
Ριζικές αλλαγές στο ευαίσθητο καθεστώς της ποινικής μεταχείρισης των μελών της κυβέρνησης προτείνει η Νέα Δημοκρατία, στο πλαίσιο των εργασιών για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Στο επίκεντρο της κυβερνητικής εισήγησης βρίσκεται η τροποποίηση του άρθρου 86 παράγραφος 2 και συγκεκριμένα η κατάργηση της διάταξης του «αμελλητί». Η ρύθμιση αυτή υποχρεώνει σήμερα τους δικαστικούς λειτουργούς να διαβιβάζουν αμέσως στη Βουλή οποιοδήποτε στοιχείο εντοπίζουν σε βάρος υπουργού, απαγορεύοντάς τους την περαιτέρω έρευνα.
Η πρόταση του κυβερνώντος κόμματος επιδιώκει να εισαγάγει ένα φίλτρο δικαστικής προ-αξιολόγησης πριν η υπόθεση φτάσει στο Κοινοβούλιο.
-
Δικαστικό φίλτρο: Προτείνεται η προκαταρκτική εξέταση να διενεργείται από Εισαγγελέα Εφετών και η πρόταση για την άσκηση δίωξης να υποβάλλεται από Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
-
Μεικτό όργανο: Εναλλακτικά, εξετάζεται η συγκρότηση ενός μεικτού δικαστικού-πολιτικού οργάνου για την αξιολόγηση των ποινικών ευθυνών.
-
Κοινοβουλευτική ψηφοφορία: Η τελική άσκηση της δίωξης θα παραμείνει στη δικαιοδοσία της Ολομέλειας, η οποία θα αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (151) μέσω ονομαστικής ψηφοφορίας.
Οι επιφυλάξεις Ρουσόπουλου για την ονομαστική ψηφοφορία
Στο τελευταίο σκέλος της πρότασης, και συγκεκριμένα στη διενέργεια ονομαστικής αντί για μυστικής ψηφοφορίας, εστίασε την παρέμβασή του ο βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, Θεόδωρος Ρουσόπουλος.
Μιλώντας στην αρμόδια επιτροπή, εξέφρασε ορισμένες επιφυλάξεις, τονίζοντας ότι η παράταξη έχει μακρά ιστορία διαφορετικών φωνών και ότι οι βουλευτές συχνά αντιμετωπίζονται ισοπεδωτικά από την αντιπολίτευση ως μια ενιαία μάζα, ενώ διαθέτουν ελεύθερη βούληση.
Ο κ. Ρουσόπουλος εκτίμησε ότι, εφόσον μια πρόταση παραπομπής έρχεται τεκμηριωμένη από ένα ανώτατο δικαστικό συμβούλιο, ελάχιστοι θα είναι οι βουλευτές που θα επιλέξουν να ψηφίσουν αντίθετα, σεβόμενοι το Σύνταγμα.
Το ιστορικό παράδειγμα του Βατοπεδίου
Προκειμένου να στηρίξει τα επιχειρήματά του για τη σημασία της ελευθερίας της συνείδησης των βουλευτών, ο πρώην υπουργός προχώρησε σε μια προσωπική και πολιτική αναδρομή, θυμίζοντας τα γεγονότα που έζησε ο ίδιος το 2010.
Αναφερόμενος στην υπόθεση του Βατοπεδίου –η οποία, όπως υπενθύμισε, κατέληξε στην πλήρη δικαστική αθώωση όλων των εμπλεκομένων– περιέγραψε τις συνθήκες της ψηφοφορίας του Νοεμβρίου του 2010.
Όπως εξήγησε, εκείνη την περίοδο ήταν πολιτικά απαξιωμένος ακόμα και από το ίδιο του το κόμμα, μετά από δημόσια δήλωση του τότε αρχηγού του.
Ωστόσο, το τότε κυβερνών ΠΑΣΟΚ, παρά το γεγονός ότι διέθετε μια ισχυρή πλειοψηφία 160 βουλευτών, δεν κατάφερε στη μυστική ψηφοφορία να συγκεντρώσει τις 151 ψήφους που απαιτούνταν για την παραπομπή του.
Ο κ. Ρουσόπουλος απέδωσε το αποτέλεσμα αυτό στο γεγονός ότι αρκετοί βουλευτές του ΠΑΣΟΚ διέκριναν πίσω από την υπόθεση μια εμφανή συκοφαντία, η οποία υποκινείτο από συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα των μέσων ενημέρωσης, στα οποία ο ίδιος είχε αρνηθεί να κάνει χαρίσματα.
Κλείνοντας την τοποθέτησή του, υπογράμμισε ότι το Σύνταγμα αποτελεί ασπίδα της ίδιας της δημοκρατίας και όχι των κυβερνήσεων.
Τόνισε ότι η δημοκρατία κινδυνεύει εξίσου όταν κάποιοι τίθενται υπεράνω του νόμου, αλλά και όταν η ποινική διαδικασία μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης, καλώντας το σώμα να υπηρετήσει τους θεσμούς μακριά από λαϊκισμούς.

