Ελληνοτουρκικά: Η ώρα της επανεξέτασης της στρατηγικής και των προσώπων

Newsroom
6 Min Read

Τουρκία

Η Τουρκία δεν άλλαξε πολιτική. Κλιμακώνει μια στρατηγική δεκαετιών στο Αιγαίο. Και η Αθήνα οφείλει πλέον να εξετάσει όχι μόνο τι κάνει, αλλά και ποιος είναι ο καταλληλότερος να διαχειριστεί μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία.

Η Τουρκία κλιμακώνει και πάλι. Και αυτή τη φορά θα ήταν λάθος να αντιμετωπιστούν οι κινήσεις της ως ένα ακόμη επεισόδιο της γνωστής ελληνοτουρκικής έντασης.

Οι τελευταίες εξελίξεις, με τις τουρκικές κινήσεις γύρω από τα θαλάσσια πάρκα, την επαναφορά αμφισβητήσεων ελληνικής κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων και τη γενικότερη προσπάθεια της Άγκυρας να μετατρέψει τη «Γαλάζια Πατρίδα» από πολιτικό δόγμα σε σταθερό πλαίσιο άσκησης πολιτικής, δείχνουν ότι η πίεση αυξάνεται.

Δεν πρόκειται, βεβαίως, για μια ξαφνική μεταμόρφωση της Τουρκίας.

Η στρατηγική της Άγκυρας είναι εδώ και δεκαετίες περίπου η ίδια.

Αλλάζουν οι τακτικές, αλλάζουν οι τόνοι, υπάρχουν περίοδοι ύφεσης και περίοδοι έντασης, όμως ο βασικός στόχος παραμένει: η σταδιακή διεύρυνση της τουρκικής ατζέντας στο Αιγαίο και η δημιουργία της εντύπωσης ότι εκεί όπου η Ελλάδα αναγνωρίζει μία διαφορά —την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ— υπάρχουν πολλές «διαφορές» που πρέπει κάποια στιγμή να μπουν στο τραπέζι.

Από την άλλη πλευρά, η ελληνική στρατηγική έχει επίσης μια αξιοσημείωτη συνέχεια.

Από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή μέχρι τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Κώστα Σημίτη, τον Κώστα Καραμανλή, τον Γιώργο Παπανδρέου, τον Αντώνη Σαμαρά, τον Αλέξη Τσίπρα και σήμερα τον Κυριάκο Μητσοτάκη, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις —με διαφορετικούς χειρισμούς και διαφορετική ρητορική— επέλεξαν τελικά τη διπλωματική διαχείριση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης.

Και σωστά.

Διότι η διπλωματία δεν είναι αδυναμία. Ο διάλογος δεν είναι υποχώρηση. Και καμία σοβαρή χώρα δεν επιλέγει την ένταση ή, πολύ περισσότερο, τη στρατιωτική αντιπαράθεση όταν διαθέτει πολιτικά, διπλωματικά και αποτρεπτικά μέσα για να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της.

Το ζήτημα, όμως, είναι διαφορετικό:

Τι συμβαίνει όταν ο διάλογος δεν περιορίζει τις διεκδικήσεις του άλλου, αλλά εκείνος αξιοποιεί την περίοδο της αποκλιμάκωσης για να τις επαναφέρει αργότερα ενισχυμένες;

Εδώ ακριβώς βρίσκεται σήμερα το δύσκολο ερώτημα για την κυβέρνηση.

Ο Γιώργος Γεραπετρίτης έχει επενδύσει πολιτικά και διπλωματικά στη στρατηγική των «ήρεμων νερών». Ο ίδιος έχει υποστηρίξει ότι η αποκλιμάκωση δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας αλλά στρατηγική επιλογή, η οποία επέτρεψε στην Ελλάδα να ενισχύσει την άμυνα, τις συμμαχίες και το γεωπολιτικό της αποτύπωμα. (The TOC⁠)

Αυτό είναι ένα επιχείρημα που πρέπει να ακουστεί.

Όμως τώρα πρέπει να εξεταστεί και το αποτέλεσμα.

Διότι όταν η Τουρκία επιστρέφει στις παραβιάσεις, όταν επαναφέρει τις «γκρίζες ζώνες», όταν αμφισβητεί ελληνικές κινήσεις στο Αιγαίο και όταν επιχειρεί να δημιουργήσει την αντίληψη ότι η Αθήνα χρειάζεται περίπου την έγκριση της Άγκυρας για δραστηριότητες σε περιοχές ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, τότε η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο αν πρέπει να συνεχιστεί ο διάλογος.

Πρέπει να αφορά τους όρους του διαλόγου και τα όριά του.

Και εδώ η ευθύνη δεν ανήκει αποκλειστικά στον υπουργό Εξωτερικών.

Ανήκει πρωτίστως στον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Θεωρητικά —και θεσμικά— ο πρωθυπουργός γνωρίζει και εγκρίνει τη βασική κατεύθυνση των χειρισμών του υπουργού Εξωτερικών. Δεν μπορεί επομένως να δημιουργείται η εντύπωση ότι υπάρχει μια «πολιτική Γεραπετρίτη» ανεξάρτητη από την πολιτική του Μεγάρου Μαξίμου. Η εξωτερική πολιτική μιας χώρας, και μάλιστα απέναντι στην Τουρκία, είναι κατεξοχήν πολιτική του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης συνολικά.

Ακριβώς όμως γι’ αυτό ο Κυριάκος Μητσοτάκης οφείλει τώρα να κάνει μια ψύχραιμη αλλά αυστηρή αποτίμηση.

Όχι μόνο της στρατηγικής.

Αλλά και των προσώπων που την υλοποιούν.

Το ερώτημα δεν είναι αν ο Γιώργος Γεραπετρίτης είναι ικανός πανεπιστημιακός, νομικός ή πολιτικός. Ούτε μπορεί μια τόσο σοβαρή συζήτηση να μετατραπεί σε προσωπική επίθεση εναντίον του.

Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ πιο συγκεκριμένο:

Είναι σήμερα ο καταλληλότερος υπουργός Εξωτερικών για να διαχειριστεί αυτή τη νέα, σαφώς δυσκολότερη φάση των ελληνοτουρκικών σχέσεων;

Διότι άλλο πράγμα είναι η διαχείριση μιας περιόδου αποκλιμάκωσης και άλλο η διαχείριση μιας περιόδου κατά την οποία η άλλη πλευρά ανεβάζει συστηματικά τις απαιτήσεις της.

Άλλο είναι να οικοδομείς «ήρεμα νερά» και άλλο να πρέπει να καταστήσεις σαφές ότι υπάρχουν κόκκινες γραμμές.

Και στην εξωτερική πολιτική, όπως και παντού στην πολιτική, οι συγκυρίες αλλάζουν. Μαζί τους ενίοτε πρέπει να αλλάζουν οι τακτικές, οι προτεραιότητες και —όταν κρίνεται απαραίτητο— ακόμη και τα πρόσωπα.

Δεν χρειάζονται κραυγές. Δεν χρειάζεται εθνικιστική πλειοδοσία. Και ασφαλώς δεν χρειάζονται πολεμικές ιαχές.

Χρειάζεται όμως κάτι πολύ πιο δύσκολο:

καθαρή στρατηγική, αποφασιστικότητα, ισχυρή αποτροπή και διπλωματία που δεν θα επιτρέπει στην Άγκυρα να θεωρεί ότι ο διάλογος σημαίνει ανοχή.

Η Τουρκία γνωρίζει πολύ καλά τι θέλει.

Το επαναλαμβάνει εδώ και δεκαετίες.

Το ερώτημα είναι εάν η Αθήνα, στη νέα φάση που διαμορφώνεται, διαθέτει όχι μόνο τη σωστή στρατηγική αλλά και την κατάλληλη πολιτική ομάδα για να την εφαρμόσει.

Και αυτό το ερώτημα πλέον βρίσκεται στο γραφείο του πρωθυπουργού.

Share This Article