
Οι μεγάλες πυρκαγιές και οι ανθρώπινες απώλειες των τελευταίων ημερών δεν αποτελούν απλώς ένα ακόμη έκτακτο γεγονός που θα διαχειριστεί η κυβέρνηση μέχρι να κλείσει ο κύκλος της επικαιρότητας. Εισέρχονται στον πυρήνα της πολιτικής αντιπαράθεσης, επηρεάζουν τον σχεδιασμό ενόψει της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης και υπενθυμίζουν ότι η χώρα έχει ήδη εισέλθει σε μια παρατεταμένη, έστω άτυπη, προεκλογική περίοδο.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει, όχι αβάσιμα, ότι η κλιματική κρίση έχει μεταβάλει δραματικά την ένταση και τη συμπεριφορά των πυρκαγιών. Οι ακραίες θερμοκρασίες, η παρατεταμένη ξηρασία και οι θυελλώδεις άνεμοι δημιουργούν συνθήκες που συχνά υπερβαίνουν τις δυνατότητες ακόμη και ενός οργανωμένου κρατικού μηχανισμού. Αυτό, όμως, δεν καταργεί τη συζήτηση για την πρόληψη, τον συντονισμό, τις αντιπυρικές ζώνες, τη στελέχωση των υπηρεσιών, τη χαρτογράφηση των περιοχών υψηλού κινδύνου και τη συνολική προετοιμασία του κράτους.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης, κατά την επίσκεψή του στις πληγείσες περιοχές της Βοιωτίας, υποστήριξε ότι η κλιματική κρίση δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως άλλοθι και έθεσε το ζήτημα της ισόρροπης επένδυσης στην πρόληψη και στην καταστολή. Από την πλευρά του, ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε έμφαση στις ελλείψεις χαρτογράφησης και στον βαθμό προετοιμασίας των δασικών και πυροσβεστικών υπηρεσιών.
Οι φωτιές πλήττουν τον πυρήνα του κυβερνητικού αφηγήματος
Το πολιτικό πρόβλημα για το Μέγαρο Μαξίμου είναι ότι οι πυρκαγιές δεν εκδηλώνονται στην αρχή μιας κυβερνητικής θητείας, όταν υπάρχει ακόμη πολιτική πίστωση χρόνου. Εκδηλώνονται στον τελευταίο χρόνο της δεύτερης τετραετίας, σε μια περίοδο κατά την οποία η κυβερνητική φθορά έχει ήδη καταγραφεί και η Νέα Δημοκρατία παραμένει μακριά από ποσοστά που θα της επέτρεπαν να θεωρεί ρεαλιστική την αυτοδυναμία.
Οι τελευταίες μετρήσεις πριν από την κορύφωση της κρίσης εμφάνιζαν τη ΝΔ μεταξύ 26,8% στην πρόθεση ψήφου και περίπου 30% στην εκτίμηση αποτελέσματος. Παρά το μεγάλο προβάδισμα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης και την ισχυρή παράσταση νίκης, η απόσταση από το εκλογικό αποτέλεσμα του 2023 παραμένει μεγάλη και την προοπτική της αυτοδυναμίας. Η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα έχει σταθεροποιηθεί στη δεύτερη θέση, ενώ το ΠΑΣΟΚ κινείται χαμηλότερα και δεν έχει μέχρι στιγμής κατορθώσει να εμφανιστεί ως ο αδιαμφισβήτητος πόλος της εναλλακτικής διακυβέρνησης.
Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση εξακολουθεί να διαθέτει πολιτική κυριαρχία, όχι όμως και κοινωνική ηγεμονία. Παραμένει πρώτη επειδή η αντιπολίτευση είναι κατακερματισμένη και δεν έχει οικοδομήσει πειστική πρόταση εξουσίας, όχι επειδή έχει ανακτήσει τη δυναμική της πρώτης τετραετίας.
Οι φωτιές αγγίζουν ευθέως το κυβερνητικό αφήγημα της αποτελεσματικότητας. Η ΝΔ εξελέγη και επανεξελέγη υποσχόμενη ένα κράτος περισσότερο οργανωμένο, ψηφιοποιημένο και επιχειρησιακά ικανό. Όταν, επομένως, επαναλαμβάνονται καταστροφές και ανθρώπινες τραγωδίες, το πολιτικό κόστος δεν περιορίζεται στις ευθύνες ενός υπουργείου. Επανέρχεται το συνολικό ερώτημα εάν το λεγόμενο επιτελικό κράτος λειτουργεί μόνο στις κανονικές συνθήκες ή μπορεί να ανταποκριθεί και στις κρίσεις.
Η «επόμενη ημέρα» και η μάχη των αποζημιώσεων
Το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να μεταφέρει γρήγορα το βάρος στην επόμενη ημέρα, με επιτάχυνση των αυτοψιών, ψηφιοποίηση των αιτημάτων και δεσμεύσεις για άμεση οικονομική ενίσχυση των πληγέντων. Για τις κατεστραμμένες κατοικίες ανακοινώθηκαν διαδικασίες ταχείας καταγραφής, στεγαστική συνδρομή και επιδότηση ενοικίου, ενώ κυβερνητικά στελέχη προαναγγέλλουν γρήγορη ενεργοποίηση της κρατικής αρωγής.
Η ταχύτητα των αποζημιώσεων έχει κρίσιμη πολιτική σημασία. Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η κοινωνική οργή δεν προκαλείται μόνο από την ίδια την καταστροφή, αλλά και από όσα ακολουθούν: τη γραφειοκρατία, τις καθυστερήσεις, την αδυναμία αποκατάστασης των υποδομών και την εγκατάλειψη των πληγέντων όταν απομακρύνονται οι τηλεοπτικές κάμερες.
Ωστόσο, η αποζημίωση είναι διαχείριση της ζημιάς, όχι απάντηση στο πρόβλημα. Το πραγματικό πολιτικό τεστ θα είναι εάν η κυβέρνηση παρουσιάσει πριν από τις επόμενες εκλογές ένα διαφορετικό μοντέλο πολιτικής προστασίας, με μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη, στη δασική διαχείριση, στην τοπική αυτοδιοίκηση και στη διαρκή επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Η ΔΕΘ από «επανεκκίνηση» κινδυνεύει να γίνει άσκηση αποκατάστασης
Πριν από τις πυρκαγιές, η ΔΕΘ είχε σχεδιαστεί ως η αφετηρία της κυβερνητικής αντεπίθεσης. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επαναλάβει ότι οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν το 2027 και το οικονομικό επιτελείο προετοίμαζε ένα πακέτο με επίκεντρο τις μειώσεις φόρων, τις αυξήσεις μισθών και συντάξεων και τη στήριξη της μεσαίας τάξης, των μικρομεσαίων και των ελεύθερων επαγγελματιών. Οι διαθέσιμες παρεμβάσεις για το 2027 υπολογίζονται περίπου μεταξύ 1 και 1,3 δισ. ευρώ, ενώ ευρύτερα σενάρια μέτρων φθάνουν έως τα 1,9 δισ., με σταδιακή εφαρμογή ανάλογα με τα δημοσιονομικά περιθώρια.
Μετά τις φωτιές, όμως, η ΔΕΘ δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν κατάλογο φορολογικών παρεμβάσεων. Ο πρωθυπουργός θα πρέπει να συνδέσει την οικονομική πολιτική με μια ευρύτερη υπόσχεση ασφάλειας, λειτουργικού κράτους και κοινωνικής προστασίας. Η «σταθερότητα» θα επιστρέψει στο επίκεντρο, αλλά αυτή τη φορά δεν αρκεί να παρουσιαστεί ως απουσία πολιτικής περιπέτειας. Θα πρέπει να αποδειχθεί ως ικανότητα διαχείρισης πραγματικών κινδύνων.
Αυτό είναι δυσκολότερο από τη διανομή ενός οικονομικού πακέτου. Οι φοροελαφρύνσεις ανακοινώνονται σε μία ομιλία. Η αξιοπιστία του κρατικού μηχανισμού, όμως, οικοδομείται ή καταρρέει σε πραγματικό χρόνο.
Ασφάλεια, σύνορα και η δεξιά ατζέντα
Η κυβέρνηση αναμένεται να ενισχύσει παράλληλα την ατζέντα του νόμου, της τάξης και της ασφάλειας. Οι εξελίξεις στη Θέουτα, η μαζική μεταναστευτική πίεση, η δράση δικτύων διακινητών και η διάδοση ψευδών πληροφοριών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δημιουργούν ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον στο οποίο η αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική κερδίζει έδαφος.
Η Ελλάδα συμμετέχει στην ομάδα των ευρωπαϊκών κρατών που ζητούν αυστηρότερη αντιμετώπιση της παράτυπης μετανάστευσης, ενώ η κρίση στη Θέουτα χρησιμοποιήθηκε ήδη από ακροδεξιές δυνάμεις για την καλλιέργεια φόβου και κοινωνικής έντασης. Οι μαροκινές αρχές απέδωσαν μέρος της μαζικής κινητοποίησης σε fake news, στα κοινωνικά δίκτυα και στα κυκλώματα εμπορίας ανθρώπων.
Για τη ΝΔ αυτή η συγκυρία προσφέρει πεδίο συσπείρωσης των συντηρητικών ψηφοφόρων που έχουν μετακινηθεί προς τα δεξιά της. Το Μέγαρο Μαξίμου θα επιχειρήσει να παρουσιάσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως εγγυητή της τάξης, των ελεγχόμενων συνόρων και της ευρωπαϊκής θεσμικότητας, αποφεύγοντας ταυτόχρονα την ακραία ρητορική.
Η πρόκληση για τις προοδευτικές δυνάμεις είναι πιο σύνθετη. Δεν αρκεί να αναδεικνύουν το ανθρωπιστικό σκέλος του μεταναστευτικού. Οφείλουν να διαμορφώσουν μια σοβαρή πρόταση φύλαξης των συνόρων, νόμιμων οδών μετανάστευσης, ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, γρήγορων διαδικασιών ασύλου και αποτελεσματικών επιστροφών. Διαφορετικά, η συζήτηση θα παραδοθεί είτε στην κυβερνητική μονομέρεια είτε στην ακροδεξιά δημαγωγία.
Η ακρίβεια παραμένει το δυσκολότερο μέτωπο
Παρά την ένταση που προκαλούν οι φωτιές και το μεταναστευτικό, η καθημερινότητα θα εξακολουθήσει να αποτελεί το βασικό κριτήριο της εκλογικής συμπεριφοράς. Η ακρίβεια, η στέγαση, οι λογαριασμοί, οι μισθοί, οι συντάξεις και η κατάσταση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων παραμένουν οι πραγματικοί δείκτες με τους οποίους τα νοικοκυριά αξιολογούν την κυβέρνηση.
Σε τελευταία μέτρηση, το 44% των ερωτηθέντων θεωρούσε ότι οι μικρομεσαίοι και οι ελεύθεροι επαγγελματίες είναι η κοινωνική ομάδα που έχει αδικηθεί περισσότερο από την κυβερνητική πολιτική, ενώ ακολουθούσαν οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι.
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι τα επιδόματα και οι έκτακτες ενισχύσεις μπορούν να περιορίσουν προσωρινά τις απώλειες, αλλά δεν αποκαθιστούν την αγοραστική δύναμη. Για να αλλάξει ουσιαστικά το κλίμα χρειάζεται αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, αποκλιμάκωση των τιμών, καλύτεροι μισθοί και αποτελεσματικότερος ανταγωνισμός στις αγορές τροφίμων, ενέργειας, τραπεζών και τηλεπικοινωνιών.
Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη αντίφαση της κυβερνητικής πολιτικής. Η ΝΔ επιδιώκει να εμφανιστεί ως προστάτιδα της μεσαίας τάξης, αλλά αποφεύγει μια μετωπική σύγκρουση με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα και ολιγοπωλιακές πρακτικές αλλά και να αντιμετωπίσει την αισχροκέρδεια. Έτσι, η οικονομική της πολιτική κινδυνεύει να εκληφθεί ως προσπάθεια επιστροφής ενός μικρού μέρους από όσα έχει ήδη αφαιρέσει η ακρίβεια.
Ο Τσίπρας επενδύει στην κυβερνητική φθορά, αλλά χρειάζεται ολοκληρωμένη πρόταση
Ο Αλέξης Τσίπρας διατήρησε χαμηλούς τόνους όσο βρίσκονταν σε εξέλιξη οι επιχειρήσεις κατάσβεσης, επισημαίνοντας ότι δεν είναι η ώρα για απόδοση ευθυνών, αλλά ούτε και για δικαιολογίες. Ταυτόχρονα έθεσε το ερώτημα τι πρέπει να αλλάξει ώστε η χώρα να μη βιώνει κάθε χρόνο την επανάληψη της ίδιας τραγωδίας. Σαφώς και το Μάτι στο κυβερνητικό του παρελθόν δεν θα μπορούσε να κάνει και διαφορετικά.
Η στάση αυτή υπηρετεί την προσπάθεια του πρώην πρωθυπουργού να εμφανιστεί περισσότερο θεσμικός και λιγότερο καταγγελτικός σε σχέση με το παρελθόν. Η ΕΛ.ΑΣ. βρίσκεται δημοσκοπικά στη δεύτερη θέση, αλλά απέχει πολύ από το να θεωρείται έτοιμη να διεκδικήσει την πρώτη. Για να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε κυβερνητική προοπτική, χρειάζεται συγκεκριμένες απαντήσεις για την οικονομία, το κράτος, την ασφάλεια, τη δημόσια διοίκηση, την υγεία και την παιδεία.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο Τσίπρας μπορεί να περιγράψει τις αποτυχίες της κυβέρνησης. Είναι αν μπορεί να πείσει ότι δεν επιστρέφει απλώς με διαφορετική επικοινωνία, αλλά με ένα αξιόπιστο και κοστολογημένο σχέδιο διακυβέρνησης.
Το ΠΑΣΟΚ ανάμεσα στην προγραμματική σοβαρότητα και στην πολιτική αδυναμία
Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να αναδείξει την πρόληψη στην πολιτική προστασία, τη λειτουργία του κοινωνικού κράτους και τη στήριξη της μεσαίας τάξης. Διαθέτει επεξεργασμένες θέσεις σε αρκετούς τομείς, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα βαθύτερο πολιτικό πρόβλημα: δεν κατορθώνει να μετατρέψει την προγραμματική του παρουσία σε εκλογική δυναμική. Ενώ επέδειξε αντανακλαστικά στις πυρκαγιές και φάνηκε η διαφορά ετοιμότητας με το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα.
Η δημοσκοπική του στασιμότητα και η εδραίωση της ΕΛ.ΑΣ. στη δεύτερη θέση περιορίζουν τον ισχυρισμό ότι αποτελεί τη μοναδική αξιόπιστη προοδευτική εναλλακτική. Ο Νίκος Ανδρουλάκης θα επιδιώξει στη ΔΕΘ να παρουσιάσει ένα συγκροτημένο πρόγραμμα και να διαφοροποιηθεί τόσο από τη ΝΔ όσο και από τον Αλέξη Τσίπρα. Ωστόσο, θα πρέπει να απαντήσει όχι μόνο στο τι προτείνει, αλλά και στο πώς μπορεί να κερδίσει την πολιτική μάχη.
Για το ΠΑΣΟΚ, το φθινόπωρο είναι ίσως η τελευταία ευκαιρία να αποδείξει ότι μπορεί να διεκδικήσει με αξιώσεις τη δεύτερη θέση και να μην περιοριστεί στον ρόλο του τρίτου πόλου που περιμένει την αποτυχία των άλλων.
Η αντιπολίτευση δεν κερδίζει μόνο από τη φθορά
Οι πυρκαγιές επιβαρύνουν την κυβέρνηση, αλλά δεν ενισχύουν αυτομάτως την αντιπολίτευση. Αυτή είναι η βασική πολιτική πραγματικότητα της περιόδου. Η κοινωνική δυσαρέσκεια δεν μετατρέπεται μηχανικά σε ψήφο προς ένα συγκεκριμένο κόμμα. Μπορεί να οδηγήσει στην αποχή, στον κατακερματισμό, στην αντισυστημική ψήφο ή σε μεγαλύτερη ενίσχυση των άκρων.
Οι αντιπολιτευόμενες πολιτικές δυνάμεις θα πρέπει, επομένως, να υπερβούν την καταγγελία. Χρειάζονται ανταγωνιστικό σχέδιο για την πολιτική προστασία, την ακρίβεια, τη στέγαση, το ΕΣΥ, την παιδεία, την εργασία και την ποιότητα ζωής. Ακόμη περισσότερο, χρειάζονται μια πειστική απάντηση στο ερώτημα πώς θα χρηματοδοτήσουν τις δεσμεύσεις τους, πώς θα συγκρουστούν με τις στρεβλώσεις της αγοράς και πώς θα διασφαλίσουν ότι το κράτος θα λειτουργεί καλύτερα και όχι απλώς διαφορετικά.
Το πολιτικό κενό δεν βρίσκεται στην περιγραφή των προβλημάτων. Βρίσκεται στην απουσία μιας αξιόπιστης εναλλακτικής εξουσίας.
Η πραγματική μάχη της ΔΕΘ
Η φετινή ΔΕΘ δεν θα είναι μόνο μια αντιπαράθεση οικονομικών πακέτων. Θα είναι η πρώτη καθαρή σύγκρουση των αφηγημάτων που θα οδηγήσουν στις κάλπες.
Η κυβέρνηση θα μιλήσει για σταθερότητα, ασφάλεια, αυστηρά σύνορα, φοροελαφρύνσεις και σταδιακή βελτίωση των εισοδημάτων. Θα επιχειρήσει να υποστηρίξει ότι, παρά τα λάθη και τις κρίσεις, παραμένει η μόνη δύναμη που μπορεί να κυβερνήσει.
Ο Αλέξης Τσίπρας θα επιχειρήσει να εμφανιστεί ως ο βασικός αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη, επενδύοντας στην κοινωνική φθορά της κυβέρνησης και στην ανάγκη μιας νέας προοδευτικής πλειοψηφίας.
Το ΠΑΣΟΚ θα επιδιώξει να πείσει ότι διαθέτει σοβαρότερο, πιο θεσμικό και περισσότερο ευρωπαϊκό πρόγραμμα από τους ανταγωνιστές του, διεκδικώντας εκ νέου τον χώρο του Κέντρου και της Κεντροαριστεράς.
Οι μικρότερες δυνάμεις θα επενδύσουν στην οργή, στη δυσπιστία προς τους θεσμούς και στην αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα αδυνατεί να προστατεύσει την κοινωνία.
Οι φωτιές, επομένως, δεν απομακρύνουν μόνο τα σενάρια πρόωρης κάλπης. Υποχρεώνουν όλες τις πολιτικές δυνάμεις να αποκαλύψουν τι ακριβώς εννοούν όταν μιλούν για κράτος, ασφάλεια, κοινωνική προστασία και διακυβέρνηση.
Η κυβέρνηση εξακολουθεί να έχει το προβάδισμα, αλλά δεν έχει πλέον την πολυτέλεια μιας ακόμη μεγάλης αποτυχίας. Η αντιπολίτευση διαθέτει την ευκαιρία, αλλά όχι ακόμη την πειστική απάντηση. Και οι πολίτες, ανάμεσα στις φωτιές, στην ακρίβεια και στην ανασφάλεια, δεν αναζητούν απλώς κάποιον που θα καταγγείλει καλύτερα την κρίση. Αναζητούν εκείνον που μπορεί να τους πείσει ότι είναι ικανός να την αποτρέψει.

