
Η Ελλάδα χρειάζεται διάλογο με την Τουρκία, όχι όμως μια κανονικότητα όπου η αποκλιμάκωση ισχύει όταν εξυπηρετεί την Άγκυρα και οι διεκδικήσεις επιστρέφουν μόλις αλλάξει ο γεωπολιτικός καιρός Τα «ήρεμα νερά» ήταν χρήσιμα.
Μείωσαν την ένταση στο Αιγαίο, κράτησαν ανοιχτούς τους διαύλους επικοινωνίας και απομάκρυναν Ελλάδα και Τουρκία από εικόνες που πριν από λίγα χρόνια έφερναν τις δύο χώρες κοντά σε επικίνδυνες καταστάσεις.
Αυτό δεν είναι λίγο. Αλλά υπάρχει μια στιγμή κατά την οποία η αποκλιμάκωση πρέπει να αξιολογηθεί όχι από το πόσο καιρό δεν είχαμε κρίση, αλλά από το τι συνέβη στις ελληνοτουρκικές διαφορές όσο δεν είχαμε κρίση. Και αν η Τουρκία εκμεταλλεύτηκε τα ήρεμα για βγει από τις δικές τις φουρτούνες…
Και εκεί αρχίζουν τα δύσκολα. Η Τουρκία ανακήρυξε με προεδρικές αποφάσεις της 15ης Αυγούστου δύο «εθνικά θαλάσσια πάρκα», στο βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, τα οποία, όπως επισημαίνει επισήμως το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, εκτείνονται και πέραν των τουρκικών χωρικών υδάτων. Η Αθήνα δηλώνει ότι η μονομερής θέσπισή τους σε περιοχές εκτός τουρκικής δικαιοδοσίας δεν μπορεί να δημιουργήσει τετελεσμένα και ότι, στον βαθμό που εκτείνονται σε περιοχές ελληνικής υφαλοκρηπίδας, δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα.
Ανεμική αντίδραση. Δεν αρκεί να αποδεικνύουμε κάθε φορά ότι ένας τουρκικός χάρτης είναι νομικά άκυρος. Πρέπει κάποια στιγμή να αναρωτηθούμε γιατί παράγονται συνεχώς καινούργιοι χάρτες; Ας μην κοροϊδευόμαστε. Δεν ξύπνησε ξαφνικά η Άγκυρα με αγωνία για τη μεσογειακή φώκια.
Η περιβαλλοντική προστασία είναι απολύτως θεμιτή. Όταν όμως συνοδεύεται από κρατικούς χάρτες που αγγίζουν περιοχές αμφισβητούμενης κατά την τουρκική θέση θαλάσσιας δικαιοδοσίας, η οικολογία αποκτά γεωπολιτικές συντεταγμένες. Και δεν είναι η πρώτη φορά.
Το 2025 η Τουρκία είχε παρουσιάσει θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό τον οποίο η Ελλάδα κατήγγειλε ως στερούμενο νομικής βάσης επειδή περιλάμβανε περιοχές ελληνικής δικαιοδοσίας. Τώρα έχουμε θαλάσσια πάρκα. Αύριο μπορεί να είναι κάποια άλλη διοικητική, περιβαλλοντική ή οικονομική πράξη. Το εργαλείο αλλάζει αλλά ο χάρτης μένει.
Και αυτό ακριβώς πρέπει να προβληματίζει την Αθήνα. Υπάρχει μια εύκολη κριτική που λέει: «Τα ήρεμα νερά απέτυχαν». Δεν είναι τόσο απλό.
Η αποκλιμάκωση είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας. Μια χώρα δεν αποδεικνύει τον πατριωτισμό της με περισσότερες αναχαιτίσεις, περισσότερες NAVTEX ή περισσότερα πολεμικά πλοία στη θάλασσα. Ο διάλογος είναι προτιμότερος από την κρίση. Το πρόβλημα αρχίζει όταν δημιουργείται μια ασύμμετρη αποκλιμάκωση, η Ελλάδα θεωρεί ότι τα «ήρεμα νερά» αποτελούν πλαίσιο συμπεριφοράς. Η Τουρκία μπορεί να τα αντιμετωπίζει ως τακτική επιλογή. Και αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο πράγμα. Αν η Άγκυρα μπορεί να απολαμβάνει τα οφέλη της αποκλιμάκωσης και ταυτόχρονα να εμπλουτίζει σταδιακά το χαρτοφυλάκιο των διεκδικήσεών της, τότε η ηρεμία παύει να αποτελεί στρατηγική. Γίνεται διάλειμμα. Και εξωτερική πολιτική δεν μπορεί να είναι να αποφασίζει ο άλλος πότε θα έχει μπουνάτσα και πότε θα σηκώνει κύμα.
Εδώ υπάρχει όμως ένα ακόμη σοβαρότερο ζήτημα. Η πάγια ελληνική θέση είναι σαφής, η διαφορά που η Αθήνα αναγνωρίζει προς οριοθέτηση με την Τουρκία αφορά την υφαλοκρηπίδα και την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.
Η τουρκική ατζέντα είναι πολύ ευρύτερη. Περιλαμβάνει κατά καιρούς χωρικά ύδατα, αποστρατιωτικοποίηση νησιών, εναέριο χώρο, εύρος FIR, ζητήματα κυριαρχίας επί νησίδων και βραχονησίδων και διαφορετικές αντιλήψεις για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες αλλά και τη μειονότητα. Και εδώ μπορεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη επικοινωνιακή παγίδα. Η Άγκυρα δεν χρειάζεται να πείσει την Ελλάδα ότι όλα αυτά αποτελούν νόμιμες διαφορές. Της αρκεί να πείσει τρίτους ότι υπάρχουν πολλές “ελληνοτουρκικές διαφορές” που πρέπει κάποια στιγμή να μπουν σε ένα τραπέζι. Η διαφορά είναι τεράστια. Γιατί στη διεθνή διπλωματία η επανάληψη παράγει εξοικείωση. Ο πρώτος χάρτης προκαλεί αντίδραση. Ο δεύτερος ανησυχία. Ο πέμπτος γίνεται ακόμη ένα επεισόδιο στο «χρόνιο ελληνοτουρκικό πρόβλημα». Και κάπου εκεί μπορεί να αρχίσει η πιο επικίνδυνη διολίσθηση, να αντιμετωπίζονται διεθνώς ως «διαφορές μεταξύ δύο χωρών» ζητήματα τα οποία η μία χώρα δεν αναγνωρίζει καν ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η Αθήνα δεν πρέπει να πέσει στην αντίθετη παγίδα. Υπάρχει όμως και κάτι που πρέπει να ειπωθεί καθαρά. Η σωστή απάντηση δεν είναι να επιστρέψει η Ελλάδα στην εξωτερική πολιτική του καθημερινού συναγερμού. Ούτε κάθε πρωτοσέλιδο τουρκικής εφημερίδας είναι εθνική κρίση. Ούτε κάθε δήλωση Τούρκου αξιωματούχου απαιτεί έκτακτη συνεδρίαση του ΚΥΣΕΑ. Αντιθέτως, αυτό μπορεί να εξυπηρετεί την τουρκική στρατηγική. Γιατί αν η Ελλάδα αντιδρά υπερβολικά σε κάθε πρόκληση, συμβάλλει και η ίδια στη διεθνή εντύπωση ότι στο Αιγαίο υπάρχουν δεκάδες ανοιχτά ζητήματα που προκαλούν διαρκείς κρίσεις.
Χρειάζεται κάτι δυσκολότερο, ψυχραιμία χωρίς αδράνεια. Κάθε χάρτης να έχει διπλωματικό κόστος. Η ελληνική απάντηση πρέπει επομένως να μετακινηθεί από την απλή καταγγελία στη συστηματική διπλωματική αποδόμηση.
Κάθε μονομερής τουρκική ενέργεια που, κατά την Αθήνα, παραβιάζει ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα πρέπει να καταγράφεται, να τεκμηριώνεται νομικά και να γνωστοποιείται εγκαίρως σε Ευρωπαϊκή Ένωση, συμμάχους και διεθνείς οργανισμούς. Όχι με κραυγές. Με χάρτες. Με συντεταγμένες. Με νομικά επιχειρήματα. Και με μία σταθερή πολιτική φράση, Η Ελλάδα συζητά τη μία διαφορά που αναγνωρίζει. Δεν διαπραγματεύεται διεκδικήσεις επειδή η Τουρκία τις επαναλαμβάνει.
Παράλληλα, η Αθήνα έχει κάθε λόγο να αξιοποιεί το ευρωπαϊκό πλαίσιο και να ασκήσει επιτέλους τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Η σχέση της Τουρκίας με την ΕΕ, η τελωνειακή ένωση, η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και κάθε διαδικασία πολιτικής αναβάθμισης δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται σαν να βρίσκονται σε διαφορετικό σύμπαν από τη συμπεριφορά της Άγκυρας απέναντι σε κράτος-μέλος. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι κυρώσεις αποτελούν μαγικό κουμπί ούτε ότι η ΕΕ θα τις ενεργοποιεί αυτομάτως σε κάθε ένταση. Σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας πρέπει να συνοδεύεται από ευρωπαϊκές υποχρεώσεις συμπεριφοράς.
Υπάρχει μάλιστα μια σχεδόν σουρεαλιστική διάσταση. Η Ελλάδα είχε παρουσιάσει το 2025 τα όρια δύο μεγάλων θαλάσσιων πάρκων στο Ιόνιο και στο νότιο Αιγαίο, συνολικής έκτασης περίπου 27.500 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Η Τουρκία είχε αντιδράσει ήδη στις ελληνικές περιβαλλοντικές πρωτοβουλίες. Έναν χρόνο αργότερα, η ίδια η Άγκυρα χρησιμοποιεί τα θαλάσσια πάρκα για να αποτυπώσει τη δική της αντίληψη της θαλάσσιας γεωγραφίας.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» ανακάλυψε την πράσινη ανάπτυξη. Μόνο που οι συντεταγμένες παραμένουν γαλάζιες. Το δύσκολο ερώτημα για την κυβέρνηση. Η κυβέρνηση δικαιούται να υπερασπίζεται την αποκλιμάκωση.
Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι αν είχαμε λιγότερες εντάσεις.
Είναι αν το διάστημα της ηρεμίας χρησιμοποιήθηκε για να περιοριστεί το πεδίο της διαφωνίας ή αν, αντιθέτως, η τουρκική ατζέντα συνέχισε να διευρύνεται με λιγότερο θόρυβο. Γιατί μπορεί να έχεις λιγότερες παραβιάσεις και περισσότερους χάρτες. Λιγότερες NAVTEX και περισσότερες θεσμικές διεκδικήσεις. Λιγότερα πολεμικά πλοία και περισσότερα διοικητικά τετελεσμένα. Και τότε το ερώτημα δεν είναι αν η θάλασσα ήταν ήρεμη. Είναι τι συνέβαινε στον βυθό όσο κοιτούσαμε την επιφάνεια.
Ο διάλογος χρειάζεται αλλά με κόκκινες γραμμές. Η Ελλάδα πρέπει να συνεχίσει να συνομιλεί με την Τουρκία. Όχι επειδή εμπιστεύεται την Τουρκία. Αλλά επειδή η γεωγραφία δεν πρόκειται να αλλάξει. Οι δύο χώρες θα παραμείνουν γείτονες και η αποτροπή μιας στρατιωτικής κρίσης αποτελεί από μόνη της εθνικό συμφέρον. Αλλά ο διάλογος έχει αξία μόνο όταν είναι σαφές τι συζητείται και τι δεν συζητείται. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος το ίδιο το τραπέζι του διαλόγου να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη ότι όλα όσα βάζει πάνω του η μία πλευρά αποτελούν «διαφορές». Και αυτό η Αθήνα δεν πρέπει να επιτρέψει.
Η αποκλιμάκωση είναι συμφωνία συμπεριφοράς. Δεν μπορεί να είναι μονομερής αυτοσυγκράτηση. Δεν μπορεί η μία πλευρά να θεωρεί ότι υπάρχει πολιτικό κεφάλαιο που πρέπει να προστατεύσει και η άλλη να αποφασίζει κάθε φορά πόσο από αυτό θα ξοδέψει. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται ούτε εθνικιστικές κορώνες ούτε επιστροφή στην ένταση. Χρειάζεται όμως να περάσει ένα πολύ καθαρό μήνυμα, διάλογος ναι, κανονικοποίηση διεκδικήσεων όχι. Γιατί η ειρήνη δεν είναι απλώς απουσία επεισοδίου. Και τα «ήρεμα νερά» δεν κρίνονται από το αν πέρασε ένας χρόνος χωρίς να βγουν στόλοι στο Αιγαίο. Κρίνονται από το αν, στο τέλος αυτού του χρόνου, υπάρχουν λιγότερα ή περισσότερα πράγματα που η Άγκυρα ισχυρίζεται ότι πρέπει να συζητήσουμε.
Αν υπάρχουν περισσότερα, τότε ίσως το νερό ήταν ήρεμο. Αλλά το ρεύμα από κάτω πήγαινε προς λάθος κατεύθυνση. Τα “ήρεμα νερά” είναι εξωτερική πολιτική μόνο όταν τη μπουνάτσα τη συμφωνούν δύο. Όταν η Άγκυρα αποφασίζει μόνη της πότε θα σηκώνει κύμα, δεν έχουμε στρατηγική αποκλιμάκωσης έχουμε τουρκικό… δελτίο καιρού.

