Μητσοτάκης – Ανδρουλάκης – Τσίπρας – Σαμαράς: Τέσσερις στρατηγικές, μία μάχη για το ποιος θα ορίσει το δίλημμα των εκλογών

Η πολιτική σκηνή έχει ήδη μπει σε προεκλογική τροχιά, παρότι οι κάλπες απέχουν ακόμη μήνες. Οι τελευταίες κινήσεις κυβέρνησης και αντιπολίτευσης δείχνουν ότι η μάχη πλέον δεν γίνεται μόνο για τα ποσοστά, αλλά κυρίως για το ποιος θα καταφέρει να επιβάλει το βασικό πολιτικό δίλημμα με το οποίο θα φτάσει η χώρα στις εκλογές του 2027.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει αρχίσει να επαναφέρει με ολοένα μεγαλύτερη ένταση το επιχείρημα της «σταθερότητας». Η γραμμή του Μεγάρου Μαξίμου είναι σαφής, οικονομική σταθερότητα, επενδύσεις και ανάπτυξη προϋποθέτουν πολιτική σταθερότητα. Το μήνυμα αυτό δεν απευθύνεται μόνο στους ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας. Απευθύνεται κυρίως σε εκείνο το κομμάτι της κοινωνίας που μπορεί να είναι δυσαρεστημένο από την ακρίβεια, το στεγαστικό ή τις επιδόσεις της κυβέρνησης, αλλά φοβάται μία νέα περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας.

Το Μαξίμου ξαναβάζει στο τραπέζι τη «σταθερότητα»

Το πραγματικό δίλημμα που επιχειρεί σταδιακά να οικοδομήσει η κυβέρνηση είναι προφανές: «σταθερή κυβέρνηση ή πολιτική περιπέτεια». Είναι μία στρατηγική που παραπέμπει ευθέως στις εκλογές του 2023, μόνο που αυτή τη φορά οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Η κυβέρνηση βρίσκεται πολύ περισσότερα χρόνια στην εξουσία, η φθορά είναι μεγαλύτερη και στα δεξιά της ΝΔ υπάρχει πλέον η ανοιχτή εκκρεμότητα Αντώνη Σαμαρά.

Ο πρώην πρωθυπουργός συνεχίζει τις δημόσιες παρεμβάσεις του με αιχμές προς την κυβέρνηση, χωρίς παράλληλα να διαψεύδει τα σενάρια για ίδρυση νέου πολιτικού φορέα. Σε πρόσφατη παρέμβασή του είπε ότι δεν τον ενδιαφέρει «ποιος θα χάσει την καρέκλα του», αλλά «να μη χάσει η Ελλάδα», ενώ επιτέθηκε στην κυβερνητική πολιτική για την ακρίβεια.

Αυτό ακριβώς αποτελεί έναν νέο πονοκέφαλο για τη Νέα Δημοκρατία: η κυβέρνηση δεν έχει απέναντί της μόνο την κεντροαριστερά, αλλά ενδεχομένως και έναν νέο ανταγωνιστή μέσα στον ευρύτερο χώρο της Κεντροδεξιάς.

Ο Ανδρουλάκης ανοίγει πλέον δύο μέτωπα

Από την άλλη πλευρά, ο Νίκος Ανδρουλάκης δείχνει ότι δεν προτίθεται να αφήσει στον Αλέξη Τσίπρα ελεύθερο χώρο στην αντιπολίτευση. Σε παρέμβασή του προς τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ζήτησε να απαντούν τόσο στη Νέα Δημοκρατία όσο και στον πρώην πρωθυπουργό, κάνοντας λόγο για προσπάθειες «παραχάραξης της Ιστορίας».

Η κίνηση έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Μέχρι πρόσφατα η Χαριλάου Τρικούπη επέμενε ότι ο βασικός της αντίπαλος είναι αποκλειστικά η κυβέρνηση. Τώρα όμως, χωρίς να αλλάζει αυτή τη θέση, είναι εμφανές ότι παρακολουθεί πολύ πιο στενά και τις κινήσεις Τσίπρα.

Παράλληλα το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να εμφανιστεί ως χώρος πολιτικής διεύρυνσης. Η επίσημη ένταξη του Ευάγγελου Αποστολάκη στην Κοινοβουλευτική Ομάδα ήταν μία τέτοια κίνηση, ενώ ήδη υπάρχουν δημοσιεύματα για νέες προσχωρήσεις ανεξάρτητων βουλευτών.

Το μήνυμα του Ανδρουλάκη είναι ότι η πολιτική αλλαγή μπορεί να περάσει μέσα από το ΠΑΣΟΚ και όχι μέσα από μία επανασυσπείρωση γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα. Ο ίδιος έχει ήδη δηλώσει ότι για να υπάρξει πολιτική αλλαγή το ΠΑΣΟΚ πρέπει να είναι πρώτο κόμμα. 

Τσίπρας: Επιστροφή με στόχο να ξαναγράψει το δίλημμα

Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα αλλάζει αναπόφευκτα τις ισορροπίες στον χώρο της αντιπολίτευσης. Το βασικό πολιτικό του στοίχημα δεν είναι μόνο να αντιπαρατεθεί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά να αποδείξει ότι εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό εκφραστή της κυβερνητικής εναλλακτικής.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η σύγκρουση με το ΠΑΣΟΚ. Και οι δύο χώροι επιχειρούν να απευθυνθούν σε ένα παρόμοιο εκλογικό ακροατήριο, κεντροαριστερούς ψηφοφόρους, πολίτες που απομακρύνθηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και ένα τμήμα του πολιτικού Κέντρου που δηλώνει δυσαρεστημένο από τη Νέα Δημοκρατία.

Η διαφορά είναι ότι το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να στηρίξει την πολιτική του αφήγηση στη θεσμικότητα, στις προγραμματικές προτάσεις και στη διεύρυνση, ενώ ο Τσίπρας επενδύει σε μεγαλύτερο βαθμό στην προσωπική του πολιτική αναγνωρισιμότητα και στην ευθεία αντιπαράθεση με τον Μητσοτάκη.

Τέσσερις στρατηγικές, ένας κοινός στόχος

Και κάπως έτσι η πολιτική σκακιέρα αποκτά τέσσερα διαφορετικά μέτωπα. Ο Μητσοτάκης θέλει η εκλογή να κριθεί στο δίλημμα «σταθερότητα ή αβεβαιότητα». Ο Ανδρουλάκης θέλει να μετατρέψει το δίλημμα σε «συνέχιση της σημερινής διακυβέρνησης ή θεσμική πολιτική αλλαγή».

Ο Τσίπρας επιχειρεί να ξαναφέρει στο προσκήνιο μία πιο καθαρή σύγκρουση «Μητσοτάκης ή αλλαγή». Και ο Σαμαράς, εφόσον τελικά προχωρήσει στη δημιουργία νέου φορέα, θα επιχειρήσει να ανοίξει μία διαφορετική συζήτηση στο εσωτερικό της συντηρητικής παράταξης, ποια Νέα Δημοκρατία και ποια πολιτική δεξιά θέλει να εκπροσωπεί τον συγκεκριμένο χώρο.

Η μάχη δεν είναι ακόμη για την ψήφο, είναι για το ερώτημα

Αυτό είναι και το πραγματικά νέο στοιχείο της περιόδου. Πριν αρχίσουν να ζητούν από τους πολίτες την ψήφο τους, οι πολιτικοί αρχηγοί προσπαθούν να τους επιβάλουν το ερώτημα στο οποίο θα κληθούν να απαντήσουν.

Και πολλές φορές στις εκλογές δεν κερδίζει απλώς εκείνος που δίνει την πιο πειστική απάντηση. Κερδίζει πολιτικά εκείνος που καταφέρνει να ορίσει πρώτος το ερώτημα. Γι’ αυτό και, παρότι κανείς ακόμη δεν χρησιμοποιεί επισήμως τη λέξη «προεκλογική περίοδος», οι κινήσεις των τελευταίων ημερών δείχνουν ότι αυτή έχει ήδη αρχίσει. Θα κρατούσα ως βασικό τίτλο τον παραπάνω, γιατί μεταφέρει τη σύγκρουση από το επίπεδο «ποιος είπε τι» στο ουσιαστικό πολιτικό διακύβευμα, ποιος θα ορίσει το ερώτημα των εκλογών.