
Η επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκκη στο Άμπου Ντάμπι και η συνάντησή του με τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Σεΐχη Mohamed bin Zayed Al Nahyan, εντάσσεται σε μια βαθύτερη στρατηγική προσέγγιση της Αθήνας με τις χώρες του Κόλπου. Πρόκειται για μια πολιτική που αναπτύσσεται σταδιακά, με συνέχεια, θεσμική βάση και αυξανόμενο αμυντικό περιεχόμενο.
Η Ελλάδα διαβάζει πλέον τον Κόλπο ως προέκταση του ίδιου γεωπολιτικού τόξου που ξεκινά από την Ανατολική Μεσόγειο, περνά από την Ερυθρά Θάλασσα και φτάνει στα Στενά του Ορμούζ. Εκεί τέμνονται η ενέργεια, η ναυτιλία, οι κρίσιμες θαλάσσιες οδοί, η αντιπυραυλική άμυνα, οι επενδύσεις και οι νέες περιφερειακές ισορροπίες.
Η συγκυρία δίνει ιδιαίτερο βάρος στην επίσκεψη. Ο πρωθυπουργός είναι ο πρώτος ηγέτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης που μεταβαίνει στην περιοχή μετά τις νέες επιθέσεις εναντίον εγκαταστάσεων των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Η παρουσία του στο Άμπου Ντάμπι λειτουργεί ως μήνυμα στήριξης και αλληλεγγύης προς τα ΗΑΕ, ενώ επαναβεβαιώνει τη στρατηγική σχέση που θεμελιώθηκε το 2020 με την Κοινή Διακήρυξη Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης και τη συμφωνία συνεργασίας σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας.
Η Αθήνα έχει καταδικάσει από την πρώτη στιγμή τις επιθέσεις κατά χωρών του Κόλπου. Την ίδια ώρα, επιμένει στη διπλωματική λύση, στη βιώσιμη ειρήνη και στη διασφάλιση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, ιδίως στα Στενά του Ορμούζ. Για την Ελλάδα, αυτή η αναφορά έχει στρατηγικό βάρος. Η ασφάλεια των θαλάσσιων περασμάτων αφορά άμεσα την ελληνόκτητη ναυτιλία, τις ενεργειακές ροές, το διεθνές ε
Τα ΗΑΕ ως κεντρικός άξονας της ελληνικής πολιτικής στον Κόλπο
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αποτελούν τον πιο σταθερό και ώριμο άξονα της ελληνικής προσέγγισης στον Κόλπο. Η σχέση των δύο χωρών έχει αποκτήσει στρατηγικό χαρακτήρα, με διπλωματική, οικονομική και αμυντική διάσταση.
Η συμφωνία του 2020 έδωσε πολιτικό και θεσμικό βάθος σε μια σχέση που είχε ήδη αρχίσει να αποκτά βαρύτητα. Η παρουσία εμιρατινών μαχητικών στην Κρήτη, οι κοινές ασκήσεις, οι πολιτικές επαφές και η σύγκλιση σε ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας διαμόρφωσαν ένα πλαίσιο αμοιβαίας εμπιστοσύνης.
Η πέμπτη επίσκεψη του πρωθυπουργού στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα δείχνει διάρκεια και πολιτική επένδυση. Η σχέση δεν κινείται περιστασιακά. Έχει συνέχεια, επαναλαμβανόμενες επαφές και συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η Αθήνα βλέπει στο Άμπου Ντάμπι έναν εταίρο με ισχυρή θέση στον αραβικό κόσμο, οικονομική ισχύ, τεχνολογικές δυνατότητες και αυξανόμενο ρόλο στην περιφερειακή ασφάλεια.
Από την άλλη πλευρά, τα ΗΑΕ βλέπουν στην Ελλάδα μια χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, με κρίσιμη γεωγραφική θέση στην Ανατολική Μεσόγειο, αξιόπιστες Ένοπλες Δυνάμεις και σταθερή δυτική στρατηγική ταυτότητα. Αυτή η αμοιβαιότητα εξηγεί γιατί η διμερής σχέση απέκτησε τέτοιο βάθος μέσα σε λίγα χρόνια.
Η Σαουδική Αραβία και η ελληνική παρουσία στο πεδίο
Η σχέση με τη Σαουδική Αραβία προσθέτει στην ελληνική πολιτική στον Κόλπο επιχειρησιακό βάθος. Η αποστολή ελληνικής πυροβολαρχίας Patriot στο σαουδαραβικό έδαφος υπήρξε κίνηση υψηλής στρατηγικής σημασίας.
Η Ελλάδα συνέβαλε στην αεράμυνα και στην αντιπυραυλική προστασία κρίσιμων υποδομών ενός από τα σημαντικότερα κράτη του αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου. Η επιλογή αυτή ανέδειξε την Αθήνα ως αξιόπιστο πάροχο ασφάλειας σε μια περιοχή όπου οι ενεργειακές εγκαταστάσεις και οι θαλάσσιες ροές έχουν παγκόσμια σημασία.
Η συνεργασία με το Ριάντ δεν εξαντλείται στους Patriot. Περιλαμβάνει στρατιωτική συνεργασία, εκπαιδευτικές δραστηριότητες και κοινές ασκήσεις. Η παρουσία σαουδαραβικών αεροσκαφών σε ελληνικές βάσεις ενισχύει τη διαλειτουργικότητα και φέρνει τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις σε στενότερη επαφή με μία από τις ισχυρότερες αεροπορίες της περιοχής.
Για την Αθήνα, η Σαουδική Αραβία προσφέρει πρόσβαση σε ένα βαρύ κέντρο ισχύος. Η σχέση αυτή συνδέει την ελληνική στρατηγική με την ενεργειακή ασφάλεια, την αντιπυραυλική άμυνα και τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής.
Το Κατάρ και η επόμενη φάση της προσέγγισης
Το Κατάρ αποτελεί τον ανερχόμενο κρίκο της ελληνικής πολιτικής στον Κόλπο. Η σχέση με τη Ντόχα κινείται σε φάση εμβάθυνσης, με έμφαση στην αεροπορική συνεργασία, στην εκπαίδευση, στην αμυντική τεχνολογία και στην ενέργεια.
Η κοινή χρήση Rafale από την Ελλάδα και το Κατάρ δημιουργεί φυσικό πεδίο συνεργασίας. Η Ελλάδα διαθέτει υποδομές, εμπειρία και διεθνές κύρος σε πολυεθνικές αεροπορικές ασκήσεις, όπως η «Ηνίοχος». Η Ντόχα έχει συμφέρον να αναπτύξει εκπαιδευτικούς και επιχειρησιακούς δεσμούς με μια χώρα που έχει ισχυρή αεροπορική παράδοση και σύγχρονο δυτικό εξοπλισμό.
Υπάρχει επίσης πεδίο στην αμυντική βιομηχανία. Το Κατάρ διαθέτει κεφάλαια και ενδιαφέρον για τεχνολογίες ασφάλειας. Η Ελλάδα αναζητά επανεκκίνηση της εγχώριας αμυντικής παραγωγής και διεθνείς συμπράξεις. Η συνάντηση αυτών των δύο αναγκών δημιουργεί χώρο για πρακτική συνεργασία.
Το Κατάρ έχει και ειδική διπλωματική αξία. Διατηρεί ρόλο σε περιφερειακές μεσολαβήσεις, έχει ισχυρούς δεσμούς με τις Ηνωμένες Πολιτείες και κατέχει κρίσιμη θέση στην αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου. Η ελληνική προσέγγιση προς τη Ντόχα διευρύνει την ακτίνα της Αθήνας στον Κόλπο.
Μια πολιτική με διαφοροποιημένες σχέσεις
Η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει τις χώρες του Κόλπου ως ενιαίο σύνολο. Κάθε χώρα έχει τη δική της εξωτερική πολιτική, τις δικές της σχέσεις με την Τουρκία, τη δική της στάση απέναντι στο Ιράν, το Παλαιστινιακό και τις ισορροπίες του αραβικού κόσμου.
Με τα ΗΑΕ, η σχέση έχει στρατηγικό και αμυντικό βάθος. Με τη Σαουδική Αραβία, έχει έντονο επιχειρησιακό χαρακτήρα. Με το Κατάρ, βρίσκεται σε τροχιά τεχνολογικής και αεροπορικής εμβάθυνσης. Με το Μπαχρέιν, το Κουβέιτ και το Ομάν, η συνεργασία κινείται σε πιο ήπιο επίπεδο, με περιθώρια ανάπτυξης σε πολιτική, οικονομία, ενέργεια και περιφερειακό διάλογο.
Αυτή η διαφοροποίηση είναι κρίσιμη. Ο Κόλπος έχει εσωτερικές αντιθέσεις, ανταγωνισμούς και μεταβαλλόμενες ισορροπίες. Η Αθήνα επιλέγει χωριστές σχέσεις, με διαφορετικό περιεχόμενο και διαφορετική χρησιμότητα. Έτσι αποφεύγει την παγίδα της μονοδιάστατης προσέγγισης.
Η τουρκική παράμετρος και η ελληνική απάντηση
Η ελληνική στρατηγική στον Κόλπο συνδέεται αναπόφευκτα με την τουρκική κινητικότητα. Η Άγκυρα έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια στρατιωτική, πολιτική και οικονομική παρουσία σε μεγάλο τμήμα του αραβικού και μουσουλμανικού κόσμου. Διατηρεί βάση στο Κατάρ, έχει ενεργό ρόλο στη Λιβύη, επεκτείνει τα δίκτυά της στην Αφρική και αξιοποιεί την αμυντική βιομηχανία ως εργαλείο επιρροής.
Η Αθήνα κινείται με διαφορετικό μοντέλο. Επενδύει σε θεσμικές σχέσεις, αμυντικές συμφωνίες, συμμαχική αξιοπιστία και ευρωπαϊκή ταυτότητα. Δεν επιχειρεί απλή αντιγραφή της τουρκικής περιφερειακής πολιτικής. Χτίζει δίκτυα με κράτη που αναγνωρίζουν στην Ελλάδα σταθερότητα, προβλεψιμότητα και σύνδεση με τη Δύση.
Η σχέση με τα ΗΑΕ είχε ισχυρή γεωπολιτική βάση σε περίοδο έντασης στην Ανατολική Μεσόγειο. Η σχέση με τη Σαουδική Αραβία έδωσε στην Ελλάδα εικόνα χώρας που συμμετέχει πρακτικά στην ασφάλεια της περιοχής. Η σχέση με το Κατάρ δείχνει ότι η Αθήνα επιδιώκει ανοιχτούς διαύλους ακόμη και με χώρες που διατηρούν στενή σχέση με την Τουρκία.
Αυτό προσδίδει στην ελληνική πολιτική μεγαλύτερη ευελιξία. Η προσέγγιση με τον Κόλπο δεν λειτουργεί μόνο ως απάντηση στην Άγκυρα. Υπηρετεί αυτοτελή ελληνικά συμφέροντα στην ενέργεια, στη ναυτιλία, στην άμυνα, στην τεχνολογία και στις επενδύσεις.

