Σοσιαλδημοκρατία και Ριζοσπαστική Αριστερά: δύο κόσμοι που συχνά μπερδεύονται

Newsroom
4 Min Read

Στην Ελλάδα έχουμε ένα παλιό εθνικό σπορ: να βαφτίζουμε τα πάντα «Αριστερά» και ύστερα να απορούμε γιατί δεν μοιάζουν μεταξύ τους. Έτσι, πολλοί τοποθετούν στο ίδιο καλάθι τη σοσιαλδημοκρατία και τη ριζοσπαστική Αριστερά, λες και πρόκειται για δίδυμα αδέλφια. Δεν είναι. Είναι συγγενείς εξ αγχιστείας, με κοινές κάποτε αναφορές, αλλά διαφορετική ψυχοσύνθεση, άλλη μέθοδο και άλλο όραμα για την κοινωνία. Ίσως γι’ αυτό και ο Νίκος Ανδρουλάκης, ενώ δηλώνει σοσιαλδημοκράτης, συχνά μοιάζει να παρασύρεται σε ρητορικές συγχύσεις με την παραδοσιακή Αριστερά.

Η σοσιαλδημοκρατία γεννήθηκε όταν ένα τμήμα της ευρωπαϊκής Αριστεράς κατάλαβε ότι οι κοινωνίες δεν αλλάζουν με επαναστατικά συνθήματα αλλά με θεσμούς, μεταρρυθμίσεις και κοινωνικές ισορροπίες. Αντί να γκρεμίσει το σπίτι, προτίμησε να το ανακαινίσει. Δέχθηκε την κοινοβουλευτική δημοκρατία, την οικονομία της αγοράς, την ιδιωτική πρωτοβουλία, αλλά επέμεινε ότι το κράτος οφείλει να διορθώνει τις αδικίες: δημόσια υγεία, παιδεία, κοινωνική ασφάλιση, προστασία της εργασίας. Με απλά λόγια: καπιταλισμός με κανόνες και κοινωνικό πρόσωπο.

Η ριζοσπαστική Αριστερά, αντιθέτως, αντιμετωπίζει το υπάρχον σύστημα όχι ως πεδίο διόρθωσης αλλά ως πηγή του κακού. Δεν θέλει απλώς καλύτερη διαχείριση· θέλει αλλαγή δομών, συχνά σύγκρουση με τους μηχανισμούς της αγοράς, με τους υπερεθνικούς θεσμούς, με τις ελίτ, με οτιδήποτε θεωρεί φορέα κυριαρχίας. Εκεί όπου η σοσιαλδημοκρατία βλέπει διαπραγμάτευση, η ριζοσπαστική Αριστερά βλέπει συμβιβασμό. Εκεί όπου η πρώτη μιλά για εφικτό, η δεύτερη μιλά για αναγκαίο. Ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε και επιχειρεί να πείσει ότι οι δύο αυτές παραδόσεις μπορούν να συνυπάρξουν αρμονικά, παραβλέποντας ότι συχνά ξεκινούν από διαφορετικές αφετηρίες.

Η πρώτη επιδιώκει συναινέσεις. Η δεύτερη τρέφεται από τις αντιθέσεις. Η πρώτη κυβερνά με αριθμούς, προϋπολογισμούς και ισοσκελισμούς. Η δεύτερη συχνά εμπνέεται από την ηθική της καταγγελίας. Η πρώτη γνωρίζει ότι η εξουσία είναι τέχνη περιορισμών. Η δεύτερη συχνά φαντάζεται ότι η εξουσία είναι απλώς βούληση.

Δεν είναι τυχαίο ότι η σοσιαλδημοκρατία δημιούργησε το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος μεταπολεμικά, ενώ η ριζοσπαστική Αριστερά διέπρεψε περισσότερο στα αμφιθέατρα, στις πορείες και στα συνθήματα παρά στις μακρόχρονες κυβερνητικές επιδόσεις. Όταν κλήθηκε να κυβερνήσει, πολλές φορές αναγκάστηκε να φορέσει τα ρούχα εκείνων που κατηγορούσε. Η πραγματικότητα έχει αυτό το δυσάρεστο γνώρισμα: δεν συγκινείται από προκηρύξεις.

Στην ελληνική περίπτωση, η σύγχυση έγινε σχεδόν μόνιμο καθεστώς. Κόμματα που μιλούσαν σαν επαναστάτες κυβέρνησαν σαν πραγματιστές. Άλλα που δήλωναν κεντροαριστερά λειτούργησαν σαν πελατειακοί μηχανισμοί. Και ο πολίτης έμεινε να αναρωτιέται αν η ιδεολογία είναι πυξίδα ή αποκριάτικη στολή. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το δίλημμα για τον Νίκος Ανδρουλάκης: αν θα επιμείνει στη σοσιαλδημοκρατική αυτονομία ή αν θα συνεχίσει να θολώνει τα όρια προς τα αριστερά.

Η ουσία όμως παραμένει απλή. Η σοσιαλδημοκρατία θέλει να εξανθρωπίσει το σύστημα. Η ριζοσπαστική Αριστερά θέλει να το υπερβεί. Η πρώτη πιστεύει στη σταδιακή πρόοδο. Η δεύτερη στην τομή. Η πρώτη εμπιστεύεται τους θεσμούς έστω με διορθώσεις. Η δεύτερη τους υποπτεύεται εκ γενετής.

Και ίσως εδώ κρύβεται το μεγάλο ερώτημα της εποχής μας: σε έναν κόσμο ανασφάλειας, ανισοτήτων και κρίσεων, χρειάζονται περισσότεροι διαχειριστές ή περισσότεροι οραματιστές; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Αλλά σίγουρα δεν βρίσκεται στις ταμπέλες που τόσο αγαπά η ελληνική πολιτική αγορά ούτε στις απόπειρες του Αλέξης Τσίπρας να παρουσιάσει ως φυσικό γάμο δύο ρεύματα που ιστορικά έμαθαν περισσότερο να ανταγωνίζονται παρά να συμπορεύονται.

Share This Article