Τασούλας: «Διαρκής λεηλασία» η παραμονή των Γλυπτών στο Βρετανικό Μουσείο

Σε μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας τοποθετείται για τα Γλυπτά του Παρθενώνα, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, την πολιτική σταθερότητα και την ανάγκη συναινέσεων. Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίζεται για την παραμονή των Γλυπτών στο Λονδίνο, την οποία χαρακτηρίζει «λεηλασία διαρκείας».

Μιλώντας στα «Νέα Σαββατοκύριακο», ο κ. Τασούλας υποστηρίζει ότι η επανένωση των Γλυπτών δεν αποτελεί μόνο ελληνικό αίτημα, αλλά ζήτημα με ευρύτερη ευρωπαϊκή και πολιτιστική διάσταση. Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε το Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026.

Γιατί ο Τασούλας χαρακτηρίζει «λεηλασία διαρκείας» την παραμονή των Γλυπτών;

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συνδέει ευθέως το αίτημα της επανένωσης με τον ευρωπαϊκό χαρακτήρα του Παρθενώνα. Όπως αναφέρει, τα Γλυπτά «ανήκουν οργανικά στον Παρθενώνα», όπως η αρχαία ελληνική σκέψη βρίσκεται στον πυρήνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Στο πλαίσιο αυτό υποστηρίζει ότι η Βρετανία «χρωστάει την επανένωση των Γλυπτών στην Ελλάδα και στην Ευρώπη ταυτόχρονα», ενώ θεωρεί ότι το θέμα αναπόφευκτα θα αναδειχθεί σε ευρωπαϊκό ζήτημα.

Η συγκεκριμένη θέση έρχεται λίγες ημέρες μετά την παρέμβασή του στη Βρετανική Σχολή Αθηνών, όπου είχε επίσης υπογραμμίσει ότι ο Παρθενώνας, ως σύμβολο του ευρωπαϊκού πνεύματος και της δυτικής σκέψης, δεν μπορεί να παραμένει επ’ αόριστον χωρίς τα Γλυπτά του.

Τι λέει για τον λόρδο Έλγιν και το Βρετανικό Μουσείο;

Ακόμη πιο σκληρή είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί για τον λόρδο Έλγιν. Ο Κωνσταντίνος Τασούλας τον χαρακτηρίζει «απατεώνα που έδρασε με βαρβαρότητα» και υποστηρίζει ότι η υπόθεση δεν αφήνει πλέον, κατά την άποψή του, περιθώρια ασάφειας.

Παράλληλα, αναφέρει ότι το Βρετανικό Μουσείο έχει οδηγηθεί να εκθέτει στη διεθνή κοινή γνώμη τον «βάρβαρο ακρωτηριασμό των Γλυπτών», καλώντας τους θεματοφύλακες του μουσείου και τη βρετανική κυβέρνηση να αναλάβουν τις ευθύνες τους.

Ποιο μήνυμα στέλνει στην Τουρκία για τη «Γαλάζια Πατρίδα»;

Σημαντικό μέρος της συνέντευξης αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σημειώνει ότι όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν επιδιώξει πολιτική διαλόγου και συνεργασίας με την Τουρκία, ξεκαθαρίζοντας παράλληλα ότι η Ελλάδα απορρίπτει κάθε απόπειρα αναθεωρητισμού.

Αναφερόμενος στη θεωρία της «Γαλάζιας Πατρίδας», την αποκαλεί «κίβδηλη» και καλεί τους Τούρκους διαμορφωτές πολιτικής να «διαβάσουν περισσότερη ιστορία».

Την ίδια ώρα, απορρίπτει τη λογική της πλειοδοσίας σε θέματα «εθνικοφροσύνης», επισημαίνοντας ότι οι εθνικές επιτυχίες απαιτούν «ψυχραιμία και σοβαρότητα, ομοψυχία και ενότητα, σχέδιο και δουλειά».

Τι απαντά για αυτοδυναμία, συνεργασίες και πολιτική σταθερότητα;

Για το ενδεχόμενο κυβερνήσεων συνεργασίας ή αυτοδυναμίας, ο Κωνσταντίνος Τασούλας αποφεύγει να πάρει θέση υπέρ της μίας ή της άλλης επιλογής, υπογραμμίζοντας ότι «τις κυβερνήσεις τις επιλέγει ο λαός στην κάλπη».

Όπως σημειώνει, το εκλογικό σώμα θα αποφασίσει αν στη συγκεκριμένη συγκυρία η σταθερότητα διασφαλίζεται καλύτερα από μια κυβέρνηση συνεργασίας ή από μια αυτοδύναμη κυβέρνηση.

Παράλληλα, δηλώνει ότι δεν ανησυχεί για ενδεχόμενο παρατεταμένο πολιτικό κενό κατά την ελληνική προεδρία της ΕΕ το δεύτερο εξάμηνο του 2027, εκτιμώντας ότι οι θεσμικές διαδικασίες και η λαϊκή ετυμηγορία θα καθορίσουν εγκαίρως τις πολιτικές εξελίξεις.

Πώς συνδέει την πολιτική πόλωση με την εμπιστοσύνη στους θεσμούς;

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στέκεται και στην κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, υποστηρίζοντας ότι η απομάκρυνση από την πόλωση και την τοξικότητα μπορεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις για «συναινέσεις τολμηρές και ουσιώδεις».

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στα κοινωνικά δίκτυα, σημειώνοντας ότι ο τρόπος λειτουργίας τους μπορεί να ευνοεί τον άκριτο θυμό, τον παραλογισμό και τη χειραγώγηση. Κατά τον ίδιο, απαιτούνται αυτοκριτική και αυτοσυγκράτηση απέναντι στην τοξικότητα του δημόσιου διαλόγου.

Η κεντρική γραμμή της συνέντευξης κινείται έτσι σε δύο άξονες: εθνική συνεννόηση στο εσωτερικό και σταθερή διεκδίκηση στα εθνικά και πολιτιστικά ζητήματα, με τον Κωνσταντίνο Τασούλα να ανεβάζει ιδιαίτερα τους τόνους στο ζήτημα των Γλυπτών του Παρθενώνα.