Συμφωνία Τραμπ – Πούτιν για το ρωσικό ντίζελ: Η Μόσχα ετοιμάζει αύξηση των εξαγωγών

Η Ρωσία σχεδιάζει εξαγωγές έως 3,5 εκατ. τόνων ντίζελ τον μήνα μετά τη συμφωνία με τον Τραμπ, προκαλώντας αντιδράσεις σε Ουκρανία και ΗΠΑ.

pixabay.com

Η Ρωσία εκτιμά ότι μπορεί να αυξήσει τις εξαγωγές πετρελαίου κίνησης σε επίπεδα υψηλότερα από εκείνα που ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ, μετά τη συμφωνία της Μόσχας με την Ουάσινγκτον για την προσωρινή χαλάρωση των αμερικανικών κυρώσεων στα ρωσικά καύσιμα.

Ο αντιπρόεδρος της ρωσικής κυβέρνησης, Αλεξάντερ Νόβακ, σύμφωνα με το Reuters, δήλωσε τη Δευτέρα 12 Οκτωβρίου ότι οι εξαγωγές ντίζελ θα μπορούσαν να φτάσουν τα 3 έως 3,5 εκατομμύρια τόνους τον μήνα μέχρι το τέλος του 2026, επιστρέφοντας στα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από την ενεργειακή κρίση.

Μιλώντας στο κρατικό τηλεοπτικό δίκτυο Rossiya-24, ο Νόβακ, στενός συνεργάτης του Βλαντίμιρ Πούτιν σε ζητήματα ενέργειας, υποστήριξε ότι η Ρωσία διαθέτει τη δυνατότητα να αυξήσει σημαντικά τις ποσότητες καυσίμων που διοχετεύει στις διεθνείς αγορές.

Η τοποθέτησή του έρχεται λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου ότι η Μόσχα συμφώνησε να ενισχύσει την παγκόσμια προσφορά ντίζελ, ενώ η κυβέρνησή του αποφάσισε να αναστείλει προσωρινά περιορισμούς που είχαν επιβληθεί με στόχο τη μείωση των ρωσικών εσόδων από την ενέργεια.

Οι ποσότητες που ανακοίνωσε ο Τραμπ

Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε την Παρασκευή 9 Οκτωβρίου ο Ντόναλντ Τραμπ, η Ρωσία συμφώνησε να διαθέσει άμεσα περισσότερους από 300.000 μετρικούς τόνους ντίζελ, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 2,25 εκατομμύρια βαρέλια, στις αμερικανικές και διεθνείς αγορές.

Η συμφωνία προβλέπει επιπλέον 500.000 τόνους τον Νοέμβριο και ακόμη ένα εκατομμύριο τόνους στη συνέχεια.

Ωστόσο, οι αρχικές ποσότητες παραμένουν σχετικά περιορισμένες σε σύγκριση με τις ανάγκες της αμερικανικής αγοράς. Σύμφωνα με στοιχεία της Υπηρεσίας Ενεργειακών Πληροφοριών των ΗΠΑ, ο τομέας των μεταφορών καταναλώνει περίπου 2,94 εκατομμύρια βαρέλια ντίζελ ημερησίως.

Ο Νόβακ εκτίμησε ότι η επιστροφή μεγαλύτερων ποσοτήτων ρωσικών καυσίμων θα συμβάλει στην εξισορρόπηση της παγκόσμιας προσφοράς και ζήτησης. Μάλιστα, υποστήριξε ότι οι τιμές του ντίζελ στις διεθνείς αγορές έχουν ήδη υποχωρήσει κατά περίπου 5% έως 6%, αποδίδοντας μέρος αυτής της εξέλιξης στη συμφωνία.

Γιατί μειώθηκαν οι ρωσικές εξαγωγές

Οι εξαγωγές ρωσικού ντίζελ είχαν περιοριστεί σημαντικά τα προηγούμενα χρόνια, εξαιτίας των ουκρανικών επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε διυλιστήρια της Ρωσίας, αλλά και των περιορισμών στις πωλήσεις καυσίμων στο εξωτερικό που επέβαλε η ίδια η Μόσχα.

Πριν από τις εκτεταμένες ουκρανικές επιθέσεις του 2024 και του 2025, η Ρωσία εξήγαγε περισσότερους από τρία εκατομμύρια τόνους ντίζελ κάθε μήνα.

Παρά τους περιορισμούς, συνέχισε να προμηθεύει συγκεκριμένες χώρες μέσω διακρατικών συμφωνιών, κυρίως στην Κεντρική Ασία. Μόνο τον Σεπτέμβριο, οι παραδόσεις προς την περιοχή ανήλθαν σε περίπου 427.000 τόνους, σύμφωνα με πηγές της ενεργειακής βιομηχανίας.

Αντιδράσεις από το Κίεβο και το αμερικανικό Κογκρέσο

Η συμφωνία έχει προκαλέσει έντονη δυσαρέσκεια στην Ουκρανία, καθώς και αντιδράσεις από Αμερικανούς νομοθέτες, οι οποίοι εκτιμούν ότι η προσωρινή άρση των κυρώσεων μπορεί να προσφέρει στη Μόσχα πρόσθετα έσοδα για τη συνέχιση του πολέμου, χωρίς να έχει εξασφαλιστεί κάποια ουσιαστική παραχώρηση από τον Βλαντίμιρ Πούτιν.

Ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι επέκρινε την απόφαση, θεωρώντας ότι ανατρέπει τη δυτική πολιτική οικονομικής απομόνωσης της Ρωσίας που ακολουθείται από την έναρξη της πλήρους εισβολής στην Ουκρανία, το 2022.

Τη Δευτέρα, ο Ζελένσκι κατήγγειλε ότι οι τελευταίες ρωσικές αεροπορικές επιδρομές έπληξαν τουλάχιστον έξι ενεργειακούς στόχους στην Ουκρανία, υποστηρίζοντας ότι η Μόσχα δεν δείχνει πραγματική πρόθεση να αποδεχθεί μια εκεχειρία που θα προστατεύει τις ενεργειακές υποδομές.

Σύμφωνα με το Reuters, Αμερικανοί απεσταλμένοι ενημέρωσαν Ουκρανούς αξιωματούχους ότι η συμφωνία για το ντίζελ αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας να επιστρέψει η Ρωσία στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, μετά την αποτυχία προηγούμενων πρωτοβουλιών για τον τερματισμό του πολέμου.

Η ακρίβεια στα καύσιμα και οι αμερικανικές εκλογές

Η απόφαση του Τραμπ συνδέεται και με τις αυξανόμενες οικονομικές πιέσεις στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Οι υψηλές τιμές του ντίζελ έχουν επιβαρύνει ιδιαίτερα τους επαγγελματίες οδηγούς φορτηγών και τους αγρότες, αυξάνοντας το κόστος μεταφορών και παραγωγής.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών της 3ης Νοεμβρίου 2026, με το κόστος ζωής και τις τιμές της ενέργειας να βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα των Αμερικανών ψηφοφόρων.

Στο οικονομικό σκέλος της αντιπαράθεσης, ο Νόβακ αμφισβήτησε επίσης αμερικανικά στοιχεία που υπολόγιζαν την αξία των ρωσικών ενεργειακών προϊόντων που πωλήθηκαν στην Ευρώπη από το 2022 σε περίπου 250 δισεκατομμύρια δολάρια.

Ο Ρώσος αξιωματούχος υποστήριξε ότι η πραγματική αξία των ενεργειακών προμηθειών προς τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέρχεται σε 320,7 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ αναδεικνύει έτσι ένα νέο πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στις οικονομικές προτεραιότητες της Ουάσινγκτον και την προσπάθεια της Ουκρανίας να διατηρηθεί η διεθνής πίεση προς τη Μόσχα. Για τον Τραμπ, η ενίσχυση της προσφοράς καυσίμων αποτελεί εργαλείο συγκράτησης των τιμών και πιθανό διπλωματικό κίνητρο για επανέναρξη των συνομιλιών. Για το Κίεβο, όμως, δημιουργεί τον κίνδυνο να περιοριστεί η αποτελεσματικότητα των κυρώσεων χωρίς να υπάρξει αντίστοιχο βήμα της Ρωσίας προς τον τερματισμό του πολέμου.