
Αν κάποιος διαβάσει τη φετινή ΔΕΘ μόνο ως κατάλογο φορολογικών μειώσεων, ενισχύσεων και παρεμβάσεων στο εισόδημα, θα χάσει το σημαντικότερο.
Η κυβέρνηση δεν σχεδιάζει απλώς τι θα δώσει. Σχεδιάζει σε ποιους θα το δώσει. Και κυρίως ποιους από αυτούς θέλει να ξαναφέρει στην εκλογική της συμμαχία.
Με τις εθνικές εκλογές του 2027 να αποτελούν πλέον το επόμενο μεγάλο πολιτικό ορόσημο, η φετινή παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Θεσσαλονίκη αποκτά χαρακτηριστικά πολύ διαφορετικά από μια συνηθισμένη ΔΕΘ. Το οικονομικό επιτελείο μπορεί να δουλεύει με δημοσιονομικά μεγέθη, το Μέγαρο Μαξίμου όμως διαβάζει τα ίδια μέτρα και μέσα από έναν δεύτερο πίνακα. Τον εκλογικό.
Οικογένειες με παιδιά. Μισθωτοί. Ελεύθεροι επαγγελματίες. Νέοι. Ενοικιαστές. Ιδιοκτήτες. Συνταξιούχοι. Μεσαία τάξη. Πίσω από κάθε κατηγορία υπάρχει πλέον και μια διαφορετική πολιτική διαρροή που η κυβέρνηση προσπαθεί να περιορίσει.
Γι’ αυτό η σωστή ερώτηση για τη ΔΕΘ δεν είναι μόνο «πόσο θα κοστίσει το πακέτο;». Είναι, ποια κοινωνική και εκλογική συμμαχία επιχειρεί να αγοράσει πολιτικό χρόνο για να ξαναχτίσει η κυβέρνηση;
Από το 41% στη σημερινή πραγματικότητα
Το σημείο εκκίνησης είναι το εκλογικό αποτέλεσμα του Ιουνίου του 2023. Η Νέα Δημοκρατία κέρδισε με 40,56%, οικοδομώντας μια ασυνήθιστα πλατιά κοινωνική συμμαχία, από παραδοσιακούς δεξιούς ψηφοφόρους έως κεντρώους, από ελεύθερους επαγγελματίες έως τμήματα της μεσαίας τάξης και από μεγαλύτερες ηλικίες έως πολίτες που την επέλεξαν περισσότερο ως δύναμη σταθερότητας παρά λόγω ιδεολογικής ταύτισης.
Αυτή η συμμαχία δεν υπάρχει σήμερα στην ίδια έκταση. Η φθορά δεν έχει μετακινηθεί προς μία μόνο κατεύθυνση. Και αυτό είναι ίσως το δυσκολότερο πρόβλημα του Μαξίμου. Ένα τμήμα έχει μετακινηθεί προς τα δεξιά. Άλλο έχει περάσει στην αποχή ή στη γκρίζα ζώνη των αναποφάσιστων.
Άλλο εμφανίζεται διαθέσιμο να κινηθεί προς κόμματα του Κέντρου. Και ένα σημαντικό τμήμα δεν έχει αλλάξει κατ’ ανάγκη πολιτική ταυτότητα, αλλά έχει αλλάξει οικονομική διάθεση.
Αισθάνεται ότι η οικονομία μπορεί να πηγαίνει καλύτερα, χωρίς το ίδιο να συμβαίνει με το δικό του πορτοφόλι. Αυτό είναι το ακροατήριο της φετινής ΔΕΘ.
Η μεσαία τάξη επιστρέφει στο κέντρο
Το 2019 η Νέα Δημοκρατία κέρδισε μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης με μια απλή υπόσχεση, λιγότεροι φόροι.
Το 2026 η εξίσωση είναι δυσκολότερη. Γιατί η μεσαία τάξη δεν μετρά πλέον μόνο τον φορολογικό συντελεστή. Μετρά το ενοίκιο. Το σούπερ μάρκετ. Το ηλεκτρικό ρεύμα. Τη δόση του στεγαστικού. Τα καύσιμα. Το κόστος των παιδιών.
Άρα μια φορολογική ελάφρυνση μπορεί να είναι σημαντική δημοσιονομικά και ταυτόχρονα να μοιάζει μικρή όταν φτάσει στο πραγματικό οικογενειακό ταμείο.
Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη πολιτική δοκιμασία της ΔΕΘ, μπορεί η κυβέρνηση να μετατρέψει τη δημοσιονομική υπεραπόδοση σε αύξηση διαθέσιμου εισοδήματος που ο πολίτης θα αντιληφθεί πραγματικά;
Γιατί ο ψηφοφόρος δεν ψηφίζει το πρωτογενές πλεόνασμα. Ψηφίζει αυτό που του μένει στις 25 του μήνα.
Οι οικογένειες: δημογραφικό με εκλογικό αποτύπωμα
Η δεύτερη μεγάλη ομάδα είναι οι οικογένειες με παιδιά. Η κυβέρνηση έχει ήδη τοποθετήσει το δημογραφικό ψηλά στην πολιτική ατζέντα και οι φορολογικές παρεμβάσεις που εξετάζονται έχουν έντονη οικογενειακή διάσταση.
Η λογική είναι πολιτικά ευανάγνωστη. Όσο περισσότερα παιδιά έχει ένα νοικοκυριό τόσο μεγαλύτερη είναι η πίεση από τρόφιμα, στέγαση, εκπαίδευση και καθημερινές υπηρεσίες.
Άρα η κυβέρνηση θέλει η φορολογική ελάφρυνση να μην εμφανίζεται απλώς ως οριζόντια μείωση φόρου αλλά ως οικογενειακό μέρισμα. Εδώ όμως υπάρχει μια λεπτή πολιτική παγίδα. Οι οικογένειες δεν συγκρίνουν το φετινό εκκαθαριστικό μόνο με το περσινό. Συγκρίνουν το εισόδημά τους με το συνολικό κόστος ζωής.
Και εκεί ο αντίπαλος της κυβέρνησης δεν είναι το ΠΑΣΟΚ, ο Τσίπρας ή οποιοδήποτε άλλο κόμμα. Είναι η απόδειξη του σούπερ μάρκετ.
Ελεύθεροι επαγγελματίες: Η πληγή που πρέπει να κλείσει
Εδώ το πολιτικό ενδιαφέρον γίνεται ακόμη μεγαλύτερο. Οι ελεύθεροι επαγγελματίες αποτέλεσαν ιστορικά σημαντικό κομμάτι της εκλογικής βάσης της ΝΔ. Η εφαρμογή του τεκμαρτού τρόπου φορολόγησης όμως δημιούργησε έντονη δυσαρέσκεια σε τμήμα αυτής της κοινωνικής ομάδας.
Η κυβέρνηση έχει ένα πραγματικό δίλημμα. Δεν μπορεί να εγκαταλείψει τη στρατηγική καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, την οποία παρουσιάζει ως βασική αιτία της αύξησης των δημοσίων εσόδων.
Πρέπει όμως ταυτόχρονα να πείσει έναν επαγγελματία που θεωρεί ότι αδικήθηκε από το σύστημα ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να τον αντιμετωπίζει ως παραγωγικό πολίτη και όχι ως εκ προοιμίου φοροφυγά.
Γι’ αυτό οι διορθώσεις στο τεκμαρτό, η προκαταβολή φόρου και άλλες στοχευμένες παρεμβάσεις έχουν μεγαλύτερη πολιτική σημασία από το δημοσιονομικό τους κόστος. Είναι επιχείρηση επαναπατρισμού. Και ενδεχομένως μία από τις δυσκολότερες.
Οι νέοι: Το μεγαλύτερο πολιτικό κενό
Αν υπάρχει μία κοινωνική ομάδα στην οποία η κυβέρνηση έχει λόγο να ανησυχεί περισσότερο μακροπρόθεσμα, είναι οι νεότερες ηλικίες. Εδώ δεν αρκεί μια μικρή φορολογική ελάφρυνση. Το βασικό πρόβλημα είναι διαφορετικό. Στέγη. Μισθοί. Επαγγελματική προοπτική. Δυνατότητα δημιουργίας οικογένειας.
Ένας νέος που παίρνει 1.000 ή 1.200 ευρώ και χρειάζεται 600 ή 700 για να νοικιάσει μόνος του σπίτι δεν πρόκειται να αισθανθεί οικονομικά ασφαλής επειδή ένας μακροοικονομικός δείκτης βελτιώθηκε.
Γι’ αυτό η στέγη εξελίσσεται σε ένα από τα πιο πολιτικά ζητήματα της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Και εδώ η κυβέρνηση αντιμετωπίζει κάτι πολύ πιο δύσκολο από την ακρίβεια, μια γενιά που δεν συγκρίνει τη σημερινή Ελλάδα με την Ελλάδα του 2015. Τη συγκρίνει με την Ευρώπη στην οποία μπορεί να φύγει.
Οι συνταξιούχοι και η ασφάλεια του εισοδήματος
Οι μεγαλύτερες ηλικίες παραμένουν εκλογικά εξαιρετικά σημαντικές. Είναι πολίτες με υψηλότερη συμμετοχή στις κάλπες και πολύ μεγαλύτερη ευαισθησία απέναντι σε δύο ζητήματα, το εισόδημα και την υγεία.
Για αυτούς η συζήτηση περί ανάπτυξης αποκτά νόημα όταν μετατρέπεται σε πραγματική αύξηση σύνταξης, περιορισμό της προσωπικής διαφοράς, μικρότερη φορολογία και καλύτερη πρόσβαση στο ΕΣΥ. Άρα και εδώ η ΔΕΘ θα έχει σαφή στόχευση. Όχι επειδή οι συνταξιούχοι αποτελούν κάποιο «σίγουρο» εκλογικό ακροατήριο. Ακριβώς επειδή στις επόμενες εκλογές κανένα μεγάλο κοινωνικό ακροατήριο δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένο.
Η στέγη η νέα ακρίβεια
Υπάρχει όμως ένα θέμα που τέμνει σχεδόν όλες τις παραπάνω ομάδες. Η κατοικία. Νέους. Οικογένειες. Μισθωτούς. Μεσαία τάξη. Ακόμη και γονείς που χρηματοδοτούν τα παιδιά τους.
Η κυβέρνηση έχει ήδη εφαρμόσει σειρά στεγαστικών προγραμμάτων και παρεμβάσεων, αλλά η αγορά εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από υψηλές τιμές αγοράς και ενοικίασης σε μεγάλο μέρος των αστικών και τουριστικών περιοχών.
Πολιτικά, αυτό μπορεί να εξελιχθεί στο επόμενο μεγάλο μέτωπο μετά την ακρίβεια. Για έναν πολύ απλό λόγο, το κόστος των τροφίμων αφαιρεί δεκάδες ευρώ τον μήνα. Το κόστος κατοικίας μπορεί να αφαιρεί εκατοντάδες.
Και όσο μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος καταναλώνεται πριν καν αρχίσει ο μήνας, τόσο μικρότερη πολιτική επίδραση έχουν οι υπόλοιπες ελαφρύνσεις.
Το μεγάλο δίλημμα: Κέντρο ή δεξιά;
Υπάρχει όμως και μια πολιτική εξίσωση που δεν λύνεται με φορολογικά μέτρα. Η ΝΔ πρέπει να επαναπατρίσει ταυτόχρονα ψηφοφόρους που έχουν φύγει προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Προς τα δεξιά, το ακροατήριο ζητά πιο σκληρή στάση σε μεταναστευτικό, ασφάλεια και εθνικά θέματα. Προς το Κέντρο, οι απαιτήσεις είναι διαφορετικές: θεσμικότητα, αποτελεσματικό κράτος, μεταρρυθμίσεις, ευρωπαϊκός προσανατολισμός και πολιτική μετριοπάθεια. Και στη μέση βρίσκεται η οικονομία. Το Μαξίμου πρέπει επομένως να κάνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο, να μιλήσει διαφορετικά ακροατήρια χωρίς να εμφανιστεί ότι έχει διαφορετικές κυβερνήσεις για το καθένα. Η ΔΕΘ θα είναι η πρώτη μεγάλη δοκιμή αυτής της ισορροπίας.
Ο πραγματικός αντίπαλος είναι η αποχή
Υπάρχει και ένας αντίπαλος που συνήθως δεν εμφανίζεται στις πολιτικές αντιπαραθέσεις. Δεν έχει αρχηγό. Δεν δίνει συνεντεύξεις. Δεν εκδίδει ανακοινώσεις. Είναι η αποχή.
Για το κυβερνών κόμμα, ένας πολίτης που το ψήφισε το 2023 και σήμερα δηλώνει ότι δεν θα πάει στις κάλπες μπορεί να είναι πολιτικά σημαντικότερος από έναν παραδοσιακό ψηφοφόρο της αντιπολίτευσης.
Γιατί είναι δυνητικά ανακτήσιμος. Αυτό εξηγεί γιατί μεγάλο μέρος της κυβερνητικής στρατηγικής δεν στοχεύει τόσο στη μετακίνηση ψηφοφόρων από άλλα κόμματα όσο στην επανενεργοποίηση της δικής της προηγούμενης εκλογικής βάσης. Και εκεί η οικονομία γίνεται καθοριστική. Ο δυσαρεστημένος ψηφοφόρος μπορεί να μη θέλει να αλλάξει παράταξη. Μπορεί απλώς να μη θέλει να ξαναψηφίσει.
Γιατί η φετινή ΔΕΘ είναι διαφορετική
Υπάρχει ένας ακόμη λόγος. Η κυβέρνηση πλησιάζει στο τέλος μιας περιόδου κατά την οποία διέθετε το εξαιρετικά ισχυρό χρηματοδοτικό εργαλείο του Ταμείου Ανάκαμψης. Από το φθινόπωρο η πολιτική συζήτηση περνά σταδιακά από το, «πόσα ευρωπαϊκά χρήματα έχουμε να επενδύσουμε» στο, «ποιο παραγωγικό αποτέλεσμα αφήνουν πίσω τους».
Άρα το πακέτο της ΔΕΘ πρέπει να πετύχει δύο πράγματα ταυτόχρονα. Να ανακουφίσει τώρα. Και να πείσει ότι υπάρχει σχέδιο μετά το Ταμείο Ανάκαμψης. Το πρώτο κερδίζει πολιτικό χρόνο. Το δεύτερο μπορεί να κερδίσει εκλογές.
Η αντιπολίτευση και η παγίδα του «δώστε περισσότερα»
Και εδώ υπάρχει ένα ενδιαφέρον πρόβλημα για την αντιπολίτευση. Αν απαντήσει σε κάθε κυβερνητικό μέτρο μόνο με τη φράση «είναι λίγο», κινδυνεύει να μπει στο γήπεδο που επιλέγει η κυβέρνηση. Η πραγματική αντιπαράθεση δεν θα έπρεπε να είναι ποιος υπόσχεται μεγαλύτερο αριθμό.
Αλλά ποιος έχει διαφορετική κατανομή προτεραιοτήτων. Ποιος πληρώνει. Ποιος ωφελείται. Ποια παρέμβαση είναι μόνιμη. Και ποια οικονομική πολιτική μπορεί να χρηματοδοτηθεί και μετά τις εκλογές.
Γιατί διαφορετικά η ΔΕΘ μετατρέπεται κάθε χρόνο σε μια ιδιότυπη δημοπρασία, η κυβέρνηση δίνει ένα, η αντιπολίτευση υπόσχεται δύο και ο φορολογούμενος περιμένει να μάθει ποιος τελικά θα πληρώσει τα τρία.
Το διακύβευμα
Γι’ αυτό η φετινή ΔΕΘ δεν πρέπει να διαβαστεί σαν κατάλογος εξαγγελιών. Είναι το πρώτο πραγματικό προσχέδιο της προεκλογικής στρατηγικής του 2027. Θα δείξει ποιες κοινωνικές ομάδες θεωρεί το Μαξίμου ανακτήσιμες.
Πού εντοπίζει τις μεγαλύτερες πληγές.
Πόσο δημοσιονομικό χώρο είναι διατεθειμένο να χρησιμοποιήσει τώρα.
Και κυρίως ποιο πολιτικό αφήγημα θα επιχειρήσει να χτίσει μέχρι τις κάλπες.
Το 2023 το μήνυμα ήταν κυρίως: σταθερότητα και δεύτερη ευκαιρία στις μεταρρυθμίσεις.
Το 2027 δεν αρκεί. Η κυβέρνηση θα πρέπει να απαντήσει σε ένα πολύ πιο προσωπικό ερώτημα του ψηφοφόρου, «Η χώρα μπορεί να πήγε καλύτερα. Εγώ πήγα;» Εκεί θα κριθεί η επιτυχία της ΔΕΘ. Και πιθανότατα πολύ περισσότερα.

