Ρεύμα και φυσικό αέριο – Γιατί οι Έλληνες πληρώνουν ακριβότερα σε όρους αγοραστικής δύναμης

Οι τιμές ρεύματος και φυσικού αερίου στην Ελλάδα σε σύγκριση με την Ευρώπη και η επιβάρυνση των νοικοκυριών με βάση την αγοραστική τους δύναμη.

Λογαριασμός ηλεκτρικού ρεύματος με μειωμένες χρεώσεις ΥΚΩ κατά 50% για τις πρώτες 1.600 κιλοβατώρες οικιακής κατανάλωσης από το 2027.
Μείωση 50% στις χρεώσεις ΥΚΩ για τις πρώτες 1.600 κιλοβατώρες ανά τετράμηνο προβλέπει το νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ, με εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027.

Μπορεί οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος και του φυσικού αερίου στην Ελλάδα να μην είναι οι υψηλότερες στην Ευρώπη, ωστόσο η εικόνα αλλάζει όταν εξετάζεται πόσο προσιτές είναι σε σχέση με την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Τα στοιχεία του Household Energy Price Index (HEPI) για τον Οκτώβριο του 2026 δείχνουν ότι η Αθήνα βρίσκεται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο όταν οι τιμές ενέργειας προσαρμόζονται στις διαφορές αγοραστικής δύναμης μεταξύ των χωρών. Στο φυσικό αέριο, μάλιστα, η ελληνική πρωτεύουσα κατατάσσεται στις οκτώ ακριβότερες αγορές με αυτό το κριτήριο, παρότι η ονομαστική τιμή παραμένει χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Για τα ελληνικά νοικοκυριά, η σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη αποκτά διαφορετική διάσταση όταν λαμβάνεται υπόψη η αγοραστική δύναμη, καθώς η τιμή της κιλοβατώρας σε ευρώ δεν αρκεί από μόνη της για να δείξει πόσο προσιτή είναι η ενέργεια σε κάθε χώρα Τον Οκτώβριο η Αθήνα κατέγραψε τη μεγαλύτερη μηνιαία αύξηση στις τιμές φυσικού αερίου μεταξύ των πρωτευουσών που εξετάζει η HEPI, με 15%, ενώ στο ηλεκτρικό ρεύμα η αύξηση έφτασε το 8%. Οι ανατιμήσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον ενόψει της χειμερινής περιόδου, όταν η κατανάλωση ενέργειας για θέρμανση αυξάνεται.

Ρεύμα: Σχεδόν ίδια τιμή με την Ευρώπη, μεγαλύτερη επιβάρυνση

Η τελική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας για τα νοικοκυριά στην Αθήνα διαμορφώθηκε τον Οκτώβριο στα 28,34 λεπτά ανά κιλοβατώρα, συμπεριλαμβανομένων των φόρων και των χρεώσεων που καλύπτει ο δείκτης HEPI. Ο αντίστοιχος μέσος όρος στην ΕΕ-27 ήταν 28,27 λεπτά. Η διαφορά είναι σχεδόν αμελητέα: μόλις 21 λεπτά σε κατανάλωση 300 κιλοβατωρών. Στη σύγκριση με βάση την αγοραστική δύναμη, όμως, η ελληνική τιμή ανεβαίνει στα 34,88 λεπτά ανά κιλοβατώρα σε όρους PPS, έναντι 30,72 λεπτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για διαφορά περίπου 13,5%, η οποία κατατάσσει την Ελλάδα στη δέκατη θέση των ακριβότερων αγορών με αυτό το κριτήριο. Η προσαρμογή αυτή δεν σημαίνει ότι οι καταναλωτές πληρώνουν πραγματικά 34,88 λεπτά ανά κιλοβατώρα. Πρόκειται για συγκρίσιμη τιμή που λαμβάνει υπόψη τις διαφορές στο γενικό επίπεδο τιμών μεταξύ των χωρών.

Έτσι, μια χρέωση που σε ευρώ βρίσκεται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο εμφανίζεται ακριβότερη όταν εξετάζεται με όρους αγοραστικής δύναμης.

Τι πληρώνει ένα νοικοκυριό με 300, 400 ή 500 κιλοβατώρες

Με βάση την ενδεικτική τιμή των 28,34 λεπτών ανά κιλοβατώρα, ένα νοικοκυριό που καταναλώνει 300 kWh τον μήνα έχει κόστος περίπου 85 ευρώ για την αντίστοιχη κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας. Στις 400 kWh το ποσό αυξάνεται στα 113 ευρώ και στις 500 kWh στα 142 ευρώ.

Φυσικά, οι υπολογισμοί είναι ενδεικτικοί και δεν αποτελούν πραγματικούς λογαριασμούς συγκεκριμένου προμηθευτή. Το τελικό ποσό επηρεάζεται από το συμβόλαιο, τις εκπτώσεις, τα πάγια και τις υπόλοιπες χρεώσεις. Το ίδιο ποσό, πάντως, δεν έχει την ίδια οικονομική βαρύτητα για όλους τους Ευρωπαίους καταναλωτές. Εδώ βρίσκεται και η χρησιμότητα της σύγκρισης PPS. Ο δείκτης δεν μετρά πόσο από τον μισθό ενός εργαζομένου πηγαίνει στον λογαριασμό ρεύματος, αλλά επιτρέπει να συγκριθεί το κόστος ενέργειας μεταξύ χωρών με διαφορετικά επίπεδα τιμών. Για να υπολογιστεί το πραγματικό βάρος στον οικογενειακό προϋπολογισμό, χρειάζονται επιπλέον στοιχεία για τα εισοδήματα και την κατανάλωση.

Φυσικό αέριο: Φθηνότερο σε ευρώ, ακριβότερο με βάση την αγοραστική δύναμη

Στο φυσικό αέριο η απόκλιση είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική. Η ονομαστική τιμή στην Αθήνα διαμορφώθηκε τον Οκτώβριο στα 11,59 λεπτά ανά κιλοβατώρα, έναντι 12,59 λεπτών που ήταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με βάση τις τιμές σε ευρώ, δηλαδή, το φυσικό αέριο στην ελληνική πρωτεύουσα ήταν περίπου 8% φθηνότερο.

Με την προσαρμογή στην αγοραστική δύναμη, η Αθήνα ανεβαίνει στην όγδοη θέση των ακριβότερων ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Η τιμή διαμορφώνεται στα 14,53 λεπτά ανά κιλοβατώρα σε όρους PPS, έναντι 13,34 λεπτών κατά μέσο όρο στην ΕΕ, διαφορά περίπου 8,9%. Για ένα σπίτι που θερμαίνεται με φυσικό αέριο, το ύψος της κατανάλωσης είναι καθοριστικό. Με την ενδεικτική τιμή του Οκτωβρίου, οι 800 kWh αντιστοιχούν σε περίπου 93 ευρώ, οι 1.200 kWh σε 139 ευρώ και οι 1.500 kWh σε 174 ευρώ. Ακόμη και χωρίς νέα αύξηση της τιμής, η μετάβαση από μια ήπια φθινοπωρινή περίοδο σε έναν ψυχρότερο μήνα μπορεί να οδηγήσει σε αισθητά υψηλότερο λογαριασμό.

Η αύξηση 15% που καταγράφηκε στην Αθήνα τον Οκτώβριο ήταν η μεγαλύτερη μεταξύ των πρωτευουσών που εξετάζει η HEPI. Για τους καταναλωτές αυτό σημαίνει ότι η αφετηρία της χειμερινής περιόδου είναι ήδη ακριβότερη σε σχέση με τον Σεπτέμβριο, εφόσον οι νέες χρεώσεις εφαρμόζονται στο συμβόλαιό τους.

Σταθερά και κυμαινόμενα τιμολόγια – Πού βρίσκεται η διαφορά

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία της HEPI για τα σταθερά και τα κυμαινόμενα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας. Στις 15 αγορές που εξετάστηκαν, η μέση τιμή των σταθερών προγραμμάτων ήταν τον Οκτώβριο 32,76 λεπτά ανά κιλοβατώρα, έναντι 32,91 λεπτών για τα κυμαινόμενα.

Η Αθήνα συγκαταλέγεται στις έξι πρωτεύουσες όπου μειώθηκαν οι προσφερόμενες χρεώσεις των σταθερών συμβολαίων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επιλογή σταθερού τιμολογίου είναι αυτομάτως οικονομικότερη. Η σύγκριση πρέπει να περιλαμβάνει την τιμή ανά κιλοβατώρα, το πάγιο, τη διάρκεια της σύμβασης, τις εκπτώσεις και τυχόν χρεώσεις πρόωρης αποχώρησης. Για παράδειγμα, ένα πρόγραμμα που χρεώνει δύο λεπτά λιγότερα ανά κιλοβατώρα εξοικονομεί έξι ευρώ τον μήνα σε κατανάλωση 300 kWh. Αν όμως έχει πάγιο υψηλότερο κατά πέντε ευρώ, το καθαρό όφελος περιορίζεται στο ένα ευρώ.

Η διαφορά γίνεται μεγαλύτερη όσο αυξάνεται η κατανάλωση, αλλά δεν αρκεί η διαφημιζόμενη τιμή της κιλοβατώρας για να διαπιστωθεί ποιο συμβόλαιο συμφέρει.

Η χειμερινή κατανάλωση θα κρίνει το ύψος των λογαριασμών

Τα στοιχεία της HEPI αποτυπώνουν τις τιμές του Οκτωβρίου, πριν από τους μήνες κατά τους οποίους οι ανάγκες θέρμανσης κορυφώνονται.

Για τα νοικοκυριά με φυσικό αέριο, η αύξηση της κατανάλωσης μπορεί να έχει μεγαλύτερη επίδραση στον τελικό λογαριασμό από μια μικρή μεταβολή της τιμής ανά κιλοβατώρα. Ενδεικτικά, με σταθερή τιμή 11,59 λεπτών, η κατανάλωση 600 kWh αντιστοιχεί σε περίπου 70 ευρώ, ενώ στις 1.200 kWh το ποσό φτάνει τα 139 ευρώ. Πρόκειται για σχεδόν διπλάσια δαπάνη, χωρίς να έχει προηγηθεί νέα ανατίμηση.