Το κόμμα του Τσίπρα: Από τη δημοσκοπική ευφορία στη δοκιμασία της πολιτικής αξιοπιστίας

Newsroom
7 Min Read

Το νέο πολιτικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα χτίστηκε πάνω σε μια βασική παραδοχή: ότι η προσωπική δημοτικότητα του πρώην πρωθυπουργού αρκεί για να δημιουργήσει σχεδόν αυτόματα έναν νέο ισχυρό πόλο στην Κεντροαριστερά, να απορροφήσει τον ΣΥΡΙΖΑ, να καθηλώσει το ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια να αμφισβητήσει την κυριαρχία του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Μόνο που η πολιτική σπάνια λειτουργεί με αυτόματο πιλότο. Και οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο δρόμος είναι πολύ πιο δύσκολος από όσο αρχικά φαινόταν.

Το αφήγημα της “αναπόφευκτης επιστροφής”

Από την πρώτη στιγμή, ο Αλέξης Τσίπρας και τα στελέχη που τον ακολούθησαν δεν παρουσίασαν απλώς ένα νέο κόμμα. Παρουσίασαν σχεδόν μια ιστορική νομοτέλεια.

Οι δημόσιες παρεμβάσεις τους έδιναν την εικόνα ότι το νέο σχήμα είναι ήδη ο φυσικός εκφραστής της αντιπολίτευσης, ότι έγινε, δημοσκοπικά,  αξιωματική αντιπολίτευση και στη συνέχεια θα διεκδικήσει με αξιώσεις την κυβέρνηση.

Η αίσθηση ήταν πως η υπόθεση είχε ήδη κριθεί. Οι δημοσκοπήσεις χρησιμοποιήθηκαν όχι ως εργαλείο καταγραφής τάσεων αλλά ως πολιτική νομιμοποίηση μιας ηγεσίας που αυτοανακηρύχθηκε σχεδόν εκ των προτέρων ως ο μοναδικός αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη. Το πρόβλημα είναι ότι οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν στιγμές και όχι βεβαιότητες.

Η δημοσκόπηση της Marc έφερε την προσγείωση

Η τελευταία μέτρηση της Marc για τον ΑΝΤ1 λειτουργεί ως ένα πρώτο σοβαρό τεστ πραγματικότητας. Παρά την τεράστια δημοσιότητα του νέου κόμματος, παρά τη συνεχή παρουσία των στελεχών του στα μέσα ενημέρωσης και παρά το επικοινωνιακό μομέντουμ της ίδρυσης, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται με διαφορά μεγαλύτερη των 14 μονάδων.

Μια τέτοια διαφορά δεν συνάδει με το αφήγημα ότι η πολιτική ανατροπή βρίσκεται προ των πυλών. Αντίθετα, υπενθυμίζει ότι άλλο πράγμα είναι η περιέργεια που δημιουργεί ένα νέο πολιτικό εγχείρημα και άλλο η πραγματική μετατόπιση εκλογικής επιρροής.

Το ΠΑΣΟΚ αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολος αντίπαλος

Η μεγαλύτερη ίσως στρατηγική αποτυχία του εγχειρήματος μέχρι στιγμής αφορά το κέντρο.

Η φιλοδοξία ήταν προφανής. Να δημιουργηθεί ένας νέος ευρύτερος προοδευτικός φορέας που θα απορροφήσει ψηφοφόρους από το ΠΑΣΟΚ και θα καταστεί ο κυρίαρχος πόλος απέναντι στη Νέα Δημοκρατία.

Αυτό όμως δεν συνέβη. Το ΠΑΣΟΚ δεν κατέρρευσε. Δεν διεμβολίστηκε. Δεν έχασε τη φυσιογνωμία του, έχασε προσωρινά της δεύτερη θέση που δεν είχε στις εθνικές εκλογές του 2023. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι διαθέτει πολύ πιο ανθεκτικές κοινωνικές και κομματικές ρίζες από όσες υπολόγιζαν όσοι θεωρούσαν πως η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα αρκούσε για να το μετατρέψει σε πολιτικό παράρτημα.

Η δεξαμενή της Αριστεράς έχει όρια

Υπάρχει όμως και ένα βαθύτερο στρατηγικό πρόβλημα. Το νέο κόμμα αντλεί σχεδόν αποκλειστικά στελέχη από τον ΣΥΡΙΖΑ και τον ευρύτερο χώρο της παραδοσιακής Αριστεράς. Η δεξαμενή αυτή όμως είναι συγκεκριμένη.

Δεν μεγαλώνει επειδή εμφανίζεται ένας νέος φορέας. Απλώς αναδιανέμεται. Όσο δεν κατακτώνται νέοι ψηφοφόροι από το πολιτικό κέντρο, τόσο η ανάπτυξη του νέου κόμματος θα γίνεται εις βάρος κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ και όχι της Νέας Δημοκρατίας. Αυτό όμως δεν αλλάζει τους συνολικούς πολιτικούς συσχετισμούς.

Η απαξίωση του ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτική στρατηγική

Από την πρώτη ημέρα, αρκετά στελέχη του νέου κόμματος επέλεξαν μια απαξιωτική  στρατηγική απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ.

Σχεδόν καθημερινά ακούστηκαν δηλώσεις που παρουσίαζαν το κόμμα από το οποίο προέρχονταν ως πολιτικά τελειωμένο, τοξικό, χωρίς προοπτική, χωρίς στελέχη και χωρίς κοινωνική βάση.

Η ειρωνεία είναι εμφανής. Πολλοί από εκείνους που σήμερα εμφανίζονται ως εκφραστές της “νέας αρχής” ήταν μέχρι χθες κορυφαία στελέχη αυτού ακριβώς του κόμματος. Είχαν υπουργικές θέσεις. Είχαν κομματικά αξιώματα. Είχαν ενεργό ρόλο στις κυβερνητικές επιλογές. Η συλλογική απαξίωση του ΣΥΡΙΖΑ λειτουργεί αναπόφευκτα και ως έμμεση απαξίωση της δικής τους πολιτικής διαδρομής.

Οι αντιφάσεις των στελεχών

Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως είναι οι ίδιες οι αντιφάσεις. Στελέχη που μέχρι πριν λίγους μήνες υπερασπίζονταν τη συλλογικότητα σήμερα μιλούν αποκλειστικά για την ανάγκη μιας ισχυρής προσωπικής ηγεσίας.

Πρόσωπα που κατήγγελλαν τον προσωποκεντρισμό σήμερα επενδύουν αποκλειστικά στη δημοφιλία ενός ανθρώπου.

Πολιτικοί που υποστήριζαν την ενότητα του προοδευτικού χώρου σήμερα αντιμετωπίζουν με υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς όσους δεν ακολούθησαν τον Αλέξη Τσίπρα. Οι αντιφάσεις αυτές δεν περνούν απαρατήρητες.

Η αλαζονεία απέναντι στους πρώην συντρόφους

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και ο τόνος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι πρώην σύντροφοι. Ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζεται περίπου ως ένα πολιτικό απολίθωμα. Στελέχη που για χρόνια συμπορεύθηκαν με τον Αλέξη Τσίπρα αντιμετωπίζονται σχεδόν ως πολιτικά ανύπαρκτα.

Η εικόνα αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Γιατί, αν ήταν τόσο ανεπαρκείς όλοι αυτοί, γιατί τους επέλεγε επί χρόνια ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας για κορυφαίες κυβερνητικές και κομματικές θέσεις; Η πολιτική δεν κρίνει μόνο τη μνήμη των πολιτών αλλά και τη συνέπεια των πρωταγωνιστών της.

Ένα κόμμα που στηρίζεται κυρίως στον ιδρυτή του

Μέχρι στιγμής, το νέο κόμμα παραμένει ένα έντονα προσωποπαγές εγχείρημα. Η δημόσια εικόνα του ταυτίζεται σχεδόν αποκλειστικά με τον Αλέξη Τσίπρα. Δεν έχουν ακόμη αναδειχθεί στελέχη με αυτόνομο πολιτικό εκτόπισμα ή κοινωνική αναγνωρισιμότητα που να μπορούν να διευρύνουν την επιρροή του.

Η πλειονότητα των προσώπων που συγκροτούν το νέο σχήμα προέρχεται από μεσαία κομματικά στελέχη, κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και από διάφορους μικρότερους πολιτικούς χώρους. Αυτό δεν αρκεί για να δημιουργηθεί η αίσθηση μιας νέας, ισχυρής κυβερνητικής ομάδας.

Το μεγαλύτερο ερώτημα είναι η αξιοπιστία

Τελικά, το βασικό πρόβλημα του Αλέξη Τσίπρα δεν είναι αν παραμένει δημοφιλής. Είναι αν παραμένει πειστικός. Ένας πρώην πρωθυπουργός δεν κρίνεται από την αναγνωρισιμότητά του αλλά από το αν πείθει ότι διαθέτει νέο σχέδιο, νέα πρόσωπα, νέα πολιτική πρόταση και μια πειστική αυτοκριτική για το παρελθόν.

Μέχρι στιγμής, το νέο κόμμα μοιάζει να επενδύει περισσότερο στην ανάμνηση του Αλέξη Τσίπρα παρά σε μια νέα πολιτική αφήγηση. Και όσο η αρχική δημοσκοπική ευφορία υποχωρεί, όσο η υπερπροβολή εξασθενεί και η πολιτική καθημερινότητα επιστρέφει, τόσο το νέο εγχείρημα θα υποχρεώνεται να απαντήσει στα δύσκολα ερωτήματα: τι νέο φέρνει, ποιον εκφράζει πέρα από την υπάρχουσα δεξαμενή της Αριστεράς και γιατί οι πολίτες να εμπιστευθούν ξανά έναν πρώην πρωθυπουργό που, μέχρι σήμερα, δεν έχει παρουσιάσει μια ουσιαστικά διαφορετική πρόταση από εκείνη που ήδη γνώρισε η χώρα.

Η πραγματική δοκιμασία ενός νέου κόμματος δεν είναι η πρώτη δημοσκοπική έκρηξη. Είναι τι απομένει όταν περάσει ο αρχικός ενθουσιασμός και η πολιτική επιστρέψει από την επικοινωνία στην αξιολόγηση.

Share This Article