Η Αθήνα δεν πρόκειται να αποδεχθεί καμία απόπειρα ανατροπής των θαλάσσιων συνόρων στην Ανατολική Μεσόγειο, διαμηνύει ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Με φόντο τις νέες κινήσεις της Τουρκίας και της ανατολικής Λιβύης, ο πρωθυπουργός εξαπολύει σφοδρή επίθεση κατά της Άγκυρας, απορρίπτει κατηγορηματικά τη συμφωνία για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών και ξεκαθαρίζει ότι οι έρευνες της Chevron νότια της Κρήτης δεν πρόκειται να επηρεαστούν.
Σε συνέντευξή του στο Reuters, ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτηρίζει τη συμφωνία «κατάφωρα παράνομη, άκυρη και ανυπόστατη», καταγγέλλοντας ότι η Τουρκία και η Λιβύη επιχειρούν να επιβάλουν τετελεσμένα στην Ανατολική Μεσόγειο, παραβλέποντας τα δικαιώματα των ελληνικών νησιών.
Ο πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι οι δύο πλευρές επιχειρούν να χαράξουν θαλάσσια σύνορα χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τη γεωγραφική πραγματικότητα και τις προβλέψεις της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.
«Αγνοεί πλήρως τη γεωγραφία, την πραγματικότητα ότι υπάρχουν ελληνικά νησιά -τα οποία φαίνεται να εξαφανίζονται εντελώς από τη σκέψη της Τουρκίας και της Λιβύης» δήλωσε χαρακτηριστικά, κατηγορώντας την Άγκυρα και τη λιβυκή πλευρά ότι επιδιώκουν τη δημιουργία «τετελεσμένων γεγονότων».
Το μήνυμα για τη Chevron και η πρόσκληση για απευθείας συνομιλίες με τη Λιβύη
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στις έρευνες υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης, σε μια περίοδο κατά την οποία οι τουρκολιβυκές κινήσεις επαναφέρουν στο προσκήνιο τις διαφωνίες για τις θαλάσσιες ζώνες στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Ελλάδα έχει παραχωρήσει δικαιώματα έρευνας φυσικού αερίου σε κοινοπραξία με επικεφαλής την αμερικανική Chevron, ενώ επιδιώκει παράλληλα την επίτευξη συμφωνίας οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών με τη Λιβύη.
Ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε απόλυτα καθησυχαστικός για την πορεία των ερευνών, δηλώνοντας ότι «δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος να αμφισβητηθούν με οποιονδήποτε τρόπο αυτές οι έρευνες».
Παρά τη σκληρή στάση απέναντι στο τουρκολιβυκό μνημόνιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης άφησε ανοιχτό τον δρόμο της διπλωματίας με τη Λιβύη.
Χαρακτήρισε τις δύο χώρες «φυσικούς γείτονες» και κάλεσε τη λιβυκή πλευρά να προσέλθει σε απευθείας διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, αντιμετωπίζοντας τη διαδικασία «πολύ, πολύ σοβαρά».
Μαύρη Θάλασσα: Έκκληση για διεθνή εκεχειρία μετά τη βύθιση ελληνόκτητου πλοίου
Η συνέντευξη του πρωθυπουργού πραγματοποιήθηκε μετά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για τη θαλάσσια ασφάλεια, στην οποία προήδρευσε, και λίγες ώρες μετά τη βύθιση ελληνόκτητου πλοίου μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων στα ανοιχτά της Βουλγαρίας.
Το πλοίο δέχθηκε επίθεση με ναυτικά drones την Τετάρτη, σε ένα ακόμη περιστατικό που αναδεικνύει τους αυξανόμενους κινδύνους για την εμπορική ναυσιπλοΐα στη δυτική Μαύρη Θάλασσα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ζήτησε την επίτευξη διεθνούς συμφωνίας που θα εξασφαλίζει την ασφαλή διέλευση των εμπορικών πλοίων, ανεξάρτητα από την εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων στην Ουκρανία.
«Χρειαζόμαστε κάποιου είδους διεθνή εκεχειρία όσον αφορά στην ελευθερία της ναυσιπλοΐας» δήλωσε, χαρακτηρίζοντας «ύψιστη προτεραιότητα» την αποκατάσταση των ασφαλών διαδρομών για τις εξαγωγές ουκρανικών σιτηρών.
Ο πρωθυπουργός εξέφρασε την πεποίθηση ότι η ελληνική ναυτιλία θα μπορούσε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην επανεκκίνηση των εμπορικών μεταφορών στην περιοχή.
«Οι Έλληνες πλοιοκτήτες θα ήταν οι πρώτοι που θα επανέλαβαν τις εμπορικές δραστηριότητες στη Μαύρη Θάλασσα, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών από την Ουκρανία, υπό την προϋπόθεση ότι θα διασφαλιζόταν η ασφαλής διέλευση» ανέφερε.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η ανασφάλεια στις θαλάσσιες μεταφορές έχει προκαλέσει μεγάλη αύξηση στους ναύλους και στα ασφάλιστρα των πλοίων, επιβαρύνοντας το διεθνές εμπόριο.
Η προειδοποίηση για τα ουκρανικά σιτηρά και η στάση της Ρωσίας
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στάθηκε ιδιαίτερα στις οικονομικές συνέπειες που προκαλεί ο αποκλεισμός ή ο περιορισμός των θαλάσσιων μεταφορών για την Ουκρανία.
Η δυνατότητα εξαγωγής αγροτικών προϊόντων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την ουκρανική οικονομία, με τον πρωθυπουργό να προειδοποιεί ότι μεγάλες ποσότητες σιτηρών κινδυνεύουν να καταστραφούν εξαιτίας των δυσκολιών στη μεταφορά τους.
«Είχαν μια εξαιρετικά πλούσια σοδειά, αλλά τα σιτηρά βρίσκονται τώρα αποθηκευμένα σε σιλό, με κίνδυνο να σαπίσουν» ανέφερε.
Αναφερόμενος στις διπλωματικές προσπάθειες για τον τερματισμό του πολέμου, εμφανίστηκε απαισιόδοξος ως προς τις προθέσεις της Μόσχας.
«Δυστυχώς, προς το παρόν, η Ρωσία δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται να συμμετάσχει σε μια ουσιαστική συζήτηση», δήλωσε.
«Δεν αρκούν οι δυνάμεις στην Ερυθρά Θάλασσα» – Η παρέμβαση για την επιχείρηση «Ασπίδες»
Ο πρωθυπουργός έστρεψε επίσης την προσοχή στην Ερυθρά Θάλασσα, ζητώντας από τους Ευρωπαίους εταίρους να ενισχύσουν την επιχείρηση «Ασπίδες», η οποία δημιουργήθηκε το 2024 για την προστασία των εμπορικών πλοίων από τις επιθέσεις των Χούθι της Υεμένης.
Όπως υπογράμμισε, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την προστασία των θαλάσσιων εμπορικών διαδρόμων, αναπτύσσοντας περισσότερες στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή.
«Το επιχείρημά μου είναι απλό: η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συμφέρον να διαθέτει ουσιαστική παρουσία, με πραγματικά στρατιωτικά μέσα, σε αυτή την περιοχή του κόσμου και χρειαζόμαστε περισσότερες χώρες να συμμετάσχουν στην επιχείρηση “Ασπίδες”» δήλωσε στο Reuters.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγνώρισε ότι η Ελλάδα, η Ιταλία και η Γαλλία έχουν ήδη διαθέσει στρατιωτικά μέσα, ωστόσο εκτίμησε ότι η σημερινή ευρωπαϊκή παρουσία δεν επαρκεί.
«Εάν θέλουμε πραγματικά να στείλουμε το μήνυμα και στις χώρες του Κόλπου ότι λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη την ασφάλειά τους, αλλά και ότι προστατεύουμε τις κρίσιμες αρτηρίες και θαλάσσιες οδούς που είναι απολύτως απαραίτητες για το ευρωπαϊκό εμπόριο, θα πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι να αναπτύξουμε περισσότερα μέσα σε αυτή την περιοχή του κόσμου» τόνισε.
Η απάντηση για τον Τραμπ και τις κυρώσεις στη Ρωσία
Στο τελευταίο μέρος της συνέντευξης, ο πρωθυπουργός κλήθηκε να σχολιάσει την απόφαση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να άρει τις κυρώσεις στις ρωσικές εξαγωγές ντίζελ.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε ότι η Ελλάδα παραμένει προσηλωμένη στην πολιτική οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα, υποστηρίζοντας ότι η συνέχιση του πολέμου πρέπει να συνοδεύεται από συγκεκριμένο οικονομικό κόστος για τη Ρωσία.
«Πιστεύουμε ότι πρέπει να ασκήσουμε οικονομική πίεση και να επιβάλουμε μεγαλύτερο οικονομικό κόστος στη Ρωσία, ώστε να στείλουμε ένα απολύτως σαφές μήνυμα ότι, όσο παρατείνει αυτόν τον πόλεμο, θα υφίσταται πολύ συγκεκριμένες οικονομικές συνέπειες» κατέληξε.


