
Για μια χώρα που έζησε τη μεγαλύτερη κρίση χρέους της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας, η εικόνα μοιάζει με αντιστροφή της Ιστορίας.
Η Ελλάδα εξετάζει να προχωρήσει, σύμφωνα με δημοσιεύματα, μέσα στο 2026 σε πρόωρες αποπληρωμές δημόσιου χρέους που συνολικά μπορεί να προσεγγίσουν τα 13 δισ. Ευρώ, με την προοπτική ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ να υποχωρήσει ακόμη και χαμηλότερα από τον αντίστοιχο της Ιταλίας έως το τέλος του έτους. Πριν από δεκαπέντε χρόνια, το ερώτημα στην Ευρώπη ήταν εάν η ελληνική κρίση θα μπορούσε να συμπαρασύρει την Ιταλία. Σήμερα η Αθήνα φιλοδοξεί να την προσπεράσει προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Πρόκειται αναμφίβολα για μεγάλη αλλαγή στη δημοσιονομική εικόνα της χώρας. Ταυτόχρονα, όμως, αυτή ακριβώς η επιτυχία δημιουργεί ένα νέο, καθαρά πολιτικό ερώτημα, όταν υπάρχουν πλεονάσματα και διαθέσιμη ρευστότητα, πόσο γρήγορα πρέπει να ξεχρεώνει το κράτος και πόσο γρήγορα πρέπει να αισθάνεται το αποτέλεσμα η κοινωνία;
Τα 13 δισ. και το μήνυμα προς τις αγορές
Το υπό εξέταση σχέδιο δεν αποτελεί μία ενιαία πληρωμή 13 δισ. ευρώ προς κάποιον πιστωτή. Αφορά ένα ευρύτερο πλέγμα κινήσεων διαχείρισης του δημόσιου χρέους και της κρατικής ρευστότητας. Σε αυτές περιλαμβάνονται περίπου 2,5 δισ. ευρώ για πρόωρη εξόφληση ευρωπαϊκών δανείων, αποπληρωμή ομολόγου περίπου 2,2 δισ. Ευρώ που λήγει το 2027 και περαιτέρω περιορισμός του αποθέματος των εντόκων γραμματίων.
Η οικονομική λογική είναι συγκεκριμένη: μείωση μελλοντικών τόκων, περιορισμός των αναγκών αναχρηματοδότησης και ακόμη ισχυρότερο μήνυμα προς επενδυτές και οίκους αξιολόγησης ότι η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της την εποχή της δημοσιονομικής επισφάλειας.
Το αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής φαίνεται ήδη στις αγορές. Τα ελληνικά ομόλογα δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως ο αδύναμος κρίκος της Ευρωζώνης, ενώ οι αποδόσεις τους έχουν βρεθεί σε επίπεδα χαμηλότερα από εκείνα μεγαλύτερων ευρωπαϊκών οικονομιών. Αν κάποιος προέβλεπε αυτή την εικόνα το 2015, δύσκολα θα γινόταν πιστευτός. Αλλά η οικονομική επιτυχία δημιουργεί τώρα μια νέα πολιτική σύγκρουση. Από το «πού θα βρούμε τα λεφτά» στο «πού θα πάνε τα λεφτά». Στα χρόνια των μνημονίων η πολιτική συζήτηση είχε ένα σχεδόν υπαρξιακό ερώτημα, πού θα βρούμε τα χρήματα; Η σημερινή συζήτηση είναι διαφορετική. Όταν το κράτος διαθέτει πρωτογενή πλεονάσματα πάνω από τους αρχικούς στόχους και σημαντικά ταμειακά διαθέσιμα, το ερώτημα μετατοπίζεται, ποια πρέπει να είναι η προτεραιότητα στη χρήση αυτών των πόρων;
Εδώ βρίσκεται η πραγματική πολιτική σύγκρουση που μπορεί να σημαδέψει το φθινόπωρο. Η αντιπολίτευση έχει ήδη αρχίσει να αμφισβητεί την επιλογή της επιτάχυνσης των αποπληρωμών, υποστηρίζοντας ότι ένα μεγαλύτερο μέρος του δημοσιονομικού χώρου θα μπορούσε να κατευθυνθεί στις κοινωνικές και παραγωγικές ανάγκες. Και το ερώτημα δεν είναι προσχηματικό. Πόσο πρέπει να δοθεί για περαιτέρω μείωση φόρων; Πόσο για την ενίσχυση του ΕΣΥ; Πόσο για υποδομές και πολιτική προστασία; Πόσο για την άμυνα σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας; Και, κυρίως, πόσο για την ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να πιέζεται από την ακρίβεια; Αυτή δεν είναι λογιστική συζήτηση. Είναι η ουσία της πολιτικής, ποιος παίρνει τι, πότε και με ποιο κόστος για το μέλλον.
Η κυβερνητική απάντηση: Το χρέος αφορά και τον πολίτη
Το ισχυρότερο επιχείρημα της κυβέρνησης είναι ότι η αποπληρωμή του χρέους δεν αποτελεί κάποιο «δώρο στους δανειστές». Χαμηλότερο χρέος σημαίνει μικρότερες μελλοντικές δαπάνες εξυπηρέτησης, λιγότερη έκθεση στις διακυμάνσεις των αγορών και μεγαλύτερη δυνατότητα του κράτους να παρέμβει όταν εμφανιστεί η επόμενη κρίση. Και οι κίνδυνοι δεν είναι θεωρητικοί.
Η ενεργειακή αναταραχή στη Μέση Ανατολή, η επιμονή του πληθωρισμού, οι φυσικές καταστροφές, οι αυξημένες αμυντικές ανάγκες και η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο τα δημοσιονομικά αποθέματα αποκτούν ιδιαίτερη αξία.
Η Ελλάδα γνωρίζει καλύτερα από σχεδόν οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα πόσο ακριβά πληρώνεται η απώλεια πρόσβασης στις αγορές. Αυτό είναι ένα μάθημα που καμία κυβέρνηση δεν μπορεί εύκολα να αγνοήσει.
Το πρόβλημα για το Μαξίμου: Ο πολίτης δεν ζει σε spread
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά. Μια κυβέρνηση μπορεί να κερδίζει την εμπιστοσύνη των αγορών χωρίς αυτό να μετατρέπεται αυτομάτως σε πολιτική εμπιστοσύνη. Ο πολίτης δεν πληρώνει το σούπερ μάρκετ με το spread του δεκαετούς. Δεν υπολογίζει το ενοίκιό του με βάση την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας. Και δεν αισθάνεται πλουσιότερος επειδή το ελληνικό ομόλογο έχει καλύτερη συμπεριφορά από το ιταλικό.
Με τον πληθωρισμό να εξακολουθεί να πιέζει το πραγματικό εισόδημα, ιδιαίτερα σε τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση, μπορεί να συνυπάρχουν δύο απολύτως πραγματικές εικόνες, μια Ελλάδα πολύ ισχυρότερη δημοσιονομικά και ένας Έλληνας που δεν αισθάνεται αντίστοιχα ισχυρότερος οικονομικά. Δεν υπάρχει αντίφαση στα στοιχεία. Υπάρχει αντίφαση στην καθημερινή εμπειρία. Και πολιτικά αυτή είναι πολύ σημαντικότερη.
Η ΔΕΘ μετατρέπεται σε τεστ κατανομής της ανάπτυξης
Εδώ ακριβώς αποκτά ιδιαίτερη σημασία η χρονική συγκυρία. Η κυβέρνηση βρίσκεται στην τελική ευθεία για τη διαμόρφωση του οικονομικού πακέτου της ΔΕΘ, με βασική επιδίωξη να δείξει ότι η δημοσιονομική βελτίωση περνά πλέον πιο καθαρά στο διαθέσιμο εισόδημα. Η αποκάλυψη ενός σχεδίου πρόωρων αποπληρωμών ύψους έως 13 δισ. ευρώ δίνει όμως στην αντιπολίτευση ένα εύκολο πολιτικό ερώτημα, «Αφού υπάρχουν δισεκατομμύρια για ταχύτερη αποπληρωμή του χρέους, γιατί δεν υπάρχουν περισσότερα για την κοινωνία;»
Οικονομικά η σύγκριση δεν είναι τόσο απλή. Τα ταμειακά διαθέσιμα, η διαχείριση χρέους και ο ετήσιος δημοσιονομικός χώρος δεν είναι έννοιες ταυτόσημες ούτε μπορούν όλα τα ποσά να μετατραπούν αυτομάτως σε μόνιμες παροχές.
Πολιτικά όμως τα 13 δισ. είναι ένας αριθμός που ακούγεται. Και το Μαξίμου θα πρέπει να εξηγήσει όχι μόνο γιατί συμφέρει τη χώρα να ξεχρεώνει, αλλά και πώς το όφελος από το ξεχρέωμα επιστρέφει τελικά στον φορολογούμενο.
Η Ιταλία γίνεται πολιτικό σύμβολο
Εάν η Ελλάδα καταφέρει πράγματι να κλείσει το 2026 με χαμηλότερο λόγο δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ από την Ιταλία, η κυβέρνηση θα αποκτήσει ένα εξαιρετικά ισχυρό διεθνές αφήγημα. Η χώρα που για χρόνια παρουσιαζόταν ως ο μεγάλος δημοσιονομικός ασθενής της Ευρώπης θα μπορεί να ισχυριστεί ότι βρίσκεται πλέον σε καλύτερη τροχιά χρέους από μία από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Πρόκειται για πολιτικό κεφάλαιο που το Μαξίμου θα επιχειρήσει αναπόφευκτα να αξιοποιήσει. Το πρόβλημα είναι ότι η δημοσιονομική υπεραπόδοση δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε εκλογική υπεραπόδοση. Για να συμβεί αυτό χρειάζεται μια δεύτερη πρόταση μετά το «η χώρα πάει καλύτερα», «και γι’ αυτό η δική σου ζωή γίνεται καλύτερη». Χωρίς αυτή τη δεύτερη πρόταση, το ελληνικό success story κινδυνεύει να παραμένει πολύ ισχυρό στις παρουσιάσεις προς επενδυτές και πολύ πιο αδύναμο στην κουβέντα του οικογενειακού τραπεζιού.
Η νέα διαχωριστική γραμμή
Κάπως έτσι διαμορφώνεται μια νέα πολιτική διαχωριστική γραμμή ενόψει του φθινοπώρου. Η κυβέρνηση θα υπερασπιστεί τη δημοσιονομική αξιοπιστία, τη γρήγορη αποκλιμάκωση του χρέους και την ανάγκη να μη χαθεί ό,τι κατακτήθηκε με μεγάλο κοινωνικό κόστος. Η αντιπολίτευση θα επιχειρήσει να μεταφέρει τη συζήτηση από τους δείκτες στη διανομή του αποτελέσματος: μισθοί, φόροι, δημόσια υγεία, στέγη, κοινωνικό κράτος. Η πραγματική απάντηση, βέβαια, δεν βρίσκεται στο δίλημμα «χρέος ή κοινωνία». Μια χώρα που έφθασε κάποτε στα πρόθυρα της χρεοκοπίας δεν έχει την πολυτέλεια να ξαναγίνει δημοσιονομικά απρόσεκτη. Αλλά μια κυβέρνηση που εμφανίζει πλεονάσματα και επιταχύνει την αποπληρωμή δισεκατομμυρίων δεν έχει επίσης την πολυτέλεια να λέει επ’ αόριστον στην κοινωνία ότι πρέπει να περιμένει. Η Ελλάδα μπορεί να περάσει την Ιταλία στο χρέος. Το πραγματικό πολιτικό στοίχημα για την κυβέρνηση είναι να μειώνεται η απόσταση από την Ιταλία στους δημοσιονομικούς δείκτες χωρίς να μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στους αριθμούς της οικονομίας και στην πραγματική ζωή του πολίτη.

