
Η κυβέρνηση επικαλείται τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες για να εξηγήσει γιατί δεν μειώνει τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης. Μόνο που οι Βρυξέλλες δεν απαγορεύουν τη μείωση. Την ίδια ώρα, τα φορολογικά έσοδα υπεραποδίδουν και η ακρίβεια λειτουργεί σε αρκετές περιπτώσεις σαν ένας αθέατος εισπράκτορας για το Δημόσιο. Κάθε φορά που η βενζίνη ανεβαίνει, επιστρέφει η ίδια ερώτηση, γιατί δεν μειώνεται ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης;
Και σχεδόν αυτομάτως ακούγεται η απάντηση: υπάρχουν οι δημοσιονομικοί κανόνες των Βρυξελλών, υπάρχει το όριο των καθαρών δαπανών, δεν υπάρχει περιθώριο. Μόνο που αυτή είναι η μισή εικόνα.
Οι νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες πράγματι προβλέπουν συγκεκριμένη πορεία καθαρών δαπανών και πράγματι μια μόνιμη μείωση φόρου επιβαρύνει τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση απαγορεύει στην Ελλάδα να μειώσει τον ΕΦΚ. Σημαίνει κάτι πολύ απλούστερο, αν μειώσεις τον φόρο, πρέπει να βρεις τα χρήματα. Και κάπου εδώ αρχίζει η πραγματική συζήτηση.
Ο φόρος των 70 λεπτών
Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στην αμόλυβδη είναι σήμερα 70 λεπτά το λίτρο, όταν το ελάχιστο ευρωπαϊκό όριο βρίσκεται στα 35,9 λεπτά. Άρα από ευρωπαϊκής πλευράς υπάρχει περιθώριο. Αν ο ΕΦΚ μειωνόταν κατά 10 λεπτά, η τελική τιμή στην αντλία θα μπορούσε θεωρητικά να υποχωρήσει περίπου 12,4 λεπτά το λίτρο, επειδή πάνω στον ΕΦΚ επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%. Για 50 λίτρα, περίπου 6,20 ευρώ λιγότερα. Για 100 λίτρα τον μήνα, 12,40 ευρώ. Σε ετήσια βάση, για κάποιον που καίει 1.200 λίτρα, σχεδόν 150 ευρώ.
Το δημοσιονομικό κόστος μιας τέτοιας παρέμβασης θα ήταν της τάξης των 350-370 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως, μαζί με την απώλεια ΦΠΑ. Δεν είναι μικρό ποσό. Αλλά ούτε και ασύλληπτο για έναν προϋπολογισμό που εμφανίζει υπεραπόδοση εσόδων.
Η ακρίβεια γεμίζει και τα κρατικά ταμεία
Και εδώ βρίσκεται μια πλευρά της συζήτησης που συχνά μένει στο περιθώριο. Όταν ανεβαίνουν οι τιμές, ο καταναλωτής πληρώνει περισσότερο. Αλλά όταν ένας φόρος είναι ποσοστιαίος, όπως ο ΦΠΑ, περισσότερα εισπράττει και το κράτος. Ένα προϊόν που κοστίζει 100 ευρώ αποδίδει 24 ευρώ ΦΠΑ με συντελεστή 24%. Αν η τιμή του ανέβει στα 120 ευρώ, ο ίδιος συντελεστής αποδίδει 28,80 ευρώ. Δεν αυξήθηκε ο φορολογικός συντελεστής. Αυξήθηκε όμως ο φόρος σε ευρώ. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλη η υπεραπόδοση των εσόδων οφείλεται στον πληθωρισμό. Υπάρχει ανάπτυξη, αύξηση εισοδημάτων, περισσότερη απασχόληση, ηλεκτρονικές συναλλαγές και περιορισμός φοροδιαφυγής.
Όμως τα ίδια τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών δείχνουν ότι στο επτάμηνο Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026 τα φορολογικά έσοδα, αφού αφαιρεθούν ορισμένες έκτακτες εγγραφές, ήταν 990 εκατομμύρια ευρώ πάνω από τον στόχο, δηλαδή αυξημένα κατά 2,4%. Και έναν μήνα νωρίτερα, στο εξάμηνο, τα καθαρά έσοδα χωρίς την επίδραση των χρονικών μετατοπίσεων του Ταμείου Ανάκαμψης ήταν 1,437 δισ. ευρώ πάνω από τον στόχο.
Ο μάγος και το καπέλο
Και κάπως έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο. Ο πολίτης πληρώνει ακριβότερα στο σούπερ μάρκετ, στο πρατήριο, στην ενέργεια. Το κράτος εισπράττει περισσότερα έσοδα από μια οικονομία στην οποία οι ονομαστικές τιμές έχουν ανέβει. Και στη συνέχεια ένα μέρος αυτών των πρόσθετων εσόδων επιστρέφει στον πολίτη μέσω έκτακτων επιδομάτων, ενισχύσεων και «πακέτων». Σαν τον μάγο που βγάζει κάθε τόσο έναν λαγό από το καπέλο. Μόνο που ο λαγός δεν εμφανίστηκε με μαγικό τρόπο. Κάποιος προηγουμένως τον είχε βάλει μέσα στο καπέλο. Και σε σημαντικό βαθμό αυτός είναι ο ίδιος ο φορολογούμενος.
Πληρώνει περισσότερο λόγω υψηλότερων τιμών, το Δημόσιο εισπράττει περισσότερα και ύστερα η κυβέρνηση ανακοινώνει ότι «επιστρέφει στην κοινωνία το μέρισμα της ανάπτυξης» ή μέρος της υπεραπόδοσης. Η κυβέρνηση μπορεί απολύτως να υποστηρίξει ότι αυτή είναι συνειδητή επιλογή, συγκεντρώνει πόρους και τους κατευθύνει πιο στοχευμένα σε όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.Αυτό είναι θεμιτή δημοσιονομική θέση. Αλλά τότε η συζήτηση πρέπει να γίνεται με τους πραγματικούς όρους.
Επίδομα ή μικρότερος φόρος;
Το πραγματικό δίλημμα λοιπόν δεν είναι, «Μας αφήνουν οι Βρυξέλλες να μειώσουμε τον φόρο;» Το πραγματικό δίλημμα είναι, «Θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο για να μειώσουμε έναν φόρο ή θέλουμε να τον διατηρήσουμε και στη συνέχεια να επιστρέφουμε μέρος των εσόδων μέσω επιδομάτων;»
Η δεύτερη επιλογή έχει ένα πλεονέκτημα, μπορεί να είναι περισσότερο στοχευμένη. Έχει όμως και μια πολιτική ιδιομορφία. Το κράτος πρώτα εισπράττει και μετά εμφανίζεται ως εκείνος που δίνει αλλά όχι σε… όλους. Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στη μείωση φόρων και στα επιδόματα.
Με τη μείωση φόρου ο πολίτης κρατά εξαρχής περισσότερα από τα δικά του χρήματα. Με το επίδομα τα χρήματα περνούν πρώτα από το κρατικό ταμείο και μετά η κυβέρνηση αποφασίζει πόσα, πότε και σε ποιους θα επιστρέψει. Άρα η ερώτηση προς την κυβέρνηση είναι συγκεκριμένη, Αφού τα φορολογικά έσοδα υπεραποδίδουν, γιατί το πρόσθετο περιθώριο χρησιμοποιείται κάθε φορά κυρίως για νέες ενισχύσεις και όχι και για μόνιμη αποκλιμάκωση των έμμεσων φόρων που επιβαρύνουν τις τιμές; Γιατί οι Βρυξέλλες μπορεί να καθορίζουν το μέγεθος του δημοσιονομικού φακέλου. Δεν αποφασίζουν όμως εκείνες αν μέσα στον φάκελο θα υπάρχει επίδομα ή χαμηλότερος φόρος.

