
Υπάρχουν στιγμές στην εξωτερική πολιτική που η σιωπή δεν είναι διπλωματία. Είναι πολιτικό μήνυμα. Και αυτές τις ημέρες, με την Τουρκία να επαναφέρει με ένταση τις διεκδικήσεις και τις προκλήσεις της, η σιωπή της πρέσβεως των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα, Κίμπερλι Γκιλφόιλ, είναι τουλάχιστον αξιοσημείωτη.
Η κυρία Γκιλφόιλ έχει έντονη δημόσια παρουσία στην Ελλάδα. Τη βλέπουμε σε εκδηλώσεις, κοινωνικές και κοσμικές εμφανίσεις, σε συναντήσεις και δημόσιες δραστηριότητες. Θεμιτά όλα αυτά. Η διπλωματία άλλωστε δεν ασκείται αποκλειστικά πίσω από τις κλειστές πόρτες των υπουργείων.
Όμως η πρέσβειρα των Ηνωμένων Πολιτειών δεν βρίσκεται στην Αθήνα για να περιορίζεται στον ρόλο μιας δημοφιλούς προσωπικότητας της αθηναϊκής κοινωνικής ζωής. Εκπροσωπεί την ισχυρότερη χώρα του ΝΑΤΟ σε μια σύμμαχο χώρα, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια εξαιρετικά ευαίσθητη κατάσταση στις σχέσεις της με την Τουρκία.
Και μέχρι στιγμής, τουλάχιστον δημοσίως, δεν έχουμε ακούσει την απαραίτητη καθαρή κουβέντα για τις τελευταίες τουρκικές προκλήσεις.
Θα μπορούσε, λοιπόν, στα διαλείμματα των κοσμικών της εμφανίσεων, να βρει τον χρόνο για μια δήλωση. Όχι για να πάρει η Ουάσιγκτον το μέρος της Ελλάδας σε κάθε ελληνοτουρκική διαφορά. Αυτό θα ήταν και αφελές να το περιμένει κανείς. Αλλά για να υπενθυμίσει με σαφήνεια τις αρχές του διεθνούς δικαίου, τον σεβασμό της κυριαρχίας και την ανάγκη αποφυγής μονομερών ενεργειών που αυξάνουν την ένταση.
Η αντίθεση με τη δημόσια δραστηριότητα του Αμερικανού πρέσβη στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ, είναι εντυπωσιακή. Ο κ. Μπάρακ παρεμβαίνει διαρκώς στα μεγάλα περιφερειακά ζητήματα και το τελευταίο διάστημα εμφανίζεται δημοσίως ιδιαίτερα ευαίσθητος απέναντι στις τουρκικές θέσεις και ανησυχίες. Μόλις τις τελευταίες ημέρες χαρακτήρισε ισραηλινή ενέργεια στη Συρία «αχρείαστη κλιμάκωση» και υπογράμμισε τον κίνδυνο στρατιωτικής αντιπαράθεσης με την Τουρκία.
Με απλά λόγια: στην Άγκυρα ο Αμερικανός πρέσβης μιλάει. Και μιλάει πολύ. Στην Αθήνα, όταν πρόκειται για τις τουρκικές προκλήσεις, επικρατεί σιωπή.
Και εδώ ακριβώς αρχίζει η ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης.
Διότι το ζήτημα πλέον δεν είναι μόνο τι κάνει ή τι δεν κάνει η κυρία Γκιλφόιλ. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι κάνει ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης.
Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών έχει, κατά τη γνώμη μου, την υποχρέωση να ζητήσει άμεσα συνάντηση με την Αμερικανίδα πρέσβειρα. Να της παρουσιάσει συγκεκριμένα τις ελληνικές θέσεις, να επισημάνει τις τουρκικές ενέργειες που η Αθήνα θεωρεί προκλητικές και να ζητήσει από την Ουάσιγκτον σαφή τοποθέτηση.
Όχι παρασκηνιακά και αορίστως. Θεσμικά και καθαρά.
Οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις χαρακτηρίζονται τα τελευταία χρόνια «στρατηγικές». Ωραία λέξη. Αλλά οι στρατηγικές σχέσεις κρίνονται ακριβώς στις δύσκολες στιγμές και όχι μόνο στις φωτογραφίες, στις δεξιώσεις, στις επενδυτικές συμφωνίες και στις δηλώσεις περί «ισχυρών δεσμών».
Η Ελλάδα δικαιούται να γνωρίζει ποια είναι η θέση του βασικού της συμμάχου όταν η Άγκυρα ανεβάζει τους τόνους.
Και ο υπουργός Εξωτερικών οφείλει να τη ζητήσει.
Γι’ αυτό το ερώτημα απευθύνεται πλέον ευθέως στον κ. Γεραπετρίτη:
Γιατί δεν καλείτε την κυρία Γκιλφόιλ στο υπουργείο Εξωτερικών;
Γιατί δεν της ζητάτε να μεταφέρει στην Ουάσιγκτον την ελληνική ανησυχία και γιατί δεν ζητάτε από την αμερικανική κυβέρνηση μια σαφή δημόσια θέση;
Η διπλωματία ασφαλώς απαιτεί ψυχραιμία. Απαιτεί λεπτούς χειρισμούς και πολλές φορές επιβάλλει τη διακριτικότητα.
Δεν επιβάλλει όμως την ακινησία.
Και αυτές τις δύσκολες ώρες, όταν ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα έχει τόσο ισχυρή δημόσια φωνή, η Αθήνα δεν μπορεί απλώς να περιμένει πότε θα αποφασίσει να μιλήσει η αμερικανική πλευρά.
Και τώρα, λοιπόν, κ. Γεραπετρίτη, ο λόγος σε σας.

