ο Πικετί δεν περιορίζεται σε έναν συμβολικό φόρο. Οι πιο επιθετικές εκδοχές της σχολής Πικετί αντιμετωπίζουν τον φόρο στον πλούτο όχι μόνο ως μηχανισμό αύξησης των δημοσίων εσόδων αλλά και ως εργαλείο περιορισμού της συσσώρευσης τεράστιων περιουσιών. Εδώ βρίσκεται και η πρώτη μεγάλη παγίδα. Άλλο ένας φόρος της τάξης του 1% ή 2% σε εξαιρετικά μεγάλες περιουσίες και άλλο ένας επαναλαμβανόμενος φόρος 5%, 10% ή ακόμη υψηλότερος. Γιατί ένας άνθρωπος μπορεί να έχει περιουσία ενός δισεκατομμυρίου χωρίς να έχει ένα δισεκατομμύριο στην τράπεζα. Μπορεί να το έχει σε μετοχές μιας εταιρείας που ίδρυσε. Αν του ζητήσεις κάθε χρόνο 10% της καθαρής περιουσίας του, δεν φορολογείς απλώς το εισόδημά του. Τον υποχρεώνεις σταδιακά να πουλάει την περιουσία του για να πληρώνει τον φόρο.

Και στην Ελλάδα το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δύσκολο σημείο για την πρόταση Τσίπρα. Η Ελλάδα δεν είναι ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε μια οικονομία τεράστιου μεγέθους στην οποία ένας επενδυτής δύσκολα εγκαταλείπει μια αγορά εκατοντάδων εκατομμυρίων καταναλωτών. Είναι μια μικρή και ανοικτή οικονομία μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο ευρώ, στην οποία κεφάλαια, επενδυτικά χαρτοφυλάκια αλλά και η φορολογική κατοικία φυσικών προσώπων μπορούν να μετακινηθούν πολύ ευκολότερα από ό,τι μπορούν να μετακινηθούν ένα εργοστάσιο ή ένα ακίνητο. Και η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χρειάζεται ξένα κεφάλαια. Μόνο το πρώτο εξάμηνο του 2026 οι καθαρές εισροές άμεσων επενδύσεων μη κατοίκων στην Ελλάδα έφτασαν τα 6,9 δισ. ευρώ.

Άρα εδώ υπάρχει μια πολύ λεπτή ισορροπία. Θέλεις να φορολογήσεις περισσότερο τον μεγάλο πλούτο χωρίς να εκπέμψεις το μήνυμα ότι η Ελλάδα γίνεται χώρα από την οποία συμφέρει να μεταφέρεις τη φορολογική σου κατοικία, τις holding εταιρείες ή τις επόμενες επενδύσεις σου.

Δεν σημαίνει ότι οποιοσδήποτε φόρος πλούτου θα προκαλέσει αυτομάτως φυγή κεφαλαίων. Αυτό θα ήταν υπερβολή. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι τα διαθέσιμα στοιχεία για τη διεθνή μετακίνηση των πολύ πλούσιων φορολογουμένων είναι περιορισμένα και ότι το αποτέλεσμα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον σχεδιασμό του φόρου.

Σημαίνει όμως ότι όσο υψηλότερος είναι ο φόρος και όσο πιο εύκολα μετακινείται το φορολογούμενο κεφάλαιο, τόσο μεγαλύτερο είναι το κίνητρο φορολογικού σχεδιασμού ή μεταφοράς φορολογικής κατοικίας.

Η Ευρώπη δοκίμασε τους φόρους πλούτου  και οι περισσότεροι τους εγκατέλειψαν

Εδώ τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Στη δεκαετία του 1990 περίπου δώδεκα ευρωπαϊκές χώρες είχαν καθαρό ετήσιο φόρο περιουσίας. Σήμερα έχουν απομείνει ουσιαστικά τρεις: Νορβηγία, Ισπανία και Ελβετία.

Η Αυστρία τον κατάργησε το 1994. Η Δανία το 1997. Η Γερμανία σταμάτησε να τον εφαρμόζει το 1997. Η Φινλανδία το 2006. Το Λουξεμβούργο το 2006 για τα φυσικά πρόσωπα. Η Σουηδία το 2007.

Η Γαλλία αντικατέστησε το 2018 τον γενικό φόρο καθαρής περιουσίας με φόρο που αφορά κυρίως μεγάλη ακίνητη περιουσία.  Αυτό από μόνο του δεν αποδεικνύει ότι ο φόρος πλούτου «δεν δουλεύει». Δείχνει όμως ότι η εφαρμογή του είναι πολύ δυσκολότερη από όσο αφήνει να εννοηθεί το πολιτικό σύνθημα.

Ο ΟΟΣΑ έχει καταγράψει ως βασικά προβλήματα των προηγούμενων συστημάτων το περιορισμένο δημοσιονομικό αποτέλεσμα, τις εξαιρέσεις, τη φοροαποφυγή, το διοικητικό κόστος και τον κίνδυνο μετακίνησης κεφαλαίων.

Το ενδιαφέρον παράδειγμα της Νορβηγίας

Η Νορβηγία έχει ακόμη φόρο καθαρής περιουσίας. Αλλά εδώ βρίσκεται μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια: ο συντελεστής δεν είναι 5%, 10% ή 20%. Για το 2026 βρίσκεται περίπου στο 1%, φτάνοντας στο 1,1% για υψηλότερες περιουσίες.  Δηλαδή ακόμη και μία από τις πλουσιότερες χώρες της Ευρώπης, με ισχυρό κράτος, τεράστιο κρατικό επενδυτικό ταμείο και πολύ υψηλή φορολογική συμμόρφωση, εφαρμόζει έναν φόρο πλούτου σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα από τις πιο ριζοσπαστικές θεωρητικές προτάσεις. Και παρ’ όλα αυτά στη Νορβηγία έχει υπάρξει έντονη συζήτηση για μεταφορά φορολογικής κατοικίας εύπορων Νορβηγών μετά τις αυξήσεις της φορολογίας.

Η Ισπανία: Μέχρι 3,5%, αλλά με εξαιρέσεις και περιφερειακό ανταγωνισμό

Η Ισπανία είναι το πιο ενδιαφέρον παράδειγμα για την Ελλάδα. Διατηρεί προοδευτικό φόρο καθαρής περιουσίας και πρόσθετο φόρο αλληλεγγύης για πολύ μεγάλες περιουσίες, με ανώτατο συντελεστή που μπορεί να φτάσει περίπου στο 3,5%. Όμως το σύστημα έχει γεμίσει με περιφερειακές διαφοροποιήσεις και απαλλαγές. Ορισμένες αυτόνομες περιφέρειες έχουν προσφέρει ακόμη και πλήρεις ή σημαντικές απαλλαγές.  Και αυτό δείχνει το πρόβλημα σε μικρογραφία, ακόμη και μέσα στην ίδια χώρα μπορεί να ξεκινήσει φορολογικός ανταγωνισμός για το πού θα εγκατασταθεί ο εύπορος φορολογούμενος. Πόσο μάλλον μέσα σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Ελβετία αποδεικνύει ότι μπορεί να γίνει αλλά όχι όπως συχνά παρουσιάζεται

Η Ελβετία είναι η ισχυρότερη απάντηση σε όσους υποστηρίζουν ότι κάθε φόρος περιουσίας είναι καταστροφικός. Έχει φόρο πλούτου εδώ και δεκαετίες και εισπράττει σημαντικά ποσά. Αλλά υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια, δεν πρόκειται για έναν ενιαίο, τεράστιο ομοσπονδιακό φόρο. Οι φόροι επιβάλλονται κυρίως σε επίπεδο καντονιών, με διαφορετικούς συντελεστές, αφορολόγητα και ανταγωνισμό μεταξύ τους.  Άρα και το ελβετικό παράδειγμα έχει εξαιρέσεις…

Το ελληνικό ερώτημα που πρέπει να απαντήσει ο Τσίπρας

Επομένως το κρίσιμο ερώτημα προς τον Αλέξη Τσίπρα δεν είναι αν «πρέπει οι πλούσιοι να πληρώνουν περισσότερο». Αυτό είναι μια πολιτική επιλογή για την οποία υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα. Το δύσκολο ερώτημα είναι πολύ πιο συγκεκριμένο:

Ποιο ακριβώς είναι το 1%;

Πόση καθαρή περιουσία πρέπει να έχει κάποιος για να μπει στον φόρο; Θα φορολογούνται οι μετοχές ελληνικών επιχειρήσεων; Θα φορολογείται η αξία μιας μη εισηγμένης εταιρείας; Πώς θα αποτιμάται κάθε χρόνο; Τι γίνεται αν ο ιδιοκτήτης δεν έχει την απαιτούμενη ρευστότητα; Πώς εμποδίζεται η μεταφορά φορολογικής κατοικίας σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα; Και κυρίως, πόσα καθαρά χρήματα θα απομείνουν στο Δημόσιο αφού αφαιρεθούν η φοροαποφυγή, οι αλλαγές εταιρικών σχημάτων και πιθανές απώλειες επενδύσεων; Αυτά είναι τα σημεία στα οποία πρέπει να κριθεί η πρόταση και όχι στο σύνθημα «1% εναντίον 99%».

Η μεγάλη αντίφαση

Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό παράδοξο. Ο Τσίπρας μπορεί πράγματι να αξιοποιήσει τη θεωρία Πικετί για να αλλάξει την ατζέντα και να θέσει ένα κοινωνικά ισχυρό ερώτημα που χαϊδεύει αυτιά: γιατί να σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος η εργασία και όχι ο συσσωρευμένος μεγάλος πλούτος;

Αλλά από τη στιγμή που η πρόταση γίνεται κυβερνητικό πρόγραμμα, το εύκολο μέρος τελειώνει. Γιατί μια χώρα όπως η Ελλάδα χρειάζεται ταυτόχρονα φορολογική δικαιοσύνη και επενδυτικά κεφάλαια. Και αυτά τα δύο δεν είναι υποχρεωτικά αντίθετα. Γίνονται όμως αντίθετα όταν ένας φόρος σχεδιαστεί τόσο επιθετικά ώστε το όφελος από την παραμονή του κεφαλαίου στη χώρα να γίνεται μικρότερο από το όφελος της μετακίνησής του.

Συμπέρασμα, ο Πικετί έχει ισχυρή ταξική διάγνωση, αλλά η εφαρμογή προϋποθέτει, προφανώς, αλλαγή της λειτουργίας του καπιταλιστικού συστήματος. Η ευρωπαϊκή εμπειρία λέει και κάτι ακόμη πιο σημαντικό, οι περισσότεροι γενικοί φόροι καθαρής περιουσίας καταργήθηκαν και όσοι επιβίωσαν έχουν συνήθως πολύ χαμηλότερους συντελεστές από τις πιο επιθετικές θεωρητικές προτάσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καταλήγει επίσης ότι οι συγκεκριμένοι φόροι ιστορικά δεν αποτέλεσαν μεγάλη πηγή εσόδων και ότι η απόδοσή τους εξαρτάται καθοριστικά από τις απαλλαγές, τη συμμόρφωση και τον τρόπο σχεδιασμού τους.

Άρα το πραγματικό τεστ για την πρόταση Τσίπρα δεν είναι αν ακούγεται δίκαιη. Είναι αν μπορεί να απαντήσει πειστικά σε μια πολύ πρακτική εξίσωση, πόσα θα εισπράξει το κράτος, πόσα κεφάλαια κινδυνεύει να χάσει και ποιος συντελεστής βρίσκεται στο σημείο όπου ο φόρος παραμένει φόρος και δεν μετατρέπεται σε κίνητρο φυγής; Για μια μεγάλη οικονομία αυτό είναι δύσκολο. Για μια μικρή οικονομία όπως η ελληνική, είναι ίσως το σημαντικότερο ερώτημα ολόκληρης της πρότασης.

Share This Article