
Υπάρχει μια λεπτή αλλά καθοριστική διαφορά ανάμεσα στην πολιτική και στην ψυχοθεραπεία. Η πολιτική υποτίθεται ότι διαμορφώνει όρους διακυβέρνησης μιας χώρας. Η ψυχοθεραπεία πάλι επιχειρεί να κατευνάσει φοβίες, ανασφάλειες και εσωτερικές συγκρούσεις. Στην περίπτωση όμως του Νίκου Ανδρουλάκη οι δύο αυτές έννοιες μοιάζουν να συγχέονται επικίνδυνα.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, επιδιώκοντας προφανώς να ηρεμήσει τις μόνιμες εσωκομματικές γκρίνιες και να διατηρήσει τον τίτλο του «καθαρού σοσιαλιστή ηγέτη», έσπευσε να προαναγγείλει ότι δεν πρόκειται να συγκυβερνήσει με τη Νέα Δημοκρατία. Προτού ακόμη μιλήσει η κοινωνία. Προτού στηθούν κάλπες. Προτού διαμορφωθούν πολιτικοί συσχετισμοί. Προτού η ίδια η πραγματικότητα επιβάλλει ή αποκλείσει συνεργασίες.
Πρόκειται για μία από τις πιο παράδοξες εκδοχές πολιτικής συμπεριφοράς των τελευταίων ετών. Διότι η πολιτική δεν είναι μοναστήρι για να δίνεις όρκους αιώνιας πίστης. Ούτε ιδεολογικό κατηχητικό όπου προαναγγέλλεις ποιον θα μισείς εσαεί. Η πολιτική είναι η τέχνη της διαχείρισης των πραγματικών συσχετισμών και της ευθύνης απέναντι στη χώρα.
Αλλά στην Ελλάδα της μεταπολιτευτικής φλυαρίας πολλοί πολιτικοί προτιμούν να απευθύνονται όχι στη λογική των πολιτών αλλά στα τραύματα των κομματικών μηχανισμών. Ο κ. Ανδρουλάκης μοιάζει να αισθάνεται πως αν δεν επαναλαμβάνει διαρκώς ότι «δεν θα συνεργαστεί με τη Νέα Δημοκρατία», κάποιοι εντός του κόμματός του θα αμφισβητήσουν τη σοσιαλιστική του καθαρότητα. Λες και η σοσιαλδημοκρατία είναι πιστοποιητικό ιδεολογικών φρονημάτων.
Μόνο που η Ιστορία δεν λειτουργεί έτσι. Οι μεγάλες ευρωπαϊκές σοσιαλδημοκρατίες συγκυβέρνησαν όταν το επέβαλαν οι περιστάσεις. Στη Γερμανία, στην Ιταλία, στην Ισπανία, οι πολιτικές δυνάμεις δεν αντιμετώπισαν τη συνεργασία ως προδοσία αλλά ως πιθανό εργαλείο σταθερότητας. Διότι αντιλαμβάνονταν ότι η χώρα προηγείται του κομματικού ψυχοδράματος.
Αντιθέτως, εδώ συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε την πολιτική σαν εμφύλιο πολιτισμικών συμπλεγμάτων. Και έτσι φτάνουμε στο αλλόκοτο φαινόμενο ένας αρχηγός κόμματος να δεσμεύεται εκ των προτέρων όχι για όσα θα κάνει, αλλά για όσα δεν θα κάνει ποτέ. Αυτό δεν είναι στρατηγική. Είναι πολιτική άρνηση της πραγματικότητας.
Διότι όταν ένας πολιτικός αποκλείει τα πάντα πριν ακόμη μιλήσει η κάλπη, στην ουσία δεν δείχνει δύναμη. Δείχνει φόβο. Και ο φόβος δεν υπήρξε ποτέ σοσιαλιστική αξία.

