Όταν το μέλλον δεν σου υπόσχεται τίποτα άλλο πέρα από λογαριασμούς και υποχρεώσεις

Χθες μπήκα σε ένα ταξί για να κατέβω στο κέντρο της Αθήνας και, κάπου ανάμεσα στην κίνηση, στα φανάρια και σε εκείνη τη μόνιμη βιασύνη αυτής της πόλης, άρχισα να μιλάω με τον οδηγό. Ήταν μόλις 21 ετών. Ένα παιδί, θα έλεγε κάποιος μεγαλύτερος. Μόνο που τίποτα από όσα μου έλεγε δεν είχε την ανεμελιά που υποτίθεται ότι δικαιούσαι να έχεις στα 21 σου. Δεν μιλούσε για ταξίδια, για μια κοπέλα, για ένα σπίτι που θέλει κάποτε να αποκτήσει, για μια δουλειά που ονειρεύεται, για εκείνα τα ανόητα και υπέροχα σχέδια που κάνουμε όταν ακόμη πιστεύουμε ότι η ζωή βρίσκεται ολόκληρη μπροστά μας. Μου μιλούσε για το πώς θα βγει ο μήνας. Και μόνο αυτό είναι αρκετό για να καταλάβεις πόσο βίαια έχει αλλάξει η έννοια της νεότητας. Να είσαι 21 ετών και αντί να σχεδιάζεις τη ζωή σου, να έχεις ήδη μάθει να τη φοβάσαι.

Μου είπε ότι δουλεύει από τα 13 του. Η οικογένειά του είχε καπνοκαλλιέργεια στην Αιτωλοακαρνανία. Ο πατέρας του είχε φτιάξει μια καλή οικογενειακή δουλειά, από εκείνες που δεν έκαναν κανέναν πλούσιο αλλά μπορούσαν να κρατήσουν ένα σπίτι όρθιο. Οι άνθρωποι δούλευαν, κουράζονταν, αλλά έβλεπαν αποτέλεσμα. Υπήρχε μια ανταμοιβή του κόπου. Μπορούσαν να ζήσουν καλά, αξιοπρεπώς, χωρίς να αισθάνονται ότι κάθε αναποδιά θα τους γκρεμίσει. Υπήρχε μια αίσθηση συνέχειας. Ότι αν δουλέψεις, κάτι θα μείνει πίσω. Ότι η δουλειά δεν είναι μόνο για να καλύψεις τη σημερινή ανάγκη, αλλά για να φτιάξεις και κάτι για αύριο.

Μέχρι που οι συνθήκες άλλαξαν. Η καπνοκαλλιέργεια συρρικνώθηκε, το επάγγελμα άρχισε να μαραζώνει και μαζί του χάθηκε σταδιακά και εκείνη η ασφάλεια. Η οικογένεια επέστρεψε στην Αθήνα και αυτός, στα 20 του χρόνια, πήρε το ταξί του πατέρα του. Δεν πρόλαβε καλά καλά να ενηλικιωθεί και βρέθηκε πίσω από ένα τιμόνι να μετράει διαδρομές, καύσιμα, έξοδα, λογαριασμούς και ώρες δουλειάς. Να μετράει, δηλαδή, όλα εκείνα που τελικά αρχίζουν να μετρούν για σένα όταν η ζωή παύει να είναι σχέδιο και γίνεται υποχρέωση.

Και τον άκουγα να μιλάει θυμωμένος. Όχι με τον θυμό ενός ανθρώπου που βαρέθηκε να εργάζεται. Με τον θυμό ενός ανθρώπου που εργάζεται και δεν καταλαβαίνει πια για ποιον ακριβώς λόγο εργάζεται τόσο πολύ, πέρα από το να εξασφαλίσει ότι αύριο θα μπορεί να συνεχίσει να εργάζεται. Εκεί βρίσκεται όλη η παράνοια. Δουλεύεις για να πληρώσεις το σπίτι στο οποίο γυρίζεις μετά τη δουλειά. Δουλεύεις για να πληρώσεις το ρεύμα που χρειάζεσαι για να ζήσεις μέσα σε αυτό. Δουλεύεις για το φαγητό σου, για τη βενζίνη σου, για τις υποχρεώσεις σου, για όσα κάποτε θεωρούσαμε αυτονόητα. Και όταν τελειώσεις με όλα αυτά, πολλές φορές δεν έχει απομείνει τίποτα για τη ζωή. Ούτε χρήματα, ούτε χρόνος, ούτε διάθεση να ονειρευτείς.

Ο θυμός του δεν αφορούσε μόνο την ακρίβεια. Αφορούσε και κάτι βαθύτερο, κάτι που ακούγεται όλο και περισσότερο γύρω μας. Την αίσθηση ότι, όταν λες πως δεν αντέχεις, κάποιος είναι έτοιμος να σου εξηγήσει ότι στην πραγματικότητα τα πράγματα πηγαίνουν καλύτερα. Ότι υπάρχουν δείκτες, μέτρα, επιδόματα, παρεμβάσεις, αριθμοί. Και μπορεί όλα αυτά να υπάρχουν, όμως ο άνθρωπος δεν τρώει δείκτες, δεν πληρώνει το ενοίκιό του με ποσοστά ανάπτυξης. Δεν γεμίζει το ψυγείο του με ανακοινώσεις, δεν κάνει οικογένεια με διαγράμματα. Κάπου πρέπει να υπάρχει ένα σημείο όπου η πολιτική σταματά να εξηγεί στον πολίτη πώς πρέπει να αισθάνεται και αρχίζει επιτέλους να ακούει πώς πραγματικά αισθάνεται.

Και αυτό ίσως είναι το πιο εξοργιστικό. Ότι μαζί με την οικονομική πίεση έχει εγκατασταθεί και μια παράξενη ενοχή. Σαν να πρέπει διαρκώς να αποδεικνύεις ότι δικαιούσαι να δυσκολεύεσαι. Σαν να πρέπει να ζητήσεις συγγνώμη επειδή δεν σου φτάνει ο μισθός. Σαν να θεωρείται υπερβολή να λες ότι δεν μπορείς να νοικιάσεις ένα αξιοπρεπές σπίτι μόνος σου ή ότι φοβάσαι μια έκτακτη δαπάνη. Κι όταν ο πολίτης λέει «δεν βγαίνω», είναι εύκολο να βαφτιστεί μίζερος, αχάριστος, υπερβολικός. Μόνο που ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να πληρώσει τη ζωή του δεν χρειάζεται μάθημα ευγνωμοσύνης, χρειάζεται να μπορεί να ζήσει.

Ο 21χρονος μού μίλησε και για τον θυμό της γενιάς του. Για νέους που στρέφονται στα άκρα, που κοιτάζουν προς την Ακροδεξιά, που δεν εμπιστεύονται κανέναν και δεν πιστεύουν τίποτα από όσα τους λέει το πολιτικό σύστημα. Δεν σημαίνει ότι η οικονομική δυσκολία οδηγεί αυτομάτως σε μια συγκεκριμένη πολιτική επιλογή. Ούτε ότι όλοι οι νέοι σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο. Αλλά υπάρχει ένα ερώτημα που δεν μπορούμε να αποφύγουμε: Τι συμβαίνει σε μια κοινωνία όταν ένα παιδί 21 ετών έχει περισσότερη οργή από ελπίδα; Πού πηγαίνει αυτός ο θυμός όταν αισθάνεται ότι κανένας από εκείνους που αποφασίζουν δεν τον βλέπει; Ποιος τον ακούει όταν εκείνος δεν ζητά ιδεολογία, αλλά απλώς μια ζωή που να βγαίνει;

Καθόμουν πίσω και τον άκουγα και κάποια στιγμή σταμάτησα να σκέφτομαι μόνο εκείνον. Γιατί, ναι, είναι τρομακτικό να είσαι 21 και να μην βλέπεις μέλλον. Αλλά μετά σκέφτηκα πόσο διαφορετική και ίσως ακόμη βαρύτερη γίνεται η ίδια αίσθηση όταν έχεις περάσει τα 40. Όταν έχεις ήδη δουλέψει 25 χρόνια. Όταν δεν βρίσκεσαι στην αρχή της διαδρομής αλλά στη μέση της και κοιτάζεις μπροστά σου χωρίς να βλέπεις εκείνη την ασφάλεια που κάποτε θεωρούσες ότι θα έρθει σχεδόν φυσιολογικά μαζί με την ηλικία. Μεγαλώσαμε με την ιδέα ότι θα κουραστούμε, θα δουλέψουμε, θα παλέψουμε, αλλά κάπου στη διαδρομή θα σταθούμε. Θα πατήσουμε σε ένα έδαφος που δεν θα φεύγει συνεχώς κάτω από τα πόδια μας.

Και τελικά πολλοί φτάνουν στα 40, στα 45, στα 50 και εξακολουθούν να παλεύουν για τα βασικά. Η ίδια αγωνία, μόνο με περισσότερα χρόνια στην πλάτη. Στα 21 λες «δεν ξέρω αν θα καταφέρω ποτέ να φτιάξω τη ζωή μου». Στα 45 λες «δούλευα τόσα χρόνια και γιατί αισθάνομαι ακόμη ότι μπορεί να χαθούν όλα;». Κι αυτή είναι μια άλλη μορφή απόγνωσης, πιο σιωπηλή, πιο βαριά, γιατί έχει μέσα της και την εξάντληση. Δεν έχεις μόνο τον φόβο για όσα δεν ήρθαν. Έχεις και τον λογαριασμό για όλα όσα έδωσες μέχρι να φτάσεις εδώ.

Κάπου εκεί κατάλαβα ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι νέοι δεν κάνουν όνειρα. Είναι ότι οι μεγαλύτεροι άρχισαν να ξεχνούν πώς ήταν να κάνουν όνειρα. Κι όταν δύο διαφορετικές γενιές μπορούν να καθίσουν στο ίδιο ταξί και να αναγνωρίσουν η μία στον φόβο της άλλης τον δικό τους φόβο, τότε κάτι έχει πάει βαθιά στραβά. Δεν είναι πολυτέλεια να θέλεις ένα σπίτι, ένα ταξίδι, ένα παιδί, ένα βράδυ έξω χωρίς ενοχές, μια μικρή οικονομία στην άκρη. Δεν είναι υπερβολική απαίτηση να θέλεις ο χρόνος που δίνεις στη δουλειά σου να επιστρέφει σε εσένα ως ζωή.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο θυμωμένο πράγμα που μου έμεινε από εκείνη τη διαδρομή. Ότι έχουμε κατεβάσει τόσο πολύ τον πήχη, ώστε η αξιοπρεπής ζωή παρουσιάζεται περίπου σαν υπερβολική απαίτηση. Να πληρώνεις τις ανάγκες σου, να μη φοβάσαι κάθε απρόοπτο, να μπορείς να σχεδιάσεις το αύριο. Αυτά δεν είναι προνόμια. Είναι τα βασικά. Και όταν ακόμη και τα βασικά αρχίζουν να μοιάζουν με πολυτέλεια, κάτι έχει χαλάσει πολύ βαθύτερα από έναν οικονομικό δείκτη.

Ο 21χρονος οδηγός με άφησε στο κέντρο και συνέχισε τη βάρδιά του. Εγώ κατέβηκα από το αυτοκίνητο κουβαλώντας τη συζήτησή μας. Γιατί τελικά δεν ήταν μόνο η ιστορία ενός νεαρού ταξιτζή από την Αιτωλοακαρνανία. Ήταν η ιστορία μιας χώρας όπου ένας 21χρονος μπορεί να κοιτάζει μπροστά και να μη βλέπει τίποτα και ένας άνθρωπος πάνω από 40 να κοιτάζει πίσω και να αναρωτιέται γιατί, ύστερα από τόσα χρόνια προσπάθειας, αισθάνεται ότι βρίσκεται ακόμη στην αφετηρία.

Και αυτό είναι που πρέπει να μας θυμώνει πραγματικά. Όχι ότι οι άνθρωποι παραπονιούνται, αλλά ότι δουλεύουν, παλεύουν, μεγαλώνουν, κουράζονται και κάποια στιγμή αρχίζουν να πιστεύουν πως δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο να περιμένουν.

Γιατί μια χώρα δεν χάνει πρώτα τους ανθρώπους της όταν εκείνοι φεύγουν στο εξωτερικό. Τους χάνει τη στιγμή που μένουν εδώ και παύουν να πιστεύουν ότι μπορούν να έχουν μέλλον μέσα σε αυτήν.