
Υπάρχουν φόροι που χρειάζονται νόμο. Και υπάρχουν φόροι που τους επιβάλλει η γεωγραφία. Το Στενό του Ορμούζ είναι ένας από αυτούς.
Έξι πλοία πέρασαν τη Δευτέρα από ένα πέρασμα στο οποίο πριν από τον πόλεμο κινούνταν καθημερινά περίπου 130 έως 140. Το Brent πλησιάζει ξανά τα 90 δολάρια. Και ξαφνικά μια διπλωματική διαφωνία ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη αρχίζει να αποκτά ελληνική τιμή λιανικής.
Αυτό είναι το κομμάτι της γεωπολιτικής που συνήθως χάνεται μέσα στους χάρτες και στις στρατιωτικές αναλύσεις. Ένα κλειστό θαλάσσιο πέρασμα δεν μένει κλεισμένο στον χάρτη. Περνά στο πετρέλαιο. Από το πετρέλαιο στις μεταφορές. Από τις μεταφορές στο προϊόν. Από το προϊόν στο ράφι.
Και τελικά στο πορτοφόλι. Η Ελλάδα έχει εδώ ακόμη μεγαλύτερη έκθεση. Είναι χώρα εισαγωγής ενέργειας, μεγάλη ναυτιλιακή δύναμη και οικονομία της οποίας η γεωγραφία αυξάνει εκ των πραγμάτων το μεταφορικό κόστος. Ένα λίτρο ακριβότερο καύσιμο δεν επηρεάζει μόνο τον οδηγό. Επηρεάζει το φορτηγό, το πλοίο, το νησί, το ξενοδοχείο, το χωράφι και το σούπερ μάρκετ.
Ακριβώς γι’ αυτό η συζήτηση για την ακρίβεια δεν μπορεί να γίνεται ούτε με κυβερνητική αφέλεια ούτε με αντιπολιτευτικό λαϊκισμό.
Η κυβέρνηση δεν ελέγχει το Ορμούζ. Ελέγχει όμως τη φορολογία καυσίμων, τον ανταγωνισμό στην αγορά, τους ελέγχους και τον τρόπο με τον οποίο παρεμβαίνει όταν μια διεθνής κρίση μεταφέρεται δυσανάλογα στον καταναλωτή. Και το κρισιμότερο το παραγωγικό μοντέλο της χώρας.
Και η αντιπολίτευση δικαιούται να καταγγέλλει την ακρίβεια. Δεν δικαιούται όμως να παρουσιάζει κάθε αύξηση διεθνών τιμών σαν να αποφασίστηκε σε κάποιο σκοτεινό γραφείο του Μαξίμου. Η πολιτική σοβαρότητα αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η βολική υπερβολή.
Γιατί το Ορμούζ μάς υπενθυμίζει κάτι πολύ απλό: σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, ο λογαριασμός δεν χρειάζεται να έχει εκδοθεί στην Αθήνα για να φτάσει στην ελληνική οικογένεια. Το Ορμούζ απέχει χιλιάδες χιλιόμετρα. Η ακρίβεια όμως ταξιδεύει business class.

