Με διαφορετικές χρεώσεις και σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των διαθέσιμων προγραμμάτων μπαίνουν τα νοικοκυριά στη χειμερινή περίοδο. Η αύξηση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας λόγω θέρμανσης επαναφέρει στο προσκήνιο την επιλογή τιμολογίου, καθώς οι διαφορές στην τιμή της κιλοβατώρας μπορούν να μεταφραστούν σε αισθητές επιβαρύνσεις τους επόμενους μήνες.
Η σύγκριση, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην τιμή που ανακοινώνει κάθε προμηθευτής. Το μηνιαίο πάγιο, οι κλίμακες κατανάλωσης, οι εκπτώσεις συνέπειας και η διάρκεια των συμβολαίων επηρεάζουν το πραγματικό κόστος. Ένα πρόγραμμα που εμφανίζεται οικονομικότερο μπορεί να χάσει το πλεονέκτημά του όταν συνυπολογιστούν οι υπόλοιπες χρεώσεις.
Για τα νοικοκυριά που χρησιμοποιούν κλιματιστικά, αντλίες θερμότητας ή ηλεκτρικά σώματα, η επιλογή αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα, καθώς η κατανάλωση μπορεί να αυξηθεί σημαντικά από τον Νοέμβριο έως τον Μάρτιο.
Τι δείχνουν οι τιμές του Οκτωβρίου
Οι χρεώσεις του Οκτωβρίου αποτυπώνουν τις σημαντικές διαφορές που εξακολουθούν να υπάρχουν μεταξύ σταθερών και κυμαινόμενων προγραμμάτων, με το τελικό κόστος να εξαρτάται από την κατανάλωση και τους όρους κάθε τιμολογίου.
Ενδεικτικά, στο πράσινο οικιακό τιμολόγιο Γ1/Γ1Ν της ΔΕΗ, η χρέωση διαμορφώνεται στα 0,15913 ευρώ ανά κιλοβατώρα για τις πρώτες 200 kWh μηνιαίας κατανάλωσης, με τις προβλεπόμενες εκπτώσεις. Για την κατανάλωση πέραν αυτού του ορίου, η τιμή της επόμενης κλίμακας ανέρχεται στα 0,21997 ευρώ ανά κιλοβατώρα, με μηνιαίο πάγιο 5 ευρώ.
Στην κατηγορία των σταθερών τιμολογίων, η χρέωση του προγράμματος myHome Online της ίδιας εταιρείας διαμορφώνεται στα 0,115 ευρώ ανά κιλοβατώρα, με τους αντίστοιχους συμβατικούς όρους.
Η εικόνα διαφοροποιείται μεταξύ των προμηθευτών, καθώς στην αγορά διατίθενται προγράμματα με διαφορετικές χρεώσεις, πάγια και προϋποθέσεις εκπτώσεων. Για τον καταναλωτή, επομένως, η σύγκριση χρειάζεται να γίνεται με βάση το συνολικό κόστος προμήθειας για την πραγματική του κατανάλωση και όχι αποκλειστικά την ανακοινωμένη τιμή της κιλοβατώρας.
Τι σημαίνουν τα τέσσερα χρώματα των τιμολογίων
Η χρωματική κατηγοριοποίηση διαχωρίζει τα τιμολόγια ανάλογα με τον τρόπο διαμόρφωσης της τιμής και τον βαθμό έκθεσης του καταναλωτή στις διακυμάνσεις της αγοράς. Φυσικά, τα χρώματα δεν αποτελούν κατάταξη από το φθηνότερο στο ακριβότερο.
Το πράσινο τιμολόγιο είναι το ειδικό τιμολόγιο, στο οποίο η τιμή ανακοινώνεται στην αρχή κάθε μήνα και ισχύει για τη συγκεκριμένη περίοδο. Ο καταναλωτής γνωρίζει εκ των προτέρων τη χρέωση του μήνα, ενώ μπορεί να συγκρίνει τις ανακοινωμένες τιμές διαφορετικών προμηθευτών. Η συγκεκριμένη τιμή, πάντως, μπορεί να μεταβληθεί τον επόμενο μήνα.
Το μπλε τιμολόγιο προβλέπει σταθερή τιμή προμήθειας για συγκεκριμένη διάρκεια σύμβασης. Ο καταναλωτής προστατεύεται από αυξήσεις στην τιμή της κιλοβατώρας κατά το διάστημα της δέσμευσης, αλλά δεν επωφελείται αυτομάτως από ενδεχόμενη αποκλιμάκωση των τιμών της αγοράς. Χρειάζεται επίσης να ελέγχει εάν προβλέπεται χρέωση πρόωρης αποχώρησης.
Στο κίτρινο τιμολόγιο, η χρέωση είναι κυμαινόμενη και συνδέεται με τον μηχανισμό τιμολόγησης που προβλέπει η σύμβαση, συνήθως με βάση τις εξελίξεις στη χονδρεμπορική αγορά. Ανάλογα με το πρόγραμμα, η τιμή μπορεί να προσδιορίζεται πριν ή μετά την περίοδο κατανάλωσης. Οι μειώσεις μπορούν να περιορίσουν το κόστος, ενώ οι αυξήσεις μεταφέρονται αντίστοιχα στον καταναλωτή.
Το πορτοκαλί τιμολόγιο αφορά τη δυναμική τιμολόγηση, με τιμές που μεταβάλλονται κατά τη διάρκεια της ημέρας. Απαιτείται κατάλληλος έξυπνος μετρητής και δυνατότητα παρακολούθησης της κατανάλωσης ανά χρονικό διάστημα. Το οικονομικό όφελος εξαρτάται από το κατά πόσο το νοικοκυριό μπορεί να μεταφέρει τη χρήση ενεργοβόρων συσκευών σε ώρες χαμηλότερων τιμών.
Πότε συμφέρει το σταθερό και πότε το κυμαινόμενο τιμολόγιο
Η επιλογή εξαρτάται κυρίως από το ύψος της κατανάλωσης και από το πόσο σημαντική είναι για το νοικοκυριό η σταθερότητα των χρεώσεων.
Σε μια κατοικία που θερμαίνεται με ηλεκτρικό ρεύμα, το σταθερό τιμολόγιο προσφέρει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα, καθώς η τιμή προμήθειας παραμένει αμετάβλητη για τη διάρκεια της σύμβασης. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε περιόδους υψηλής κατανάλωσης, όταν μια απότομη ανατίμηση μπορεί να επιβαρύνει σημαντικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Από την άλλη πλευρά, ένα κυμαινόμενο πρόγραμμα μπορεί να αποδειχθεί οικονομικότερο εάν οι τιμές της χονδρεμπορικής αγοράς υποχωρήσουν και η μείωση περάσει στις χρεώσεις λιανικής. Το αντίθετο μπορεί να συμβεί σε περίπτωση νέας ανόδου των τιμών.
Το πράσινο τιμολόγιο δίνει τη δυνατότητα παρακολούθησης των μηνιαίων μεταβολών, ενώ στα πορτοκαλί προγράμματα μεγαλύτερη σημασία αποκτά η ώρα κατανάλωσης. Η χρήση ηλεκτρικής ενέργειας σε περιόδους υψηλής ζήτησης μπορεί να περιορίσει ή ακόμη και να εξανεμίσει το όφελος από τις φθηνότερες ώρες.
Πόσο κοστίζει μια διαφορά 5 λεπτών στην κιλοβατώρα
Η επίδραση των διαφορετικών χρεώσεων γίνεται πιο εμφανής όσο αυξάνεται η κατανάλωση. Για ένα νοικοκυριό που καταναλώνει 300 κιλοβατώρες τον μήνα, μια διαφορά 5 λεπτών ανά κιλοβατώρα αντιστοιχεί σε πρόσθετο κόστος ενέργειας 15 ευρώ.
Στις 500 κιλοβατώρες, η επιβάρυνση φθάνει τα 25 ευρώ τον μήνα, ενώ στις 800 κιλοβατώρες αυξάνεται στα 40 ευρώ. Σε μια τετράμηνη περίοδο θέρμανσης, με σταθερή μηνιαία κατανάλωση 500 κιλοβατωρών, η ίδια διαφορά αντιστοιχεί σε 100 ευρώ.
Βέβαια, οι υπολογισμοί αφορούν τη χρέωση ενέργειας, με την παραδοχή ότι η διαφορά ισχύει για το σύνολο της κατανάλωσης και δεν περιλαμβάνουν πάγια, φόρους και ρυθμιζόμενες χρεώσεις.
Γιατί το πάγιο μπορεί να αλλάξει το αποτέλεσμα
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στο μηνιαίο πάγιο, το οποίο επηρεάζει περισσότερο τα νοικοκυριά με περιορισμένη κατανάλωση. Ένα πρόγραμμα με πάγιο 10 ευρώ έχει εξαρχής πρόσθετο κόστος 6 ευρώ τον μήνα σε σχέση με ένα άλλο που χρεώνει 4 ευρώ.
Για παράδειγμα, ένα τιμολόγιο με χρέωση 0,12 ευρώ ανά κιλοβατώρα και πάγιο 10 ευρώ κοστίζει 34 ευρώ για κατανάλωση 200 kWh. Ένα δεύτερο, με χρέωση 0,14 ευρώ και πάγιο 4 ευρώ, κοστίζει 32 ευρώ για την ίδια κατανάλωση.
Στις 500 kWh, όμως, το πρώτο πρόγραμμα κοστίζει 70 ευρώ και το δεύτερο 74 ευρώ. Επομένως, η οικονομικότερη επιλογή αλλάζει ανάλογα με την κατανάλωση.
Στη σύγκριση πρέπει να συνυπολογίζονται και οι εκπτώσεις συνέπειας, οι οποίες συχνά προϋποθέτουν εμπρόθεσμη εξόφληση ή συγκεκριμένο τρόπο πληρωμής.
Τι αλλάζει για τη θέρμανση και το διζωνικό ρεύμα
Η χρήση ηλεκτρικής ενέργειας για θέρμανση μπορεί να μεταβάλει σημαντικά την εικόνα του λογαριασμού. Το πραγματικό κόστος εξαρτάται από την απόδοση των συσκευών, τη θερμομόνωση της κατοικίας, τις εξωτερικές θερμοκρασίες και τις ώρες λειτουργίας.
Για τα νοικοκυριά με διζωνικό μετρητή, η μεταφορά μέρους της κατανάλωσης στις ώρες μειωμένης χρέωσης μπορεί να προσφέρει πρόσθετη εξοικονόμηση, εφόσον το πρόγραμμα προβλέπει χαμηλότερη τιμή στις συγκεκριμένες ζώνες.
Η λειτουργία θερμοσίφωνα και άλλων ενεργοβόρων συσκευών στις ώρες αυτές μπορεί να μειώσει το κόστος, ανάλογα με τη διαφορά των χρεώσεων. Αξίζει να σημειωθεί ότι το διζωνικό σύστημα διαφέρει από τη δυναμική τιμολόγηση των πορτοκαλί προγραμμάτων, όπου οι τιμές μεταβάλλονται μέσα στην ημέρα.
Τι πρέπει να ελέγξουν τα νοικοκυριά πριν αλλάξουν πρόγραμμα
Η σύγκριση των προσφορών πρέπει να ξεκινά από την πραγματική κατανάλωση, όπως αποτυπώνεται στους εκκαθαριστικούς λογαριασμούς του προηγούμενου χειμώνα. Με βάση αυτά τα στοιχεία μπορεί να υπολογιστεί το κόστος προμήθειας για διαφορετικά προγράμματα, λαμβάνοντας υπόψη την τιμή της κιλοβατώρας, το πάγιο και τις διαθέσιμες εκπτώσεις.
Χρειάζεται επίσης έλεγχος της διάρκειας της σύμβασης, των όρων αναπροσαρμογής και ενδεχόμενης χρέωσης πρόωρης αποχώρησης. Οι καταναλωτές μπορούν να χρησιμοποιούν το επίσημο εργαλείο σύγκρισης «energycost.gr» της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) για να εξετάζουν τις διαθέσιμες προσφορές.


