
Μία κρίσιμη διπλωματική ανάγνωση προκύπτει από το ταξίδι του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη στην Τρίπολη και τις επαφές με τη λιβυκή πλευρά. Η Αθήνα κρατά τη θεσμική επανεκκίνηση της συζήτησης για ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα και, κυρίως, τη διατύπωση ότι Ελλάδα και Λιβύη είναι κράτη με αντικείμενες ακτές.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η συγκεκριμένη αναφορά έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς επαναφέρει τη συζήτηση στο πραγματικό γεωγραφικό και νομικό πλαίσιο της περιοχής. Η οριοθέτηση νότια της Κρήτης αφορά την Ελλάδα και τη Λιβύη, ως δύο κράτη που διαθέτουν αντικείμενες ακτές και, επομένως, έχουν φυσικό και νόμιμο αντικείμενο διαπραγμάτευσης στη βάση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας.
Tripoli
FM George Gerapetritis during his meeting with the PM of the Government of National Unity of Libya, Abdul Hamid Dbeibah pic.twitter.com/yIhrOB6dQq
— Υπουργείο Εξωτερικών (@GreeceMFA) April 27, 2026
Το κλειδί των «αντικείμενων ακτών»
Η φράση «κράτη με αντικείμενες ακτές» λειτουργεί ως πυρήνας της ελληνικής θέσης. Διπλωματικές πηγές σημειώνουν ότι η Αθήνα επιδιώκει να κατοχυρώσει, στο επίπεδο της διαδικασίας, ότι η θαλάσσια οριοθέτηση στη συγκεκριμένη περιοχή δεν αφορά την Τουρκία και τη Λιβύη σαν να μην υπάρχουν ελληνικά νησιά, αλλά την Ελλάδα και τη Λιβύη ως δύο κράτη με απέναντι ακτές.
Με αυτόν τον τρόπο, η ελληνική προσέγγιση αποδυναμώνει τη βασική παραδοχή του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου του 2019. Το μνημόνιο στηρίχθηκε στην αντίληψη ότι Τουρκία και Λιβύη έχουν δυνατότητα χάραξης κοινής θαλάσσιας ζώνης, αγνοώντας την ύπαρξη και την επήρεια ελληνικών νησιών, ιδίως της Κρήτης. Η Αθήνα απαντά με γεωγραφία, Διεθνές Δίκαιο και επιμονή στην UNCLOS.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τρίπολη εγκαταλείπει το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η ελληνική πλευρά, ωστόσο, καταγράφει ότι η Λιβύη επιστρέφει σε τεχνικό διάλογο με την Ελλάδα για ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα. Για την ελληνική διπλωματία, η εξέλιξη αυτή διατηρεί ανοικτό το θεσμικό κανάλι και δημιουργεί πεδίο περαιτέρω διαπραγμάτευσης.
Τι κρατά η Αθήνα
Το πρώτο στοιχείο είναι η επανεκκίνηση των τεχνικών συνομιλιών. Ο επόμενος γύρος δείχνει ότι το ζήτημα περνά από το επίπεδο των γενικών δηλώσεων στο επίπεδο των αρμόδιων επιτροπών. Αυτό έχει σημασία, επειδή η ελληνική πλευρά θέλει να καταγραφεί ότι η οριοθέτηση παραμένει ανοικτή, θεσμική και διμερής υπόθεση.
Το δεύτερο στοιχείο είναι η σύνδεση της οριοθέτησης με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και την UNCLOS. Η Αθήνα εμφανίζεται να ακολουθεί την ίδια θεσμική γραμμή που έχει ακολουθήσει και σε άλλες περιπτώσεις οριοθέτησης με γειτονικά κράτη, παρουσιάζοντας την ελληνική θέση ως συνεπή και συμβατή με τη διεθνή πρακτική.
Για την Αθήνα, ο επόμενος γύρος θα αποτελέσει το πραγματικό τεστ. Αν περιοριστεί σε ανταλλαγή θέσεων, η διαδικασία θα έχει κυρίως διαχειριστική αξία. Αν οδηγήσει σε κοινό πλαίσιο αρχών, τότε η συζήτηση θα περάσει σε πιο ουσιαστικό επίπεδο.
Προς το παρόν, το βασικό πολιτικό μήνυμα είναι ότι η Λιβύη επιστρέφει στο τραπέζι της συζήτησης με την Ελλάδα για ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα. Και η συζήτηση αυτή γίνεται με βάση μια κρίσιμη παραδοχή: ότι Ελλάδα και Λιβύη έχουν αντικείμενες ακτές. Αυτό είναι το σημείο που κρατά η Αθήνα.

