Καλοί δημοσιογράφοι, μέχρι να μας ενοχλήσουν

Για ορισμένους, η ελευθερία της κριτικής τελειώνει εκεί όπου αρχίζει η δική τους παράταξη.

Υπάρχει ένας βολικός τρόπος να αξιολογείς τους δημοσιογράφους: να εξετάζεις ποιον ενοχλούν. Αν ειρωνεύονται τη Νέα Δημοκρατία, είναι θαρραλέοι, ανεξάρτητοι, εύστοχοι. Αν στρέψουν την κριτική τους στην Αριστερά, ξαφνικά γίνονται «κατάπτυστοι», «πουλημένοι» και «αλήτες». Το κείμενο μπορεί να έχει την ίδια οξύτητα, το σχόλιο την ίδια ειρωνεία. Αλλάζει ο αποδέκτης και μαζί του αλλάζει η ετυμηγορία.

Ασφαλώς, αυτή η συμπεριφορά δεν χαρακτηρίζει όλους τους ανθρώπους της Αριστεράς. Όσοι όμως την υιοθετούν εκθέτουν κυρίως τη δική τους αντίληψη για τη δημοκρατία. Διότι ζητούν από τον δημοσιογράφο να είναι ανελέητος απέναντι στους αντιπάλους τους και διακριτικός απέναντι στους ίδιους. Να σηκώνει το δάχτυλο στη Δεξιά, αλλά να χαμηλώνει τη φωνή όταν φτάνει στα δικά τους λάθη.

Η ανεξαρτησία, βεβαίως, δεν λειτουργεί με κομματικό ωράριο.

Αν θεωρείς θεμιτό να σατιρίζεται ένας υπουργός της Νέας Δημοκρατίας, οφείλεις να δέχεσαι ότι μπορεί να σατιρίζεται και ένα στέλεχος της Αριστεράς. Αν χειροκροτείς την αυστηρή κριτική προς την κυβέρνηση, δεν μπορείς να βαφτίζεις «χυδαιότητα» κάθε αυστηρή κρίση για την αντιπολίτευση. Εκτός αν πιστεύεις ότι ορισμένοι διαθέτουν κληρονομικό δικαίωμα στην ηθική ανωτερότητα και ισόβια απαλλαγή από τον δημόσιο έλεγχο.

Μάλιστα, όσο μια παράταξη δυσκολεύεται να πείσει, τόσο περισσότερο χρειάζεται να ακούσει όσα την ενοχλούν. Οι ύβρεις προς εκείνον που επισημαίνει τις αντιφάσεις της δεν συνιστούν απάντηση. Φανερώνουν αδυναμία να δοθεί απάντηση. Και η πολιτική αδυναμία γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν φοράει το ύφος του εισαγγελέα.

Βεβαίως, κανένας δημοσιογράφος δεν βρίσκεται υπεράνω κριτικής. Κρίνεται για την ακρίβεια, την τεκμηρίωση, τη συνέπεια και το ύφος του. Όποιος διαφωνεί μαζί του μπορεί να δείξει πού κάνει λάθος, τι αποσιωπά, ποιο συμπέρασμα δεν στηρίζεται στα στοιχεία. Το «είσαι αλήτης», όμως, δεν προσθέτει ούτε ένα επιχείρημα στη συζήτηση.

Το ίδιο κριτήριο ισχύει για κάθε παράταξη. Και για τη Νέα Δημοκρατία, όταν οι δικοί της υποστηρικτές ανακαλύπτουν «σκοπιμότητες» σε κάθε δυσάρεστο ρεπορτάζ.

Ο δημοσιογράφος δεν χρειάζεται πιστοποιητικό πολιτικών φρονημάτων από κανένα κομματικό ακροατήριο. Χρειάζεται να κάνει τη δουλειά του.

Αν είναι «ο καλύτερος» μόνο όσο χτυπάει τους άλλους, τότε ο έπαινος είχε εξαρχής έναν όρο: να μη φτάσει ποτέ η σειρά μας.