Οι επαναστάτες του καναπέ και οι αντιστασιακοί της χαμένης καρέκλας

Υπάρχει ένα ιδιαίτερο πολιτικό είδος που ευδοκιμεί στα κυβερνητικά γραφεία, τρέφεται από τις κρατικές θέσεις και παθαίνει ξαφνική κρίση συνειδήσεως μόλις χάσει την καρέκλα του.

Είναι οι γνωστοί και μη εξαιρετέοι κυβερνητικοί χειροκροτητές με ημερομηνία λήξεως. Εκείνοι που, όσο βρίσκονται μέσα στο σύστημα, βλέπουν μόνο επιτυχίες, αλλά μόλις βρεθούν έξω από αυτό, ανακαλύπτουν περισσότερα λάθη, σκάνδαλα και ανικανότητες απ’ όσα χωρά ένα ολόκληρο δελτίο ειδήσεων.

Όσο κατέχουν κυβερνητική θέση, ο πρωθυπουργός είναι ο Τσόρτσιλ, ο Ντε Γκωλ και ο Ελευθέριος Βενιζέλος μαζί. Κάθε απόφασή του σοφή, κάθε επιλογή του στρατηγική, κάθε αποτυχία μια παρεξηγημένη επιτυχία.

Αν κάτι πάει στραβά, φταίνε οι προηγούμενοι, η αντιπολίτευση, η διεθνής συγκυρία. Ποτέ η κυβέρνηση. Και ασφαλώς ποτέ οι ίδιοι.

Τρέχουν στις κομματικές εκδηλώσεις, στριμώχνονται για μια φωτογραφία δίπλα στον πρωθυπουργό και συναγωνίζονται ποιος θα εκφράσει πρώτος την απόλυτη εμπιστοσύνη του στην κυβερνητική πολιτική.

Αν μπορούσαν, θα χειροκροτούσαν ακόμη και το ασανσέρ του Μεγάρου Μαξίμου.

Μέχρι που χτυπάει το τηλέφωνο.

«Ο πρωθυπουργός αποφάσισε να προχωρήσει σε αλλαγές».

Και τότε αρχίζει η τραγωδία.

Όχι για τη χώρα. Για την καρέκλα!

Ο μέχρι χθες πολιτικός γίγαντας γίνεται κοντόφθαλμος ηγέτης. Η επιτυχημένη κυβέρνηση οδηγεί πλέον τη χώρα στον γκρεμό. Οι άξιοι υπουργοί μετατρέπονται σε ανίκανους παρατρεχάμενους.

Και εκείνος που μέχρι χθες διαβεβαίωνε ότι «ο πρωθυπουργός ξέρει πολύ καλά τι κάνει», σήμερα αναρωτιέται με ύφος βαθυστόχαστου αναλυτή: «Μα καλά, δεν βλέπει πού οδηγεί την παράταξη;».

Τι θαυμαστή πολιτική διορατικότητα! Ενεργοποιείται αυτομάτως μόλις απενεργοποιηθεί ο κυβερνητικός διορισμός.

Και κάπως έτσι αρχίζει η μεγάλη καριέρα του καφενείου.

Ο πρώην κυβερνητικός παράγοντας εγκαταλείπει τη δερμάτινη πολυθρόνα και εγκαθίσταται στο τραπεζάκι της πολιτικής πικρίας.

Με έναν φραπέ στο χέρι και το κινητό στο αυτί, μεταμορφώνεται σε εθνικό αναλυτή, στρατηγικό εγκέφαλο και αυτόκλητο σωτήρα της παράταξης.

«Δεν πάμε καλά».

«Ο πρωθυπουργός δεν ακούει κανέναν».

«Έχουν αποκοπεί από την κοινωνία».

«Ξέρω πολλά, αλλά δεν είναι της ώρας».

Βεβαίως, είναι πάντοτε της ώρας να τα πει σε πέντε καφενεία, τρεις δημοσιογράφους και καμιά δεκαριά πρόθυμους ακροατές.

Διαρροές, υπονοούμενα, μισόλογα και προβλέψεις καταστροφής. Όλα σερβίρονται μαζί με τον καφέ, κατά προτίμηση σκέτο, γιατί η πίκρα περισσεύει.

Το εκπληκτικό είναι ότι όσο συμμετείχαν στην κυβέρνηση δεν είχαν εντοπίσει ούτε ένα από τα προβλήματα που σήμερα καταγγέλλουν.

Ούτε αλαζονεία έβλεπαν ούτε αναποτελεσματικότητα ούτε λανθασμένες επιλογές.

Προφανώς, τα κυβερνητικά γραφεία διαθέτουν ειδικό σύστημα ηχομόνωσης της συνείδησης.

Μόλις, όμως, τους αφαιρέσουν τα κλειδιά, επανέρχονται αυτομάτως η ακοή, η όραση και η πολιτική κρίση.

Είναι το μοναδικό πολιτικό φαινόμενο στο οποίο η απώλεια μιας θέσης θεραπεύει ακαριαία την τύφλωση.

Το ακόμη πιο κωμικό είναι ότι θεωρούν την απομάκρυνσή τους ιστορικό σφάλμα.

Δεν διανοούνται ότι ίσως δεν ήταν τόσο απαραίτητοι όσο πίστευαν. Ότι ίσως η προσφορά τους δεν ήταν τόσο σπουδαία. Ότι ο πρωθυπουργός είχε κάθε δικαίωμα να επιλέξει κάποιον άλλον.

Όχι! Η αποχώρησή τους σηματοδοτεί την αρχή της κυβερνητικής παρακμής.

Πριν φύγουν, η χώρα προόδευε. Μόλις έφυγαν, άρχισε η αντίστροφη μέτρηση.

Τέτοια αυτοπεποίθηση ούτε ο Ναπολέων!

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι η γελοιότητα της μεταμόρφωσης. Είναι η υποκρισία.

Διότι ο πολιτικός που έχει αρχές διαφωνεί όταν η διαφωνία του κοστίζει. Όταν βρίσκεται μέσα στο κυβερνητικό γραφείο, όχι μόνο όταν τον πετάξουν έξω από αυτό.

Δεν καταπίνει τη γλώσσα του όσο απολαμβάνει τα προνόμια για να ανακαλύψει τη δημοκρατική του ευαισθησία μόλις χάσει τον τίτλο και την εξουσία.

Η κριτική που γεννιέται την επομένη της αποπομπής δεν είναι κατ’ ανάγκην πολιτική γενναιότητα. Συχνά είναι η εκδίκηση της πληγωμένης ματαιοδοξίας.

Γιατί κάποιοι δεν υπηρέτησαν ποτέ την κυβέρνηση επειδή πίστευαν στις πολιτικές της. Την υπηρέτησαν επειδή τους εξασφάλιζε μια θέση.

Η πολιτική τους ιδεολογία είχε τέσσερα πόδια, πλάτη και αναπαυτικό κάθισμα.

Και όσο πιο αναπαυτική η καρέκλα, τόσο ισχυρότερες οι πεποιθήσεις.

Υπάρχει, όμως, και η κορυφαία πράξη αυτής της πολιτικής κωμωδίας.

Ας υποθέσουμε ότι αύριο ο ίδιος πρωθυπουργός τούς τηλεφωνεί και τους προτείνει μια νέα θέση.

Θα αρνηθούν για λόγους αρχής; Θα επιμείνουν στις καταγγελίες τους; Θα απαιτήσουν αλλαγή κυβερνητικής πολιτικής;

Μην είστε αφελείς.

Πριν προλάβει να στεγνώσει ο καφές, θα έχουν ξαναβρεί τη χαμένη τους εμπιστοσύνη στον πρωθυπουργό.

Η κυβέρνηση θα ξαναγίνει αποτελεσματική, οι υπουργοί ικανοί και η παράταξη θα ξαναβρεί τον προσανατολισμό της.

Και οι ίδιοι θα επιστρέψουν θριαμβευτικά στο φυσικό τους περιβάλλον: κοντά στην εξουσία, μακριά από την αυτοκριτική.

Άλλωστε, για ορισμένους, η πολιτική συνείδηση δεν βρίσκεται στο μυαλό ή στην καρδιά. Βρίσκεται ακριβώς κάτω από τα οπίσθια.

Ας τελειώνουμε, λοιπόν, με τους επαγγελματίες δυσαρεστημένους της εξουσίας. Με τους χθεσινούς αυλοκόλακες που σήμερα παριστάνουν τους αντιστασιακούς. Με εκείνους που μπέρδεψαν την υπηρεσία προς την πατρίδα με την προσωπική τους αποκατάσταση.

Κανείς δεν τους στερεί το δικαίωμα της κριτικής. Αλλά ούτε εκείνοι μπορούν να απαιτούν να ξεχάσουμε τι έλεγαν και τι έκαναν όταν βρίσκονταν στην άλλη πλευρά της πόρτας.

Η κοινωνία μπορεί να συγχωρήσει ένα πολιτικό λάθος, να κατανοήσει μια αλλαγή άποψης, ακόμη και να σεβαστεί μια ειλικρινή μεταμέλεια.

Εκείνο που δύσκολα ανέχεται είναι να βλέπει τον χθεσινό κόλακα να παριστάνει σήμερα τον αδέκαστο κριτή.

Και μια τελευταία συμβουλή προς τους επαναστάτες του φραπέ:

Αν πράγματι ανησυχείτε για την κυβέρνηση, την παράταξη και τη χώρα, δοκιμάστε κάποτε να ασκήσετε πολιτική χωρίς να περιμένετε ως αντάλλαγμα μια καρέκλα.

Μπορεί να σας φανεί παράξενο, αλλά λέγεται πολιτική αξιοπρέπεια.

Γιατί άλλο πράγμα είναι να σε απομακρύνουν από μια κυβερνητική θέση και άλλο να αποδεικνύεις μόνος σου ότι η θέση ήταν μεγαλύτερη από το πολιτικό σου ανάστημα.

Και όσο για τα καφενεία; Ας μην τα αδικούμε. Έχουν φιλοξενήσει σπουδαίους ανθρώπους, μεγάλες ιδέες και πραγματικούς αγωνιστές. Δεν φταίνε αυτά που σήμερα κάποιοι αποτυχημένοι αυλικοί τα μετατρέπουν σε στρατηγεία της πληγωμένης τους ματαιοδοξίας. Άλλωστε, η ιστορία δεν γράφεται από εκείνους που θυμήθηκαν να επαναστατήσουν όταν έχασαν τον διορισμό τους.

Γράφεται από ανθρώπους με αρχές, όχι από ανθρώπους με παράπονα. Γιατί οι πρώτοι έχουν πολιτική συνείδηση, ενώ οι δεύτεροι είχαν απλώς μια καρέκλα. Και όταν τους την πήραν, έμειναν όρθιοι μόνο για να φανεί πόσο μικροί ήταν χωρίς αυτήν.