Σχέδιο επαναφοράς του ρωσικού φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά μέσω της Ουκρανίας προωθεί η κυβέρνηση Τραμπ, προκαλώντας αντιδράσεις στην ΕΕ.
Σύμφωνα με αποκαλυπτικό δημοσίευμα της Wall Street Journal, η Ουάσιγκτον ασκεί πιέσεις από τον Σεπτέμβριο για την επανεκκίνηση των εξαγωγών μέσω των αγωγών που διασχίζουν το ουκρανικό έδαφος. Η αμερικανική πρωτοβουλία συνδέεται με τις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό των επιθέσεων εναντίον ενεργειακών εγκαταστάσεων στη Ρωσία και την Ουκρανία.
Το σχέδιο περιλαμβάνει μια ιδιαίτερα σημαντική οικονομική παράμετρο: Τη μεσολάβηση αμερικανικής εταιρείας στις πωλήσεις ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη, δημιουργώντας ενδεχομένως σημαντικά κέρδη για επενδυτές από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η πρόταση αποδίδεται στους Αμερικανούς απεσταλμένους Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ, οι οποίοι πραγματοποίησαν επαφές στη Μόσχα και στο Κίεβο τον Σεπτέμβριο. Οι πληροφορίες προέρχονται από Αμερικανούς, Ευρωπαίους και Ουκρανούς αξιωματούχους που γνωρίζουν το περιεχόμενο των συζητήσεων.
Το σχέδιο με τον Αμερικανό μεσάζοντα και τα δεσμευμένα έσοδα
Η αμερικανική πρόταση προβλέπει ότι το ρωσικό φυσικό αέριο θα μπορούσε να πωλείται στους Ευρωπαίους αγοραστές μέσω εταιρείας με έδρα ή συμφέροντα στις ΗΠΑ.
Με αυτόν τον τρόπο, η Ουάσιγκτον επιδιώκει να δημιουργήσει έναν εμπορικό μηχανισμό που θα διευκόλυνε την επανέναρξη των συναλλαγών, παρά τους περιορισμούς που έχει επιβάλει η Ευρωπαϊκή Ένωση στη ρωσική ενέργεια.
Ωστόσο, η μεσολάβηση μιας αμερικανικής εταιρείας δεν αρκεί από μόνη της για τη νόμιμη παράκαμψη των ευρωπαϊκών απαγορεύσεων, καθώς οι κανόνες της ΕΕ λαμβάνουν υπόψη την πραγματική προέλευση του φυσικού αερίου.
Ένα ακόμη στοιχείο που εξετάζεται είναι η κατάθεση των ρωσικών εσόδων σε δεσμευμένο λογαριασμό τρίτης χώρας.
Στόχος της συγκεκριμένης πρότασης είναι να περιοριστεί η δυνατότητα της Μόσχας να χρησιμοποιήσει άμεσα τα χρήματα από τις ενεργειακές εξαγωγές για τη χρηματοδότηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Ουκρανία.
Αμερικανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η επιστροφή της Ρωσίας στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου θα μπορούσε να αποτελέσει ισχυρό οικονομικό κίνητρο για τον Βλαντίμιρ Πούτιν, προκειμένου να αποδεχθεί συμφωνία για τις ενεργειακές υποδομές.
Παράλληλα, η Ουκρανία θα μπορούσε να επωφεληθεί από την είσπραξη τελών διέλευσης για το αέριο που θα μεταφερόταν μέσω των αγωγών της.
Οι νέες επιθέσεις της Ουκρανίας και οι συνομιλίες στο Άμπου Ντάμπι
Οι αμερικανικές προσπάθειες αποκτούν νέα δυναμική μετά την επανέναρξη των ουκρανικών επιθέσεων εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων.
Τον Οκτώβριο, το Κίεβο είχε αναστείλει για σχεδόν δύο εβδομάδες τις επιθέσεις σε συγκεκριμένες ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, έπειτα από πιέσεις του Ντόναλντ Τραμπ. Η Ρωσία, ωστόσο, συνέχισε τα πλήγματα εναντίον ουκρανικών ενεργειακών υποδομών.
Σύμφωνα με την αμερικανική εφημερίδα, οι ουκρανικές δυνάμεις επανέλαβαν την Παρασκευή τις επιθέσεις, πλήττοντας τρία μεγάλα ρωσικά διυλιστήρια μέσα σε διάστημα τριών ημερών.
Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο την προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας για τον περιορισμό των επιθέσεων σε ενεργειακές εγκαταστάσεις, πριν από τον χειμώνα.
Στα μέσα Νοεμβρίου προγραμματίζονται τριμερείς συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ, Ρωσίας και Ουκρανίας στο Άμπου Ντάμπι, αν και η Μόσχα εμφανίζεται μέχρι στιγμής απρόθυμη να αποδεχθεί την αμερικανική πρόταση.
Γιατί οι ΗΠΑ θέλουν να ανοίξουν ξανά οι αγωγοί της Ουκρανίας
Το δίκτυο μεταφοράς φυσικού αερίου που διασχίζει την Ουκρανία αποτελεί έναν από τους ιστορικότερους ενεργειακούς διαδρόμους μεταξύ Ρωσίας και Ευρώπης.
Οι αγωγοί συνδέουν τα ρωσικά κοιτάσματα της Σιβηρίας με τις ευρωπαϊκές αγορές, μέσω της Ουκρανίας, της Σλοβακίας και στη συνέχεια της Αυστρίας και της Γερμανίας.
Οι ροές μέσω αυτού του δικτύου διακόπηκαν τον Ιανουάριο του 2025, όταν έληξε η συμφωνία διαμετακόμισης ρωσικού φυσικού αερίου από την Ουκρανία.
Σε αντίθεση με τους αγωγούς Nord Stream, οι οποίοι υπέστησαν σοβαρές ζημιές από υποθαλάσσιες εκρήξεις το 2022, το ουκρανικό δίκτυο θα μπορούσε, από τεχνικής πλευράς, να επαναλειτουργήσει σχετικά γρήγορα.
Η επανέναρξη, ωστόσο, προϋποθέτει πολιτική συμφωνία και την αντιμετώπιση των ευρωπαϊκών νομικών περιορισμών.
Η αντίδραση της Ευρώπης και η απαγόρευση του ρωσικού αερίου
Το μεγαλύτερο εμπόδιο για την εφαρμογή του σχεδίου βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιτάχυναν την προσπάθεια απεξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια.
Η ΕΕ έχει ήδη θεσπίσει κανονισμό για τη σταδιακή διακοπή των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου, με την πλήρη απαγόρευση των εισαγωγών μέσω αγωγών να προβλέπεται για το φθινόπωρο του 2027.
Οι ευρωπαϊκές αρχές επιμένουν ότι η ενεργειακή εξάρτηση από τη Μόσχα αποτελεί σοβαρό ζήτημα ασφάλειας, ακόμη και στην περίπτωση που επιτευχθεί ειρηνευτική συμφωνία.
Ο Ευρωπαίος επίτροπος Ενέργειας, Νταν Γιόργκενσεν, έχει ταχθεί υπέρ της οριστικής διακοπής των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου.
Η αμερικανική πρόταση, επομένως, έρχεται σε ευθεία πολιτική σύγκρουση με τη στρατηγική που ακολουθεί η ΕΕ τα τελευταία χρόνια.
Από το 45% στο 11% – Πόσο εξαρτάται πλέον η Ευρώπη από τη Ρωσία
Πριν από την εισβολή στην Ουκρανία, η Ρωσία κάλυπτε περίπου το 45% των ευρωπαϊκών αναγκών σε φυσικό αέριο.
Σήμερα, το ποσοστό έχει περιοριστεί περίπου στο 11%, καθώς η Ευρώπη έχει στραφεί σε διαφορετικούς προμηθευτές και έχει αυξήσει τις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποκτήσει ιδιαίτερα σημαντική θέση στην ευρωπαϊκή αγορά, με το αμερικανικό LNG να καλύπτει περίπου το 30% της ευρωπαϊκής κατανάλωσης, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Wall Street Journal.
Η Ευρώπη εξακολουθεί να εισάγει ορισμένες ποσότητες ρωσικού αερίου μέσω πλοίων LNG και του αγωγού TurkStream, ο οποίος τροφοδοτεί μεταξύ άλλων την Ουγγαρία και τη Σλοβακία.
Παράλληλα, η ενεργειακή αναταραχή που έχει προκαλέσει ο πόλεμος με το Ιράν εντείνει τις πιέσεις στην ευρωπαϊκή αγορά.
Οι δυσκολίες στις εξαγωγές LNG από το Κατάρ, η άνοδος των διεθνών τιμών και τα σχετικά χαμηλά αποθέματα φυσικού αερίου δημιουργούν πρόσθετη αβεβαιότητα ενόψει του χειμώνα.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις αποθήκευσης βρίσκονται περίπου στο 75% της χωρητικότητάς τους, χαμηλότερα από τον μέσο όρο της τελευταίας εννεαετίας.
Η κυβέρνηση Τραμπ εκτιμά ότι οι οικονομικές πιέσεις ενδέχεται να οδηγήσουν ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες να επανεξετάσουν τη στάση τους.
Προς το παρόν, ωστόσο, δεν υπάρχει συμφωνία για την επανέναρξη των ρωσικών εξαγωγών μέσω Ουκρανίας, ενώ η ευρωπαϊκή νομοθεσία και οι αντιρρήσεις των κρατών μελών παραμένουν καθοριστικά εμπόδια.


