
Η «Κυβερνώσα Αριστερά της Νέας Εποχής» υπόσχεται σύνθεση, αλλά αποφεύγει τον απολογισμό. Ένας πρώην πρωθυπουργός δεν κρίνεται μόνο από το όραμα που περιγράφει, αλλά από το αν πείθει ότι έμαθε από την εξουσία που άσκησε
Η διακήρυξη που παρουσιάζεται ως μανιφέστο για τη συμπαράταξη της Σοσιαλδημοκρατίας, της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας έρχεται σε μια στιγμή όπου ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να επιστρέψει στο κέντρο της πολιτικής σκηνής.
Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν η Αριστερά χρειάζεται νέα αφήγηση. Προφανώς χρειάζεται. Το ερώτημα είναι αν αυτή η αφήγηση μπορεί να έρθει από έναν πρώην πρωθυπουργό που ζητά νέα αρχή χωρίς να κάνει καθαρό, γενναίο και συγκεκριμένο απολογισμό της προηγούμενης διαδρομής του.
Το κείμενο έχει φιλοδοξία. Μιλά για ανισότητες, εργασία, κοινωνικό κράτος, κράτος δικαίου, οικολογική μετάβαση, τεχνητή νοημοσύνη, νέα γενιά. Είναι πλήρες ως θεματολογία. Αλλά ακριβώς εκεί βρίσκεται και το πρόβλημά του: προσπαθεί να χωρέσει τα πάντα, χωρίς να απαντά στο ένα που βαραίνει περισσότερο από όλα. Γιατί να πιστέψει ο πολίτης ότι αυτή τη φορά η «κυβερνώσα Αριστερά» θα κυβερνήσει διαφορετικά;
Η μεγαλύτερη αδυναμία της διακήρυξης είναι ότι μιλά για το μέλλον σαν να μην υπήρξε παρελθόν. Περιγράφει μια Αριστερά που θέλει να γίνει αξιόπιστη δύναμη διακυβέρνησης, αλλά δεν εξηγεί τι έμαθε από τη δική της κυβερνητική εμπειρία.
Και το βασικό ποιοι ήταν οι παράγοντες που δεν της επέτρεψαν να κάνει την πολιτική ανατροπή; Και αν αυτοί οι συσχετισμοί έχουν αλλάξει; Και φυσικά αν το κατεστημένο πολιτικό-οικονομικό κέντρο ισχύος μπορεί να ανατραπεί ή απλώς η επιδίωξη είναι να αλλάξει η διαχείριση;
Δεν αρκεί να καταγγέλλεις το πελατειακό κράτος, την αδιαφάνεια ή την αποδιάρθρωση της παραγωγής. Ένας πρώην πρωθυπουργός οφείλει να πει τι δεν έκανε, τι έκανε λάθος, πού υποτίμησε τις αντιστάσεις του συστήματος και πού συμβιβάστηκε.
Εδώ η διακήρυξη μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια ιδεολογικής επανατοποθέτησης παρά με πράξη πολιτικής αυτογνωσίας. Θέλει να ενώσει τρία ρεύματα, αλλά δεν λύνει το βασικό πρόβλημα εμπιστοσύνης. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι ο Τσίπρας είναι που προκάλεσε διασπάσεις και λειτούργησε υπονομευτικά σε οτιδήποτε νέο πήγε να δημιουργηθεί. Η κοινωνία δεν ακούει πρώτη φορά υποσχέσεις για δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια και αναδιανομή. Το κρίσιμο είναι αν πιστεύει αυτόν που τις εκφωνεί.
Υπάρχει και δεύτερο κενό: η σχέση ρεαλισμού και ριζοσπαστισμού. Το κείμενο λέει σωστά ότι η σύγχρονη Αριστερά πρέπει να συνδυάζει μεταρρυθμίσεις και ρήξεις. Όμως σε πολλά σημεία οι προτάσεις παραμένουν γενικές. Λέει 35ωρο χωρίς μείωση μισθών, ισχυρό κοινωνικό κράτος, προοδευτική φορολογία, δημόσια αγαθά, έλεγχο ολιγοπωλίων, στήριξη μικρομεσαίων. Όλα αυτά μπορούν να αποτελέσουν προοδευτικό πρόγραμμα. Αλλά χωρίς κοστολόγηση, ιεράρχηση και σύγκρουση με συγκεκριμένα συμφέροντα, κινδυνεύουν να μείνουν πολιτικά σωστά και κυβερνητικά ασαφή. Με ποιους θα συγκρουστεί; Με αυτούς που σήμερα υποστηρίζουν την επιστροφή του;
Το τρίτο πρόβλημα είναι η υπερβολική ρητορική συσσώρευση. Η διακήρυξη μιλά για νέα εποχή, νέα σύνθεση, νέο κοινωνικό συμβόλαιο, νέο πατριωτισμό, νέα προοδευτική πλειοψηφία. Όμως όσο περισσότερα «νέα» μπαίνουν στο κείμενο, τόσο περισσότερο γεννιέται η υποψία ότι επιχειρείται να σκεπαστεί το παλιό. Και στην πολιτική, ειδικά όταν επιστρέφει ένας πρώην-παλιός- πρωθυπουργός, το παλιό δεν εξαφανίζεται με λέξεις. Χρειάζεται αποτίμηση, ευθύνη και καθαρή πρόταση εξουσίας.
Η κριτική στη Νέα Δημοκρατία είναι σκληρή και σε αρκετά σημεία πατά σε πραγματικά κοινωνικά προβλήματα: ακρίβεια, στεγαστική κρίση, πίεση στη δημόσια υγεία, θεσμική δυσπιστία, παραγωγικό μοντέλο εξαρτημένο από τουρισμό και ακίνητα. Όμως η διακήρυξη κινδυνεύει να εμφανιστεί ως εύκολη αντιδεξιά σύνθεση. Δηλαδή ως κείμενο που ξέρει καλά τι απορρίπτει, αλλά δεν αποδεικνύει επαρκώς πώς θα κυβερνήσει.
Και εδώ βρίσκεται το κεντρικό ερώτημα για τον Τσίπρα: επιστρέφει ως ηγέτης μιας νέας πλειοψηφίας ή ως σύμβολο μιας εκκρεμότητας; Γιατί η ελληνική κοινωνία μπορεί να είναι δυσαρεστημένη από τη σημερινή κυβέρνηση, αλλά αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι έτοιμη να εμπιστευθεί ξανά τον προηγούμενο πρωταγωνιστή. Η φθορά της κυβέρνησης δεν ισοδυναμεί με συγχώρεση της αντιπολίτευσης. Ούτε η ανάγκη για προοδευτικό πόλο σημαίνει λευκή επιταγή στον παλιό του εκφραστή.
Το μανιφέστο, λοιπόν, έχει ιδέες, έχει κατεύθυνση, έχει ιδεολογικό στίγμα. Δεν είναι πρόχειρο κείμενο. Αλλά δεν έχει ακόμη το στοιχείο που θα το έκανε πειστικό: την πολιτική εντιμότητα ενός καθαρού απολογισμού. Χωρίς αυτόν, η «Κυβερνώσα Αριστερά της Νέας Εποχής» κινδυνεύει να ακουστεί σαν παλιά υπόσχεση με καινούργια τυπογραφία.
Ο Αλέξης Τσίπρας έχει ένα πλεονέκτημα: παραμένει αναγνωρίσιμος, έμπειρος και πολιτικά βαρύς. Έχει όμως και ένα μεγάλο μειονέκτημα: δεν είναι άγραφο χαρτί. Και στην επιστροφή ενός πρώην πρωθυπουργού, το πιο δύσκολο δεν είναι να γράψει μια νέα διακήρυξη. Είναι να πείσει ότι δεν επιστρέφει για να δικαιώσει τον εαυτό του, αλλά για να υπηρετήσει κάτι που υπερβαίνει την προσωπική του δεύτερη ευκαιρία.

