
Νέο πολιτικό μέτωπο άνοιξε σήμερα η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα να μη γίνει ανάσυρση από το αρχείο της υπόθεσης των τηλεφωνικών υποκλοπών.
Η εξέλιξη ήρθε μετά τη διαβίβαση της υπόθεσης από τον εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, στον απόηχο της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε ζητήσει περαιτέρω ενέργειες για πιθανή διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπείας και νέων προσώπων.
Η υπόθεση επανέρχεται πλέον στο κέντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, με το ΠΑΣΟΚ να ζητά τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής, την κυβέρνηση να επικαλείται τον σεβασμό στη Δικαιοσύνη και τα κόμματα της αντιπολίτευσης να μιλούν για θεσμικό ζήτημα με ευρύτερες διαστάσεις.
Η κρίση του Αρείου Πάγου
Σύμφωνα με την εισαγγελική κρίση, τα στοιχεία που επικαλέστηκε το Μονομελές Πλημμελειοδικείο δεν θεωρήθηκαν νέα κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 6 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.
Με βάση αυτή την εκτίμηση, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου έκρινε ότι δεν υπάρχει λόγος επανεξέτασης της δικογραφίας. Η απόφαση αυτή πρακτικά διατηρεί στο αρχείο την υπόθεση, όπως είχε κριθεί μετά το προηγούμενο εισαγγελικό πόρισμα του αντεισαγγελέα Αχιλλέα Ζήση.
Το κρίσιμο σημείο αφορά στη διαφωνία για το αν τα στοιχεία που προέκυψαν από τη δικαστική διαδικασία έχουν τέτοιο βάρος ώστε να ανοίξουν εκ νέου την ποινική διερεύνηση. Ο Άρειος Πάγος έκρινε πως αυτό δεν προκύπτει.
Η αντίδραση του ΠΑΣΟΚ
Η αντίδραση του ΠΑΣΟΚ ήταν άμεση και έντονη. Ο Νίκος Ανδρουλάκης έκανε λόγο για νέο «ενταφιασμό» της υπόθεσης και υποστήριξε ότι η διάσταση της κατασκοπείας, καθώς και η πιθανή σύνδεση κρατικών αρχών με το Predator, παραμένουν χωρίς ουσιαστική διερεύνηση.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ανακοίνωσε ότι το κόμμα του καταθέτει πρόταση για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής στη Βουλή. Παράλληλα, κάλεσε τα κόμματα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης να στηρίξουν την πρωτοβουλία.
Η Χαριλάου Τρικούπη επιχειρεί να μεταφέρει το θέμα ξανά στο κοινοβουλευτικό πεδίο, θεωρώντας ότι η δικαστική διαδρομή δεν έχει δώσει απαντήσεις στα πολιτικά και θεσμικά ερωτήματα που τέθηκαν από την πρώτη στιγμή της αποκάλυψης της υπόθεσης.
Η απάντηση της κυβέρνησης
Από την πλευρά της κυβέρνησης, ο Παύλος Μαρινάκης απάντησε με επίκληση στον σεβασμό προς τη Δικαιοσύνη. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανέφερε ότι η κυβέρνηση δεν σχολίασε ούτε προηγούμενες κρίσεις ούτε την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου.
Μετά τη συνέντευξη Τύπου του Νίκου Ανδρουλάκη, η κυβερνητική αντίδραση έγινε ακόμη πιο αιχμηρή. Ο κ. Μαρινάκης κατηγόρησε τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ ότι επιτίθεται στη Δικαιοσύνη και μίλησε για επικίνδυνη συμπεριφορά για τη Δημοκρατία.
Η κυβερνητική γραμμή στηρίζεται σε δύο άξονες. Πρώτον, στην ανάγκη να γίνονται σεβαστές οι αποφάσεις των δικαστικών αρχών. Δεύτερον, στην κατηγορία ότι η αντιπολίτευση αποδέχεται τη Δικαιοσύνη μόνο όταν οι αποφάσεις της εξυπηρετούν το πολιτικό της αφήγημα.
Η στάση του ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων κομμάτων
Ο ΣΥΡΙΖΑ αντέδρασε σε υψηλούς τόνους, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση πλήττει το κύρος της Δικαιοσύνης και τη Δημοκρατία. Ο Σωκράτης Φάμελλος ζήτησε να ανακληθεί η διάταξη, επιμένοντας ότι η υπόθεση πρέπει να διερευνηθεί πλήρως.
Το ΚΚΕ επέκρινε την αρχειοθέτηση της υπόθεσης και συνέδεσε το θέμα με το γενικότερο ζήτημα της επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Η Νέα Αριστερά έκανε λόγο για πολιτική συγκάλυψη, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας παρενέβη με αιχμηρή δήλωση για την αρχειοθέτηση και τη δυνατότητα επαναφοράς της υπόθεσης.
Οι αντιδράσεις δείχνουν ότι η υπόθεση των υποκλοπών λειτουργεί ξανά ως σημείο σύγκλισης για μεγάλο μέρος της αντιπολίτευσης, έστω και με διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες και διαφορετικό ύφος.
Το πολιτικό βάρος της υπόθεσης
Η σημερινή εξέλιξη έχει διπλή σημασία. Στο δικαστικό επίπεδο, η υπόθεση παραμένει στο αρχείο. Στο πολιτικό επίπεδο, όμως, επανέρχεται με μεγαλύτερη ένταση, επειδή συνδέεται με το κράτος δικαίου, τη λειτουργία των θεσμών, τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και τη διαφάνεια στις κρατικές υπηρεσίες.
Για το ΠΑΣΟΚ, η υπόθεση έχει και προσωπική διάσταση, καθώς ο Νίκος Ανδρουλάκης υπήρξε κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση των παρακολουθήσεων. Για την κυβέρνηση, το ζήτημα αντιμετωπίζεται ως πεδίο στο οποίο πρέπει να τηρηθεί η διάκριση των εξουσιών και να μη μετατραπεί η Δικαιοσύνη σε αντικείμενο κομματικής πίεσης.
Το επόμενο βήμα είναι η κοινοβουλευτική διαχείριση της πρότασης για Εξεταστική Επιτροπή. Εκεί θα φανεί αν η αντιπολίτευση θα κινηθεί συντονισμένα και αν η υπόθεση θα διατηρηθεί στην πρώτη γραμμή της πολιτικής αντιπαράθεσης.

