
Με λόγια βαθιάς συγκίνησης αποχαιρέτησε ο Ευάγγελος Βενιζέλος τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά, μία από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής κοινωνιολογίας και της πνευματικής ζωής της χώρας.
Ο πρώην αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αναφέρθηκε τόσο στην επιστημονική παρακαταθήκη του εκλιπόντος όσο και στην προσωπική σχέση που τους συνέδεε, περιγράφοντας έναν άνθρωπο με φωτεινό πνεύμα, ευγένεια και σπάνια ικανότητα να επανεξετάζει τις απόψεις του.
«Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς κατάφερε να μείνει πάντα νέος, αναζητώντας διαρκώς νέες ερμηνευτικές προτάσεις, ενώ αυτές που είχε αναδείξει πριν από πενήντα και πλέον χρόνια ως εργαλεία για την κατανόηση της ελληνικής κοινωνίας έχουν καταστεί εδώ και δεκαετίες κοινής αποδοχής», ανέφερε ο Ευάγγελος Βενιζέλος.
«Αποχαιρετώ τον συγκάτοικό μου στο ίδιο γραφείο»
Στη δήλωσή του, ο Ευάγγελος Βενιζέλος θυμήθηκε τη συνύπαρξή τους στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τη σχέση του Κωνσταντίνου Τσουκαλά με τον συνταγματολόγο Δημήτρη Τσάτσο.
«Αποχαιρετώ με μεγάλη θλίψη και αγάπη τον συγκάτοικό μου στο ίδιο γραφείο στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης, τον χρήστη της ίδιας τηβέννου, αυτής του παιδικού του φίλου και δασκάλου μου Δημήτρη Τσάτσου», σημείωσε.
«Τη συστολή και την ευγένεια στις πολιτικές διαφωνίες»
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος στάθηκε ιδιαίτερα στο ύφος, στον χαρακτήρα και στην πνευματική γενναιότητα του Κωνσταντίνου Τσουκαλά:
«Αποχαιρετώ το φωτεινό μυαλό του, τη χάρη του λόγου του, το μοναδικό του ύφος, τη συστολή που κατά βάθος τον χαρακτήριζε, την ευγένεια με την οποία χειριζόταν τις πολιτικές διαφωνίες, την ικανότητά του να αναθεωρεί».
Κλείνοντας, έκανε προσωπική αναφορά στη σύζυγο του εκλιπόντος, Φωτεινή Τσαλίκογλου, υπογραμμίζοντας το βάρος της πνευματικής κληρονομιάς που αφήνει πίσω του:
«Η Φωτεινή, που φώτισε τη ζωή του, τώρα καλείται να διαφυλάξει μια μεγάλη παρακαταθήκη».
Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1937 και υπήρξε ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας στο ΕΚΠΑ. Δίδαξε σε πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού, διετέλεσε πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών και το 2025 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Το έργο του επηρέασε καθοριστικά τη μελέτη του ελληνικού κράτους, της κοινωνικής διαστρωμάτωσης και της πολιτικής ιστορίας της μεταπολεμικής Ελλάδας.

