ΠΑΣΟΚ για Προσχέδιο Προϋπολογισμού: «Η ακρίβεια τροφοδοτεί υπερπλεονάσματα – Ούτε χαραμάδα ελπίδας για τα χαμηλά εισοδήματα»

Δριμεία κριτική στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης ασκεί ο Τομέας Οικονομικών του ΠΑΣΟΚ, με αφορμή το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού 2027. Η Χαριλάου Τρικούπη υποστηρίζει ότι τα στοιχεία του σχεδίου αποτυπώνουν την πίεση που δέχονται νοικοκυριά και επιχειρήσεις από την ακρίβεια και τη φορολογία.

Στην ανακοίνωσή του, το ΠΑΣΟΚ αναφέρει ότι το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού «επιβεβαιώνει αυτό που βιώνουν καθημερινά τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις» και ότι «πίσω από την πανηγυρική εικόνα των κυβερνητικών ” επιτυχιών” βρίσκεται μια άδικη οικονομική πολιτική που στηρίζεται σε υψηλή φορολογική επιβάρυνση της κατανάλωσης και του εισοδήματος από εργασία».

Η ανακοίνωση του ΠΑΣΟΚ για το Προσχέδιο Προϋπολογισμού 2027

«Το Προσχέδιο του Προϋπολογισμού 2027 επιβεβαιώνει αυτό που βιώνουν καθημερινά τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις: πίσω από την πανηγυρική εικόνα των κυβερνητικών «επιτυχιών» βρίσκεται μια άδικη οικονομική πολιτική που στηρίζεται σε υψηλή φορολογική επιβάρυνση της κατανάλωσης και του εισοδήματος από εργασία.

Η ίδια η κυβέρνηση είχε προϋπολογίσει για το 2026 πρωτογενές πλεόνασμα 2,8% του ΑΕΠ, δηλαδή 7,2 δισ. ευρώ. Τώρα εκτιμά ότι θα φτάσει στο 3,6% του ΑΕΠ ή στα 9,55 δισ. ευρώ. Δεν πρόκειται για κάποιο δημοσιονομικό ή αναπτυξιακό θαύμα. Η εξήγηση βρίσκεται στην «υπεραπόδοση» της ακρίβειας. Μόνο από τον ΦΠΑ η υπέρβαση φτάνει τα 1,2 δισ. ευρώ, ενώ άλλα 560 εκατ. ευρώ προέρχονται από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων και τη τιμαριθμική προσαρμογή της φορολογικής κλίμακας.

Το «Ελλάδα 2.0» ολοκληρώνεται, αλλά η χώρα παραμένει βαθιά άνιση ως προς την κατανομή των βαρών και των ωφελειών της οικονομικής πολιτικής. Το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού για το 2027 διατηρεί ένα φορολογικό μείγμα στο οποίο η έμμεση φορολογία εξακολουθεί να έχει δυσανάλογο βάρος.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα παραμένει μία από τις χώρες της ΕΕ με τη μεγαλύτερη εξάρτηση από τους έμμεσους φόρους: για κάθε 1 ευρώ άμεσων φόρων αντιστοιχούν περίπου 1,5 ευρώ έμμεσων, όταν στον μέσο όρο της ΕΕ η αναλογία είναι περίπου ένα προς ένα. Το Προσχέδιο του 2027 επιβεβαιώνει τη σταθεροποίηση αυτής της εικόνας.

Την ίδια στιγμή, πίσω από τους δημοσιονομικούς πανηγυρισμούς παραμένουν άλυτες οι βασικές διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αγγίζει το 7,7% του ΑΕΠ. Και ενώ η κυβέρνηση μιλά για παραγωγική αναβάθμιση της οικονομίας, για το 2027 προβλέπει και πάλι τις εισαγωγές να αυξάνονται ταχύτερα από τις εξαγωγές: 4,0% έναντι 3,1%.

Το ίδιο χάσμα ανάμεσα στις κυβερνητικές εξαγγελίες και στην πραγματικότητα εμφανίζεται και στους μισθούς. Η κυβέρνηση προβάλλει αύξηση των αμοιβών ανά εργαζόμενο κατά 3,9% το 2027, αλλά το ίδιο το Προσχέδιο αναγνωρίζει ότι, μετά τον πληθωρισμό, η πραγματική αύξηση περιορίζεται μόλις στο 1,4%.

Η εικόνα, επομένως, είναι καθαρή: υπεραπόδοση φόρων και υπερπλεονάσματα από τη μία, επίμονη ακρίβεια, ασθενής πραγματική ενίσχυση των εισοδημάτων και διεύρυνση του παραγωγικού ελλείμματος από την άλλη.

Η οικονομική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας έχει εξαντλήσει τα όριά της. Η χώρα χρειάζεται ένα ριζικά διαφορετικό σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, μείωσης των ανισοτήτων και οικοδόμησης ενός δικαιότερου φορολογικού συστήματος.

Η αλλαγή πορείας είναι κοινωνική αναγκαιότητα.»