Σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση άσκησε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ και βουλευτής Α’ Αθηνών, Παύλος Γερουλάνος, σε ανακοίνωσή του στις 29.10.2026, μετά την ομιλία του στην Ολομέλεια της Βουλής κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου του υπουργείου Υγείας. Υποστήριξε ότι η επίκληση της θέσπισης κανόνων γίνεται με κίνητρο την επικοινωνία και όχι την προστασία των πολιτών.
Ο Παύλος Γερουλάνος αναφέρθηκε επίσης στα γεγονότα στη Θεσσαλονίκη, ανήμερα της 28ης Οκτωβρίου, λέγοντας ότι η κυβέρνηση «επέλεξε ότι το πρόβλημα ήταν έξω από το ξενοδοχείο και όχι μέσα».
Υπενθύμισε τη φράση της Μελίνας Μερκούρη όταν, όπως είπε, η χούντα της αφαίρεσε την ιθαγένεια: «Εγώ γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα. Ο Παττακός γεννήθηκε φασίστας και θα πεθάνει φασίστας». Στη συνέχεια δήλωσε: «Ο Κασιδιάρης γεννήθηκε φασίστας και θα πεθάνει φασίστας. Όταν ρίχνεις χημικά σε Έλληνες για να προστατεύσεις φασίστες, κάτι κάνεις λάθος. Αποφασίστε γρήγορα προτεραιότητες και πράξτε αναλόγως».
Αναφερόμενος στη συχνή κυβερνητική διατύπωση ότι «μπαίνουν κανόνες», ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ είπε ότι την έχει ακούσει σε υποθέσεις που αφορούν τη φοροδιαφυγή, το μπάσκετ, την υγεία, την ακρίβεια και τις αγροτικές επιδοτήσεις.
Όπως ανέφερε, όταν οι κανόνες τίθενται σωστά, δημιουργούν ένα πλαίσιο που ξεκαθαρίζει στον πολίτη τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει, ενώ ταυτόχρονα τον προστατεύουν από την αυθαιρεσία του κράτους και της εξουσίας.
Ο Παύλος Γερουλάνος επικαλέστηκε ως παράδειγμα την εμπειρία του στον Δήμο Αθηναίων, όπου, όπως είπε, χρησιμοποιούσε συχνά τη φράση «βάλε κανόνες» ασκώντας κριτική στον κ. Μπακογιάννη.
Εξήγησε ότι ο δήμαρχος και το Δημοτικό Συμβούλιο μπορούσαν να δεσμεύουν θέσεις στάθμευσης για πολίτες, επιχειρήσεις ή δημόσιους φορείς. Κατά τον ίδιο, σαφείς κανόνες υπήρχαν μόνο για ανθρώπους με αναπηρία και για πρεσβείες, ενώ στις υπόλοιπες περιπτώσεις επικρατούσε «χάος», ακόμη και για τα νοσοκομεία.
Υποστήριξε ότι οι θέσεις στάθμευσης αποτελούσαν πεδίο ρουσφετιών για τον δήμαρχο Αθηναίων και περιέγραψε περιπτώσεις στις οποίες δίνονταν θέσεις σε πρόσωπα που είτε είχαν δικούς τους οδηγούς είτε τους παρείχε οδηγό το κράτος. «Δηλαδή ως φορολογούμενοι, και τους πληρώναμε οδηγό και κλείναμε για χάρη τους μια θέση στάθμευσης», είπε, αναφερόμενος στην Αθήνα ως πόλη με ιδιαίτερα μεγάλο πρόβλημα στάθμευσης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, είχε φτάσει να μην ψηφίζει καμία θέση στάθμευσης, με εξαίρεση εκείνες για άτομα με αναπηρία. Ανέφερε ακόμη ότι είχε καταψηφίσει και θέσεις για τον κ. Παυλόπουλο, όταν έφυγε από το Προεδρικό Μέγαρο, καθώς και για την κυρία Σακελλαροπούλου όταν πήγε στο Προεδρικό Μέγαρο, διευκρινίζοντας ότι δεν το έκανε επειδή θεωρούσε πως δεν έπρεπε να έχουν θέσεις, αλλά επειδή, όπως είπε, έπρεπε να σταματήσει η αυθαιρεσία.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη διαδικασία για τα άτομα με αναπηρία. Όπως είπε, παρότι υπήρχαν σαφείς κανόνες για το εάν δικαιούνταν θέση στάθμευσης, η τελική απόφαση περνούσε από το Δημοτικό Συμβούλιο, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η εντύπωση ότι ο δήμαρχος και οι δημοτικοί σύμβουλοι τους έκαναν χάρη. Υποστήριξε ακόμη ότι καλούνταν να περάσουν γραφειοκρατικές διαδικασίες για να αποδείξουν τόσο την αναπηρία τους όσο και ότι αυτή δικαιολογούσε θέση στάθμευσης, προτού, όπως είπε, έρθουν να «προσκυνήσουν». «Οι κανόνες είναι εκεί και για να βάζουν πλαίσιο και για να προστατεύουν τον πολίτη από την ασυδοσία της εξουσίας», σημείωσε.
Ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ ανέφερε ότι υπό κανονικές συνθήκες θα χειροκροτούσε τη φράση «μπαίνουν κανόνες», όμως υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη διατύπωση της κυβέρνησης δεν πείθει «για τρεις λόγους».
Πρώτον, όπως είπε, η κυβέρνηση σε πολλές περιπτώσεις ανακοινώνει ότι θα θέσει κανόνες, αλλά δεν το κάνει, κάτι που, κατά την εκτίμησή του, εξηγεί τη διαχρονική αποτυχία της στο μέτωπο της ακρίβειας. Δεύτερον, υποστήριξε ότι προχωρά σε τέτοιες κινήσεις μόνο όταν πιέζεται, αφού προηγουμένως έχει εκμεταλλευτεί ή έχει αφήσει άλλους να εκμεταλλεύονται την απουσία κανόνων, αναφέροντας ως παραδείγματα καταχρηστικές χρεώσεις τραπεζών και την ασυδοσία των funds.
Τρίτον, δήλωσε ότι η κυβέρνηση συχνά θεσπίζει κανόνες σε πεδία όπου αυτοί υπάρχουν ήδη, αντί να εφαρμόζει το υφιστάμενο πλαίσιο. Ως παράδειγμα ανέφερε τις επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ, προσθέτοντας ότι στην Ελλάδα συνήθως δεν υπάρχει έλλειμμα κανόνων αλλά έλλειμμα εφαρμογής τους.
«Γιατί να πεις ότι βάζεις κανόνες και να μην το κάνεις; Γιατί να βάλεις κανόνες μόνο όταν και μόνο εκεί που στριμώχνεσαι; Και γιατί να βάλεις κανόνες εκεί που ήδη υπάρχουν, ενώ δεν έχεις εφαρμόσει εκείνους που ήδη υπάρχουν;» διερωτήθηκε, δίνοντας ο ίδιος την απάντηση: «Για έναν λόγο μόνο: επικοινωνία».
«Αυτή η κυβέρνηση δεν κάνει τίποτα, μα τίποτα, με κίνητρο άλλο από την επικοινωνία», δήλωσε. Πρόσθεσε ότι, όταν το κίνητρο είναι η επικοινωνία και όχι ο πολίτης, δημιουργούνται ακόμη μεγαλύτερες ζημιές, παραπέμποντας και σε όσα, όπως είπε, εξήγησε η κυρία Θρασκιά.
Κατά τον Παύλο Γερουλάνο, η προσπάθεια μιας κυβέρνησης να προβάλλει ξαφνικά αποτελεσματικότητα, έπειτα από χρόνια αναποτελεσματικότητας, την οδηγεί σε απόλυτες επιλογές. Υποστήριξε ότι συχνά επιβάλλονται μέτρα χωρίς χρόνο προσαρμογής, τα οποία είτε δεν είναι εφαρμόσιμα και ξεχνιούνται με την πάροδο του χρόνου είτε πιέζουν ανθρώπους που λειτουργούσαν μέσα στην ασάφεια που, όπως είπε, είχε αφήσει η ίδια η κυβέρνηση.
Ανέφερε ότι στο εξωτερικό συχνά προβλέπεται μεταβατική περίοδος, ώστε να αναγνωρίζεται η δυσκολία της άμεσης εφαρμογής ενός νόμου και να δίνεται χρόνος μέχρι την καθολική εφαρμογή του. Αντίθετα, δήλωσε ότι αυτό σπάνια συμβαίνει από μια κυβέρνηση που θέλει να πείσει πως «τώρα όλα αλλάζουν».
«Αυτό είναι το μήνυμα που με αγωνία θέλει να επικοινωνήσει η κυβέρνηση: “Τώρα πρέπει να δείξουμε αποφασιστικότητα. Τώρα πρέπει να δείξουμε ότι εννοούμε την επιβολή μας. Τώρα πρέπει να δείξουμε ποιος είναι το αφεντικό”», είπε.
Συνεχίζοντας, έθεσε το ερώτημα που, όπως υποστήριξε, βρίσκεται στο μυαλό κάθε πολίτη: «Πού ήσουν αφεντικό τόσο καιρό;». Απευθυνόμενος στην κυβέρνηση, ανέφερε ότι κυβερνά «2670 ημέρες» και τη ρώτησε πού ήταν απέναντι στα μονοπώλια, στις αγροτικές επιδοτήσεις, στο μπάσκετ, στα «μεγάλα ψάρια» της φοροδιαφυγής, στα τρένα και στον χώρο της υγείας.
«Και η απάντηση σε όλα αυτά είναι “πουθενά”», είπε, προσθέτοντας ότι αυτό συνέβη άλλες φορές από ανικανότητα, αλλά, όπως υποστήριξε, όχι μόνο από αυτήν. Κατά τον ίδιο, η ασυδοσία «ήταν και είναι η πηγή της εξουσίας τους».
Ο Παύλος Γερουλάνος κατηγόρησε τον πρωθυπουργό ότι άφησε να φθαρούν οι θεσμοί που προστατεύουν τους πολίτες, ότι επέτρεψε στην αγορά να μειώσει το εισόδημα της ελληνικής οικογένειας και ότι, ενώ κατηγορούσε τους προηγούμενους για ασυδοσία, κατάφερε, όπως είπε, να ξεπεράσει το «ρεκόρ ανομίας και ασυδοσίας» τους.
Κλείνοντας, επικαλέστηκε το ρητό ότι μπορεί κανείς να κοροϊδεύει κάποιους ανθρώπους συνέχεια και όλους τους ανθρώπους κάποιες φορές, αλλά όχι όλους τους ανθρώπους συνέχεια. «Κρατήστε αυτό, κυρίες και κύριοι της κυβέρνησης, γιατί θα ψάχνετε να καταλάβετε τι σας βρήκε», κατέληξε.


