
Υπήρξε μια εποχή που η ελληνική Αριστερά πίστεψε ότι η Ιστορία της χρωστούσε μια δεύτερη ευκαιρία. Την πήρε. Και μάλιστα όχι ως συμπλήρωμα, όχι ως διαμαρτυρία, αλλά ως εξουσία. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ένα ακόμη κόμμα της μεταπολίτευσης. Υπήρξε το μεγάλο πείραμα μιας ολόκληρης εποχής. Η στιγμή που η διαμαρτυρία μεταμφιέστηκε σε διακυβέρνηση.
Σήμερα, όμως, το πείραμα αυτό μοιάζει να κλείνει τον κύκλο του με τρόπο σχεδόν αμείλικτο.
Ο Αλέξης Τσίπρας φαίνεται να έχει «καθαρίσει τα πιάτα του» με την παραδοσιακή Αριστερά. Δεν επιχειρεί να αναστήσει τον ΣΥΡΙΖΑ ούτε να τον επανασυστήσει με νέο περιτύλιγμα. Αντιθέτως, η δημόσια παρουσία του λειτουργεί ήδη ως μαγνήτης που απορροφά πολιτικό οξυγόνο από τους παλαιούς σχηματισμούς. Από τη στιγμή που εμφανίστηκε ξανά στο προσκήνιο, ο ΣΥΡΙΖΑ καταγράφει δημοσκοπική συρρίκνωση που πλέον αγγίζει τα όρια της πολιτικής επιβίωσης. Για πρώτη φορά, το ενδεχόμενο να μείνει εκτός Βουλής δεν αποτελεί σενάριο επιστημονικής φαντασίας αλλά ορατή πιθανότητα.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η στάση του Σωκράτη Φάμελλου γεννά εύλογα ερωτήματα. Είτε έχει επικοινωνήσει με τον Τσίπρα και έχει λάβει διαβεβαιώσεις ότι θα υπάρξει χώρος για τον ίδιο και το κόμμα του στο νέο εγχείρημα της ευρύτερης Κεντροαριστεράς είτε έχει διαπράξει ένα από τα μεγαλύτερα στρατηγικά λάθη που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια στον χώρο. Διότι οι πολιτικές συνεργασίες δεν οικοδομούνται πάνω σε ευσεβείς πόθους αλλά σε πραγματικές συμφωνίες και αμοιβαία συμφέροντα.
Την ίδια ώρα, στο πάλαι ποτέ κραταιό κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς υπάρχουν ακόμη στελέχη που αρνούνται να αποδεχθούν ότι η πολιτική γεωγραφία έχει αλλάξει. Η Ρένα Δούρου, ο Παύλος Πολάκης και ο Νίκος Παππάς, ο καθένας με διαφορετική αφετηρία και διαφορετικές φιλοδοξίες, φαίνεται να αναζητούν σχέδιο διάσωσης του κόμματος. Σαν να πιστεύουν ότι η κατάρρευση είναι συγκυριακή και όχι δομική. Ότι αρκεί μια καλύτερη οργάνωση, ένα συνέδριο ή μια νέα ηγετική ομάδα για να αναστραφεί η πορεία.
Όμως η πολιτική πραγματικότητα είναι συνήθως πιο σκληρή από τις εσωκομματικές προσδοκίες. Τα κόμματα δεν πεθαίνουν επειδή κάνουν λάθη. Πεθαίνουν όταν παύουν να είναι αναγκαία.
Η Νέα Αριστερά
Και σαν να μην έφθανε αυτό, η επιστροφή του Τσίπρα φαίνεται να αποδεκατίζει και τη Νέα Αριστερά. Ένα κόμμα που κινδυνεύει να βρεθεί στην παράδοξη θέση να διαθέτει αρχηγό χωρίς κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Άλλωστε ούτε ο επικεφαλής του, ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης, είναι βουλευτής. Πρόκειται για μια πολιτική κατασκευή που στηρίχθηκε περισσότερο στη νοσταλγία μιας χαμένης υπόσχεσης παρά σε μια νέα πρόταση εξουσίας.
Ο Σακελλαρίδης παραμένει ίσως ένας ρομαντικός της πολιτικής. Και οι ρομαντικοί έχουν πάντοτε μια γοητεία. Το πρόβλημα είναι ότι οι κοινωνίες, ιδίως σε περιόδους αβεβαιότητας, δεν αναζητούν ρομαντικούς. Αναζητούν απαντήσεις.
Ίσως λοιπόν το πραγματικό ερώτημα να μην είναι αν θα επιβιώσει ο ΣΥΡΙΖΑ ή η Νέα Αριστερά. Ίσως το ερώτημα είναι αν υπάρχει ακόμη χώρος για μια Αριστερά που εξακολουθεί να μιλά με τις λέξεις του χθες, σε μια κοινωνία που έχει ήδη περάσει στην επόμενη σελίδα. Και η απάντηση, όσο δυσάρεστη κι αν ακούγεται για πολλούς, φαίνεται να δίνεται ήδη από τους ίδιους τους πολίτες.

