Δύο σιδηροδρομικές τραγωδίες, δεκάδες νεκροί, παρωχημένα συστήματα ασφαλείας και έργα εκσυγχρονισμού που καθυστερούν. Το κοινό ερώτημα είναι αμείλικτο, γιατί η ασφάλεια των επιβατών αντιμετωπίζεται ως εκκρεμότητα, ενώ η εμπορική λειτουργία των σιδηροδρόμων συνεχίζεται;
Τα Τέμπη και η νέα σιδηροδρομική τραγωδία στην Ισπανία δεν είναι ίδιες υποθέσεις. Έχουν διαφορετικές συνθήκες, διαφορετικά τεχνικά χαρακτηριστικά και ευθύνες που πρέπει να διερευνηθούν ξεχωριστά. Έχουν, όμως, ορισμένες ανατριχιαστικές ομοιότητες.
Στην Ελλάδα, 57 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε ένα σιδηροδρομικό δίκτυο με σοβαρά προβλήματα ασφαλείας. Στην Ισπανία, τουλάχιστον 69 άνθρωποι σκοτώθηκαν σε μια σύγκρουση που σημειώθηκε ενώ το βασικό σύστημα προστασίας είχε τεθεί εκτός λειτουργίας.
Και στις δύο περιπτώσεις, πίσω από την τραγωδία αναδεικνύεται ένα κρίσιμο ζήτημα, η απόσταση ανάμεσα στα έργα ασφαλείας που σχεδιάζονται και σε εκείνα που πραγματικά ολοκληρώνονται.
Τα έργα καθυστερούν, τα τρένα συνεχίζουν
Στην Ελλάδα, η περιβόητη σύμβαση 717 για τη σηματοδότηση και την τηλεδιοίκηση υπογράφηκε το 2014, με αρχικό ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2016. Τον Φεβρουάριο του 2023, όταν συνέβη η τραγωδία των Τεμπών, το έργο παρέμενε ημιτελές.
Στην Ισπανία, η γραμμή Μαδρίτης–Σεβίλλης εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί το σύστημα LZB, τεχνολογίας παλαιότερης γενιάς. Η αντικατάστασή του από το σύγχρονο ευρωπαϊκό ERTMS είχε ανατεθεί το 2021, αλλά δεν είχε ακόμη τεθεί σε κανονική λειτουργία.
Σύμφωνα με ισπανικά δημοσιεύματα, τεχνικοί είχαν προειδοποιήσει για προβλήματα και καθυστερήσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι καταγγελίες ότι η αναβάθμιση σχεδιάστηκε με βασική προϋπόθεση να μη διακοπεί η εμπορική λειτουργία της γραμμής.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της συζήτησης. Όταν η απρόσκοπτη λειτουργία αντιμετωπίζεται ως αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα, ποια περιθώρια απομένουν για τις αναγκαίες αποφάσεις ασφαλείας, ακόμη κι αν έχουν οικονομικό ή πολιτικό κόστος;
Το ανθρώπινο λάθος και οι ευθύνες του συστήματος
Στα Τέμπη, το ανθρώπινο λάθος δεν μπορούσε να εξηγήσει από μόνο του τις χρόνιες ελλείψεις και τις αστοχίες των μηχανισμών ασφαλείας.
Στην Ισπανία, η έρευνα επικεντρώνεται μεταξύ άλλων στις εντολές του κέντρου ελέγχου, που επέτρεψαν σε μια αμαξοστοιχία να συνεχίσει την πορεία της ενώ άλλη παρέμενε ακινητοποιημένη στην ίδια γραμμή.
Ένα σύγχρονο σιδηροδρομικό σύστημα, όμως, οφείλει να διαθέτει πολλαπλές δικλίδες προστασίας. Να περιορίζει τις συνέπειες του ανθρώπινου λάθους, όχι να εξαρτά την ασφάλεια εκατοντάδων επιβατών από μία και μόνο απόφαση.
Το γεγονός ότι ένα σύστημα είναι παλαιότερης γενιάς δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι είναι ανασφαλές. Ούτε έχει αποδειχθεί ότι η καθυστέρηση της ισπανικής αναβάθμισης προκάλεσε τη σύγκρουση. Αυτό που δικαιολογημένα ελέγχεται είναι αν η συντήρηση, οι διαδικασίες και οι εφεδρικοί μηχανισμοί παρείχαν την απαιτούμενη προστασία.
Τα κέρδη, το πολιτικό κόστος και η ανθρώπινη ζωή
Το ερώτημα δεν είναι αν οι σιδηρόδρομοι πρέπει να λειτουργούν αποτελεσματικά και οικονομικά βιώσιμα. Προφανώς πρέπει.
Το ερώτημα είναι ποιος αποφασίζει ότι μια αναβάθμιση ασφαλείας μπορεί να περιμένει και με ποια κριτήρια αποδέχεται τον κίνδυνο που ενδεχομένως συνεπάγεται αυτή η αναμονή.
Μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι στις δύο τραγωδίες τα κέρδη τέθηκαν πάνω από τις ζωές ή να θέλετε το κόστος πολιτικό ή οικονομικό δεν επιτρέπει τη μη λειτουργία μιας εγκατάστασης με προβλήματα ασφάλειας. Υπάρχουν, όμως, και αποδεδειγμένες καθυστερήσεις, καταγεγραμμένες ελλείψεις και σοβαρά ερωτήματα για τις πολιτικές και διοικητικές προτεραιότητες.
Και είναι απολύτως θεμιτό να αναρωτηθεί κανείς: Τι προηγείται τελικά; Η ασφάλεια των επιβατών ή η ανάγκη να μη διαταραχθούν τα δρομολόγια, τα έσοδα, τα χρονοδιαγράμματα και οι πολιτικές ισορροπίες;
Γιατί η ασφάλεια δεν μπορεί να είναι το έργο που θα ολοκληρωθεί αύριο, την ώρα που οι επιβάτες ταξιδεύουν σήμερα. Από τα Τέμπη μέχρι την Ισπανία, το μάθημα είναι σκληρό, η πρόληψη έχει κόστος. Αλλά το κόστος της αποτυχίας της δεν αποτυπώνεται σε ισολογισμούς αλλά με χαμένες ζωές…


