
Στη Χαριλάου Τρικούπη γνωρίζουν ότι το πολιτικό ρολόι μετρά αντίστροφα μέχρι τον Σεπτέμβριο. Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να έχει σταθεροποιηθεί ως βασικός πόλος της αντιπολίτευσης, μπορεί ο Νίκος Ανδρουλάκης να εμφανίζει πιο ώριμη και συγκροτημένη εικόνα, όμως το κρίσιμο πρόβλημα παραμένει: η βελτίωση της προσωπικής του παρουσίας δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε καθαρό δημοσκοπικό άλμα.
Οι τελευταίες μετρήσεις επιβεβαιώνουν ότι το πολιτικό σκηνικό κινείται σε νέα φάση. Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί την πρώτη θέση, ενώ η εμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα και της ΕΛΑΣ διαμορφώνει ένα δεύτερο κέντρο πίεσης στον χώρο της αντιπολίτευσης. Στη Metron Analysis για το Mega, η ΝΔ καταγράφεται στο 30,4%, η ΕΛΑΣ στο 17,1% και το ΠΑΣΟΚ στο 11,4%, ενώ και η Marc εμφάνισε τη ΝΔ πρώτη, την ΕΛΑΣ δεύτερη και το ΠΑΣΟΚ σε πίεση για την τρίτη θέση.
Αυτό είναι και το βασικό καμπανάκι για τη Χαριλάου Τρικούπη. Οι δημοσκοπήσεις μπορεί να έχουν αστοχίες στα ποσοστά, σπάνια όμως πέφτουν έξω στη σειρά κατάταξης. Και όσο το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται τρίτο, η διεκδίκηση της πρωτιάς χρειάζεται όχι μόνο πολιτική βούληση, αλλά και πειστική εξήγηση προς τους πολίτες.
Η νίκη ως στόχος δεν αρκεί χωρίς σχέδιο
Ο Νίκος Ανδρουλάκης επιμένει ότι «πολιτική αλλαγή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς νίκη του ΠΑΣΟΚ» και θέτει ευθέως το ερώτημα αν είναι πιο ρεαλιστικό να επιστρέψει η ΝΔ στο 41% ή να εμφανίζεται ο Αλέξης Τσίπρας ως βέβαιος νικητής, όταν η διαφορά του από το ΠΑΣΟΚ δεν είναι απαγορευτική.
Ωστόσο, το ερώτημα δεν απαντάται μόνο επικοινωνιακά. Μέχρι τον Σεπτέμβριο, το ΠΑΣΟΚ οφείλει να παρουσιάσει έναν καθαρό, ρεαλιστικό και κατανοητό στόχο. Όχι απλώς «να κερδίσει», αλλά να εξηγήσει πώς θα κυβερνηθεί η χώρα, με ποιες πολιτικές προϋποθέσεις, με ποιες κοινωνικές συμμαχίες και με ποια κοινοβουλευτική αριθμητική.
Ο εγκλωβισμός μετά το συνέδριο
Εδώ βρίσκεται το μεγάλο στρατηγικό δίλημμα. Η απόφαση του συνεδρίου για ρητή μη συγκυβέρνηση με τη Νέα Δημοκρατία, μια γραμμή που ενισχύθηκε και από την πίεση του Χάρη Δούκα, έδωσε καθαρό πολιτικό στίγμα, αλλά ταυτόχρονα εγκλώβισε τον Ανδρουλάκη σε μια δύσκολη εξίσωση: αν όχι με τη ΝΔ, τότε με ποιους και υπό ποιες συνθήκες;
Η απάντηση «με ισχυρό ΠΑΣΟΚ» δεν αρκεί αν δεν συνοδευτεί από πειστικό σχέδιο διακυβέρνησης. Διότι η Νέα Δημοκρατία ετοιμάζεται να στήσει το βασικό της δίλημμα πάνω στον φόβο της ακυβερνησίας: σταθερότητα ή χάος. Και αυτό το δίλημμα, ιστορικά, ευνοεί τα δύο πρώτα κόμματα.
Το… παράδοξο της επιστροφής Τσίπρα
Ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα για το ΠΑΣΟΚ είναι ότι η επιστροφή Τσίπρα λειτουργεί διπλά. Από τη μία πιέζει τη Χαριλάου Τρικούπη στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Από την άλλη συσπειρώνει τη Νέα Δημοκρατία. Στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν ότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι ο αντίπαλος που ενεργοποιεί τα αντι-ΣΥΡΙΖΑ αντανακλαστικά και μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτικό καύσιμο για την πορεία προς την αυτοδυναμία.
Με άλλα λόγια, ο Μητσοτάκης έχει κάθε λόγο να θέλει τον Τσίπρα απέναντί του. Όσο το δίλημμα γίνεται «Μητσοτάκης ή Τσίπρας», το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να βρεθεί εκτός του κεντρικού κάδρου, ακόμη κι αν έχει πιο συγκροτημένες προγραμματικές θέσεις.
Η προσπάθεια αλλαγής της ατζέντας
Γι’ αυτό και στη Χαριλάου Τρικούπη επιχειρούν να αλλάξουν το γήπεδο. Η έμφαση στη στεγαστική κρίση, στην τετραήμερη εργασία, στη δωρεάν μετακίνηση των νέων, στην ακρίβεια, στα εθνικά θέματα και στο Ταμείο Ανάκαμψης δεν είναι τυχαία. Το ΠΑΣΟΚ θέλει να εμφανιστεί ως δύναμη θεσμικής σοβαρότητας, κοινωνικής ατζέντας και κυβερνητικής προετοιμασίας.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η ανάδειξη ζητημάτων όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ, οι υποκλοπές, η αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, η λειψυδρία και η πολιτική προστασία. Η Χαριλάου Τρικούπη επιχειρεί να δείξει ότι δεν κάνει αντιπολίτευση κραυγής, αλλά αντιπολίτευση φακέλων.
Αρκεί η συνέπεια για να γίνει πολιτικό ρεύμα;
Το ερώτημα, όμως, παραμένει αμείλικτο: μπορεί αυτό να γίνει πολιτικό ρεύμα;
Ο Ανδρουλάκης ποντάρει στη συνέπεια. Το επιτελείο του θεωρεί ότι όταν καταλαγιάσει ο θόρυβος από τα νέα κόμματα και τις προσωπικές στρατηγικές, οι πολίτες θα αναζητήσουν έναν πολιτικό αρχηγό που δεν αλλάζει γραμμή για τα φώτα της δημοσιότητας. Η τηλεοπτική παρουσία του στον ΑΝΤ1 και η προσπάθεια προσέγγισης νεότερων κοινών μέσω TikTok αντιμετωπίζονται ως ενδείξεις ότι μπορεί να ανοίξει νέο ακροατήριο.
Όμως η συνέπεια από μόνη της δεν κερδίζει εκλογές. Χρειάζεται ρόλος. Και ο ρόλος που πρέπει να διεκδικήσει το ΠΑΣΟΚ είναι αυτός του αξιόπιστου κόμματος εξουσίας, όχι του συμπληρώματος ούτε της χρήσιμης τρίτης δύναμης.
Τα δύο ερωτήματα που πρέπει να απαντήσει
Αυτό σημαίνει ότι μέχρι τη ΔΕΘ και τον Σεπτέμβριο ο Ανδρουλάκης πρέπει να απαντήσει σε δύο κομβικά ερωτήματα.
Πρώτον, ποιος είναι ο ρεαλιστικός στόχος του ΠΑΣΟΚ; Αν είναι η νίκη, πρέπει να εξηγηθεί με πολιτικούς και αριθμητικούς όρους. Αν είναι η ανατροπή των συσχετισμών, πρέπει να περιγραφεί ο δρόμος. Αν είναι η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, πρέπει να ειπωθεί καθαρά ποια κυβέρνηση και με ποιο πρόγραμμα.
Δεύτερον, ποιο είναι το αντίπαλο δίλημμα απέναντι στο «σταθερότητα ή χάος» της ΝΔ; Το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να περιοριστεί στο «ούτε Μητσοτάκης ούτε Τσίπρας». Πρέπει να διατυπώσει δικό του δίλημμα: θεσμική κανονικότητα ή καθεστωτική φθορά, κοινωνικό κράτος ή ακρίβεια χωρίς αντίβαρο, παραγωγική ανασυγκρότηση ή διαχείριση επιδομάτων.
Το μεγάλο τεστ του Σεπτεμβρίου
Η μάχη, επομένως, δεν είναι μόνο δημοσκοπική. Είναι μάχη αξιοπιστίας. Αν το ΠΑΣΟΚ καταφέρει να πείσει ότι έχει σχέδιο διακυβέρνησης, μπορεί να αντέξει την πίεση από Τσίπρα και Μητσοτάκη. Αν δεν το κάνει, κινδυνεύει να εγκλωβιστεί ανάμεσα σε δύο φόβους: τον φόβο της επιστροφής Τσίπρα που συσπειρώνει τη ΝΔ και τον φόβο της ακυβερνησίας που πιέζει τους αναποφάσιστους προς το πρώτο κόμμα.
Στη Χαριλάου Τρικούπη ξέρουν ότι ο Σεπτέμβριος δεν θα είναι απλώς ένας ακόμη πολιτικός σταθμός. Θα είναι το τεστ αν το ΠΑΣΟΚ μπορεί να περάσει από την αξιοπρεπή αντιπολίτευση στην πειστική εναλλακτική διακυβέρνησης.
Και εκεί δεν θα μετρήσει μόνο η εικόνα Ανδρουλάκη. Θα μετρήσει αν οι πολίτες καταλάβουν ποιος είναι ο στόχος, ποιος είναι ο δρόμος και γιατί το ΠΑΣΟΚ ζητά ξανά να γίνει κόμμα εξουσίας.

