Μπροστά σε μια σύνθετη πολιτική και εκλογική εξίσωση βρίσκεται ο Νίκος Ανδρουλάκης, καθώς το ΠΑΣΟΚ καλείται να διεκδικήσει δύο διαφορετικά εκλογικά ακροατήρια, την ώρα που η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα αναδιαμορφώνει τους συσχετισμούς στον χώρο της Κεντροαριστεράς.
Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι κεντρώοι και οι δυσαρεστημένοι ψηφοφόροι της Νέας Δημοκρατίας, οι οποίοι αναζητούν μια αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Από την άλλη, οι πρώην ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ, ένα σημαντικό μέρος των οποίων δεν μετακινήθηκε προς το ΠΑΣΟΚ μετά τη βαριά εκλογική ήττα του Αλέξη Τσίπρα το 2023 και την αποχώρησή του από την ηγεσία.
Η επανεμφάνιση του πρώην πρωθυπουργού δημιουργεί νέα δεδομένα. Ο Αλέξης Τσίπρας επιδιώκει να ανασυγκροτήσει την εκλογική βάση του παλιού ΣΥΡΙΖΑ και να αναδείξει την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛ.Α.Σ.) σε βασικό εκφραστή της προοδευτικής αντιπολίτευσης. Την ίδια στιγμή, όμως, επαναφέρει στο πολιτικό προσκήνιο την αντιπαράθεση για την περίοδο διακυβέρνησης 2015–2019.
Εδώ βρίσκεται και το πολιτικό παράδοξο, η ενίσχυση του Τσίπρα μπορεί να προκαλέσει ισχυρότερη συσπείρωση στη Νέα Δημοκρατία, χωρίς οι κεντρώοι ψηφοφόροι που αντιτίθενται στην επιστροφή του να κατευθυνθούν υποχρεωτικά προς το ΠΑΣΟΚ.
Το στοίχημα για τον Νίκο Ανδρουλάκη δεν είναι, επομένως, μόνο να ξεπεράσει δημοσκοπικά τον Αλέξη Τσίπρα, αλλά να αποδείξει ότι μπορεί να αποτελέσει εναλλακτική κυβερνητική επιλογή απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η δημοσκόπηση που αποκαλύπτει τις δύο διαφορετικές εκλογικές δεξαμενές
Η δημοσκόπηση της Metron Analysis, που παρουσιάστηκε στις 22 Οκτωβρίου στο MEGA, καταγράφει στην εκτίμηση ψήφου τη Νέα Δημοκρατία στο 30%, την ΕΛ.Α.Σ. στο 15% και το ΠΑΣΟΚ στο 13%. Η απόσταση των δύο κομμάτων της αντιπολίτευσης περιορίζεται στις δύο ποσοστιαίες μονάδες, ενώ το κυβερνών κόμμα διατηρεί προβάδισμα 15 μονάδων έναντι της δεύτερης θέσης. 
Ωστόσο, τα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα στοιχεία της έρευνας δεν βρίσκονται μόνο στην κατάταξη των κομμάτων, αλλά κυρίως στις μετακινήσεις των ψηφοφόρων και στις ιδεολογικές τους ταυτίσεις. Το ΠΑΣΟΚ εμφανίζει υψηλή συσπείρωση, καθώς διατηρεί το 79,7% των ψηφοφόρων του Ιουνίου 2023. Αντίθετα, η δυνατότητα προσέλκυσης ψηφοφόρων από άλλους πολιτικούς χώρους παραμένει περιορισμένη. Μόλις το 3,5% των τότε ψηφοφόρων της ΝΔ δηλώνει σήμερα ότι επιλέγει το ΠΑΣΟΚ, ενώ από την εκλογική δεξαμενή του ΣΥΡΙΖΑ το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει στο 8,4%. Την ίδια ώρα, η ΕΛ.Α.Σ. προσελκύει το 60,8% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ του 2023.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η ιδεολογική κατανομή. Στους πολίτες που αυτοπροσδιορίζονται ως κεντρώοι, η ΝΔ συγκεντρώνει 25,5%, το ΠΑΣΟΚ 17,9% και η ΕΛ.Α.Σ. 9,1%. Στους κεντροαριστερούς, ωστόσο, η εικόνα αλλάζει, με την ΕΛ.Α.Σ. στο 34,3% και το ΠΑΣΟΚ στο 28,7%.
Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν δύο διαφορετικά πεδία πολιτικού ανταγωνισμού. Το ΠΑΣΟΚ έχει μεγαλύτερη διείσδυση στο Κέντρο από το κόμμα Τσίπρα, χωρίς όμως να έχει περιορίσει αποφασιστικά την επιρροή της ΝΔ. Αντίστοιχα, ο Αλέξης Τσίπρας διατηρεί ισχυρούς δεσμούς με την παλιά εκλογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να έχει αποδείξει ακόμη ότι μπορεί να διευρύνει σημαντικά την επιρροή του πέρα από αυτήν.
Γιατί ο Τσίπρας επιτίθεται στον Ανδρουλάκη – Η μάχη για την πρωτοκαθεδρία
Η πρόσφατη επίθεση του Αλέξη Τσίπρα στον Νίκο Ανδρουλάκη δεν περιορίζεται σε μια συνηθισμένη αντιπαράθεση μεταξύ δύο πολιτικών αρχηγών. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια της ΕΛ.Α.Σ. να διεκδικήσει την πρωτοκαθεδρία στον προοδευτικό χώρο.
Η αναφορά του πρώην πρωθυπουργού στους «αφελείς» που πίστευαν ότι, μετά την εκλογική του ήττα και την αποχώρησή του, θα αποτελούσαν την εναλλακτική λύση απέναντι στη Νέα Δημοκρατία είχε σαφή πολιτικό αποδέκτη, την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ.
Ο Τσίπρας επιχειρεί να αναδείξει ένα πραγματικό εκλογικό δεδομένο. Στις εθνικές εκλογές του Ιουνίου 2023 ο ΣΥΡΙΖΑ συγκέντρωσε 17,83% και το ΠΑΣΟΚ 11,84%. Παρά τη διάσπαση που ακολούθησε στον ΣΥΡΙΖΑ και την παραίτηση του Τσίπρα από την κομματική ηγεσία, το ΠΑΣΟΚ δεν κατόρθωσε να απορροφήσει ένα μεγάλο μέρος της εκλογικής του βάσης.
Η πολιτική ερμηνεία, ωστόσο, δεν είναι τόσο απλή. Οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελούσαν μια ενιαία, διαθέσιμη δεξαμενή για το ΠΑΣΟΚ. Οι πολιτικές ταυτίσεις, η προσωπική σχέση με τον Τσίπρα και οι διαφορετικές αξιολογήσεις της περιόδου των μνημονίων εξακολουθούν να επηρεάζουν τις επιλογές τους.
Ο πρώην πρωθυπουργός επιδιώκει επίσης να θέσει το ΠΑΣΟΚ ενώπιον ενός πολιτικού διλήμματος, εάν η ΕΛ.Α.Σ. αναδειχθεί σε μεγαλύτερη δύναμη της προοδευτικής αντιπολίτευσης, ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο στη συγκρότηση μιας εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης;
Πρόκειται ουσιαστικά για μια προσπάθεια μετατροπής της δημοσκοπικής κατάταξης σε πολιτική πρωτοκαθεδρία.
Το χαρτί της συγκυβέρνησης με τη ΝΔ και η απάντηση του ΠΑΣΟΚ
Ένα ακόμη στοιχείο της πολιτικής τακτικής Τσίπρα είναι η επαναφορά της συζήτησης για πιθανή μετεκλογική συνεργασία ΠΑΣΟΚ και Νέας Δημοκρατίας. Παρά τις δημόσιες διαβεβαιώσεις του Νίκου Ανδρουλάκη ότι αποκλείει συνεργασία με τη ΝΔ, ο πρόεδρος της ΕΛ.Α.Σ. επιχειρεί να διατηρήσει ανοιχτό το ζήτημα, αμφισβητώντας την πολιτική αυτονομία του ΠΑΣΟΚ.
Στην ομιλία του στις 16 Οκτωβρίου έθεσε ευθέως το ερώτημα αν υπάρχει πολίτης που να αποκλείει εντελώς μια συγκυβέρνηση ΝΔ–ΠΑΣΟΚ. Η Χαριλάου Τρικούπη απάντησε ότι δεν θα ακολουθήσει τον πρώην πρωθυπουργό στην τοξικότητα, υπογραμμίζοντας ότι η δημοκρατική παράταξη δεν αποτελεί «σημαία ευκαιρίας».
Το ζήτημα έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Η θέση του Ανδρουλάκη περί αποκλεισμού συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία είναι σαφής. Εκείνο που εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο αντιπαράθεσης είναι πώς θα μπορούσε να υλοποιηθεί ο στόχος της πολιτικής αλλαγής σε μια Βουλή χωρίς αυτοδυναμία και χωρίς δεδομένες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες.
Για το ΠΑΣΟΚ, η διατήρηση της πολιτικής αυτονομίας συνδέεται με την ανάγκη να εμφανιστεί ως αυτοτελής κυβερνητική πρόταση και όχι ως πιθανός εταίρος ενός άλλου κόμματος.
Για την ΕΛ.Α.Σ., αντίθετα, η συζήτηση για τις συνεργασίες αποτελεί μέρος της προσπάθειας να αμφισβητηθεί η δυνατότητα του ΠΑΣΟΚ να εκφράσει αυτόνομα την πολιτική αλλαγή.
Η παγίδα της αντι-Τσίπρα πόλωσης και το ενδεχόμενο ενίσχυσης της ΝΔ
Υπάρχει, ωστόσο, μια κρίσιμη παράμετρος που αφορά και τους τρεις πολιτικούς αρχηγούς.
Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα αναβιώνει αναπόφευκτα την αντιπαράθεση για την κυβερνητική περίοδο 2015–2019, τα μνημόνια, την οικονομική πολιτική και τις θεσμικές επιλογές της κυβέρνησής του.
Η Νέα Δημοκρατία έχει αξιοποιήσει πολιτικά αυτή την αντιπαράθεση στο παρελθόν. Η αναβίωσή της δημιουργεί το ενδεχόμενο να επανέλθουν στο προσκήνιο αντίστοιχες διαχωριστικές γραμμές.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι δυσαρεστημένοι κεντρώοι ψηφοφόροι της ΝΔ, οι οποίοι δεν επιθυμούν επιστροφή Τσίπρα, θα μετακινηθούν υποχρεωτικά προς το ΠΑΣΟΚ.
Είναι πιθανό ένα τμήμα τους να επανασυσπειρωθεί στη ΝΔ, ένα άλλο να παραμείνει αναποφάσιστο και ένα τρίτο να αναζητήσει εναλλακτική λύση.
Η αντιπαράθεση με τον Τσίπρα δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση εκλογικής διεύρυνσης για τον Ανδρουλάκη. Παράλληλα, η συνεχής σύγκρουση μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΕΛ.Α.Σ. θα μπορούσε να μεταφέρει το επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης από την κυβερνητική πολιτική στον ανταγωνισμό των δύο κομμάτων για τη δεύτερη θέση. Πρόκειται για ένα πολιτικό ενδεχόμενο που αποκτά ιδιαίτερη σημασία όσο η Νέα Δημοκρατία διατηρεί σημαντικό δημοσκοπικό προβάδισμα.
Οι τέσσερις ανοιχτοί λογαριασμοί για το ΠΑΣΟΚ
Το επόμενο διάστημα αναδεικνύονται τέσσερα συγκεκριμένα ζητήματα που θα καθορίσουν τους όρους της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Το πρώτο αφορά την κυβερνητική αυτονομία. Ο αποκλεισμός συνεργασίας με τη ΝΔ αποτελεί σαφή πολιτική θέση του ΠΑΣΟΚ, αλλά παραμένει ανοιχτό το ερώτημα των δυνατοτήτων σχηματισμού κυβέρνησης εφόσον δεν προκύψει αυτοδυναμία.
Το δεύτερο είναι η προγραμματική διαφοροποίηση από την ΕΛ.Α.Σ. Οι τοποθετήσεις για την οικονομία, τη φορολογία, το κοινωνικό κράτος, τους θεσμούς και το ιδιωτικό χρέος αποτελούν πεδίο στο οποίο μπορεί να αποτυπωθεί αν πρόκειται για διαφορετικές κυβερνητικές προτάσεις ή κυρίως για ανταγωνισμό πολιτικής εκπροσώπησης.
Το τρίτο αφορά την αποτίμηση του παρελθόντος. Η αντιπαράθεση για τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, την περίοδο Τσίπρα και τη σημερινή διακυβέρνηση της ΝΔ επαναφέρει ζητήματα πολιτικής συνέπειας, ευθυνών και αποτελεσμάτων.
Το τέταρτο είναι η ηγετική αξιοπιστία. Η δυνατότητα του Ανδρουλάκη να συνδέσει την αντιπολιτευτική δραστηριότητα του ΠΑΣΟΚ με μια αναγνωρίσιμη πρόταση διακυβέρνησης αποτελεί διακριτό ζήτημα από τη δημοσκοπική άνοδο του κόμματος.
Ο Τσίπρας οργανώνεται για τις εκλογές – Το ΠΑΣΟΚ αναζητά τον δρόμο προς τη διεύρυνση
Στην ΕΛ.Α.Σ. η προσπάθεια πολιτικής ενίσχυσης συνοδεύεται από οργανωτικές κινήσεις. Η Πολιτική Επιτροπή αποφάσισε τη σύγκληση του Εθνικού Συμβουλίου στις 21 Νοεμβρίου, τη διοργάνωση θεματικών εκδηλώσεων και τη διεξαγωγή Προγραμματικού Συνεδρίου στα τέλη Ιανουαρίου ή στις αρχές Φεβρουαρίου του 2027.
Παράλληλα, έχουν προγραμματιστεί εβδομαδιαίες περιοδείες του Αλέξη Τσίπρα στην περιφέρεια, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η προετοιμασία των ψηφοδελτίων.
Ο στόχος αυτών των κινήσεων είναι η μετατροπή της προσωπικής αναγνωρισιμότητας του πρώην πρωθυπουργού σε οργανωμένη κομματική παρουσία και σταθερή εκλογική επιρροή.
Από την άλλη πλευρά, το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να διατηρήσει τη θέση του ως βασικός θεσμικός αντίπαλος της κυβέρνησης, διεκδικώντας ταυτόχρονα τη διεύρυνσή του στο Κέντρο και στην Κεντροαριστερά. Η δυσκολία βρίσκεται στο γεγονός ότι πρόκειται για δύο εκλογικά ακροατήρια με διαφορετικές πολιτικές αναφορές, διαφορετικές επιφυλάξεις και διαφορετικές προσδοκίες.


