ΠΑΣΟΚ–κυβέρνηση: Ποιος λέει τελικά ψέματα για τα κόκκινα δάνεια;

Newsroom
10 Min Read

Επιδότηση

Η κυβέρνηση έχει αριθμούς, το ΠΑΣΟΚ έχει ένα πραγματικό επιχείρημα – Τι ισχύει για εξωδικαστικό, funds και «κυπριακό μοντέλο» και πού τελειώνει η αλήθεια και αρχίζει η πολιτική υπερβολή

Στη διαμάχη κυβέρνησης και ΠΑΣΟΚ για τα κόκκινα δάνεια υπάρχει ένα πρόβλημα: όσο περισσότερο ανεβαίνουν οι πολιτικοί τόνοι τόσο δυσκολότερο γίνεται να καταλάβει ο δανειολήπτης τι πραγματικά προτείνεται.

Η κυβέρνηση κατηγορεί το ΠΑΣΟΚ ότι επιστρέφει στη λογική του «Δεν Πληρώνω» και ότι περίπου λέει στους συνεπείς δανειολήπτες πως ήταν κορόιδα που εξυπηρετούσαν κανονικά τις υποχρεώσεις τους. Το ΠΑΣΟΚ απαντά ότι η κυβέρνηση προστατεύει την κερδοφορία των funds και διαστρεβλώνει σκοπίμως την πρότασή του.

Η αλήθεια είναι λιγότερο βολική και για τους δύο.

Πρώτη αλήθεια: το πρόβλημα έχει μειωθεί, δεν έχει λυθεί

Η κυβέρνηση έχει ένα ισχυρό αριθμητικό επιχείρημα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, τα κόκκινα δάνεια που βρίσκονται σε τράπεζες και servicers έχουν υποχωρήσει από 99,7 δισ. ευρώ το 2018 στα 72,34 δισ. ευρώ σήμερα. Παράλληλα, το ληξιπρόθεσμο ιδιωτικό χρέος ως ποσοστό του συνολικού ιδιωτικού χρέους έχει μειωθεί από 70,8% το 2018 σε 56,7% το πρώτο τρίμηνο του 2026.

Αυτά είναι πραγματικά στοιχεία και δεν μπορεί κανείς να τα αγνοήσει.

Ο εξωδικαστικός μηχανισμός επίσης λειτουργεί πλέον πολύ αποτελεσματικότερα από ό,τι στα πρώτα του βήματα. Προβλέπει δυνατότητα ρύθμισης οφειλών προς Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες και servicers, ενώ για ορισμένες κατηγορίες τραπεζικών οφειλών οι ρυθμίσεις μπορούν να φθάσουν έως και τις 420 δόσεις.

Άρα το επιχείρημα ότι «δεν υπάρχει κανένα εργαλείο προστασίας και ρύθμισης» δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Από την άλλη, 72 δισ. ευρώ κόκκινων δανείων δεν είναι ακριβώς ένας λυμένος λογαριασμός.

Εκεί που το ΠΑΣΟΚ βάζει το σωστό ερώτημα

Το ισχυρότερο σημείο της πρότασης του ΠΑΣΟΚ βρίσκεται αλλού. Ας πάρουμε ένα απλοποιημένο παράδειγμα.

Ένας πολίτης χρωστά 100.000 ευρώ. Η τράπεζα αποφασίζει ότι δεν θέλει πλέον το συγκεκριμένο ρίσκο και το δάνειο μεταβιβάζεται, ως τμήμα ενός χαρτοφυλακίου, σε επενδυτή με σημαντική έκπτωση.

Ο δανειολήπτης εύλογα ρωτά, «Αφού είσαι διατεθειμένος να το πουλήσεις σε τρίτο με μεγάλη έκπτωση, γιατί δεν μου δίνεις πρώτα τη δυνατότητα να κάνω εγώ πρόταση;»

Αυτό δεν είναι παράλογο ερώτημα. Και δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με «Δεν Πληρώνω». Το ΠΑΣΟΚ προτείνει δικαίωμα προαίρεσης του δανειολήπτη πριν από τη μεταβίβαση της απαίτησης. Δηλαδή ο οφειλέτης να ενημερώνεται και να έχει τη δυνατότητα να υποβάλει πρόταση για την εξαγορά της.

Εδώ η κυβερνητική κριτική ότι το ΠΑΣΟΚ απλώς καλεί τους πολίτες να μην πληρώνουν είναι υπερβολική πολιτική απλούστευση.

Άλλο όμως “δικαίωμα πρότασης”, άλλο “αγοράζω όσο το fund”

Και εδώ αρχίζει το δύσκολο σημείο για το ΠΑΣΟΚ. Ένα μεμονωμένο δάνειο δεν είναι οικονομικά το ίδιο πράγμα με ένα δάνειο που περιλαμβάνεται σε χαρτοφυλάκιο χιλιάδων απαιτήσεων. Ένα fund αγοράζει χαρτοφυλάκιο γνωρίζοντας ότι από κάποια δάνεια θα εισπράξει πολλά, από άλλα λίγα και από ορισμένα τίποτα. Η τιμή αγοράς αντανακλά συνολικά το ρίσκο του πακέτου.

Επομένως το σύνθημα «να αγοράζει ο δανειολήπτης το δάνειό του στην τιμή που το αγοράζει το fund» ακούγεται εξαιρετικά ελκυστικό πολιτικά, αλλά χρειάζεται πολύ πιο σύνθετη τεχνική εξειδίκευση για να εφαρμοστεί.

Ποια ακριβώς είναι η τιμή ενός συγκεκριμένου δανείου μέσα σε ένα χαρτοφυλάκιο;

Πώς αποτιμώνται οι εξασφαλίσεις;

Και κυρίως, τι εμποδίζει έναν οικονομικά ισχυρό δανειολήπτη να σταματήσει στρατηγικά να πληρώνει, περιμένοντας να αγοράσει αργότερα την απαίτησή του φθηνότερα; Σε αυτό το σημείο η κυβέρνηση έχει πραγματικό επιχείρημα.

Τι συμβαίνει πράγματι στην Κύπρο

Εδώ χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή γιατί στην πολιτική αντιπαράθεση χρησιμοποιείται συνεχώς ο όρος «κυπριακό μοντέλο».

Η κυπριακή νομοθεσία προβλέπει, υπό συγκεκριμένες διαδικασίες, ενημέρωση του δανειολήπτη και χρονικό περιθώριο 45 ημερών ώστε να υποβάλει πρόταση αγοράς της υπό πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης.

Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο δανειολήπτης αποκτά το δάνειό του στην ίδια τιμή με την οποία ένα fund αγοράζει ένα ολόκληρο χαρτοφυλάκιο.

Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη. Συνεπώς το ΠΑΣΟΚ έχει βάση όταν επικαλείται ευρωπαϊκές πρακτικές που δίνουν στον δανειολήπτη δυνατότητα να μπει στη διαδικασία πριν από την πώληση.

Αλλά χρειάζεται να είναι απολύτως σαφές ότι δικαίωμα υποβολής πρότασης δεν σημαίνει αυτομάτως δικαίωμα εξαγοράς σε οποιαδήποτε τιμή επιθυμεί ο οφειλέτης.

Και η ευρωπαϊκή οδηγία;

Η κυβέρνηση επικαλείται επίσης την ευρωπαϊκή νομοθεσία και την αρχή ότι η μεταβίβαση μιας απαίτησης δεν μπορεί να οδηγεί αυθαίρετα σε χειροτέρευση της θέσης του πιστωτή. Και αυτό είναι σοβαρό επιχείρημα.

Δεν μπορεί μια εθνική ρύθμιση απλώς να επιβάλει στον πιστωτή να δεχθεί οποιοδήποτε «κούρεμα» χωρίς αντικειμενικά κριτήρια.

Αλλά ούτε η ευρωπαϊκή νομοθεσία σημαίνει ότι απαγορεύεται κάθε μηχανισμός προτεραιότητας, ενημέρωσης ή δυνατότητας υποβολής προσφοράς από τον δανειολήπτη. Άρα το «η Ευρώπη το απαγορεύει» χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια από αυτή που επιτρέπει ένα κομματικό non paper.

Το ηθικό επιχείρημα της κυβέρνησης έχει βάση

Υπάρχει όμως και ένα πολιτικά δύσκολο ζήτημα που το ΠΑΣΟΚ δεν πρέπει να προσπεράσει. Ο συνεπής δανειολήπτης.

Ο άνθρωπος που επί δέκα ή δεκαπέντε χρόνια περιόρισε την κατανάλωσή του, ίσως πούλησε περιουσιακά στοιχεία και συνέχισε να πληρώνει τη στεγαστική του δόση έχει δικαίωμα να ρωτήσει, «Γιατί εγώ να πληρώσω 100 και κάποιος που σταμάτησε να πληρώνει να κλείσει την ίδια υποχρέωση με 40

Δεν είναι λαϊκισμός. Είναι ζήτημα ηθικού κινδύνου. Εάν ένα σύστημα δημιουργήσει την πεποίθηση ότι συμφέρει περισσότερο να σταματήσεις να εξυπηρετείς μια υποχρέωση, τότε υπονομεύει την ίδια την πιστωτική κουλτούρα που χρειάζεται μια οικονομία.

Γι’ αυτό οποιαδήποτε πρόταση δικαιώματος επαναγοράς χρειάζεται αυστηρά φίλτρα για εισόδημα, περιουσία, πραγματική αδυναμία αποπληρωμής και αποκλεισμό των στρατηγικών κακοπληρωτών.

Αλλά και το επιχείρημα του ΠΑΣΟΚ έχει πολιτική δύναμη

Υπάρχει όμως και η αντίστροφη ερώτηση. Εάν ένας πιστωτής αποδέχεται ότι η απαίτηση των 100 μπορεί να μεταβιβαστεί οικονομικά με σημαντική έκπτωση σε έναν επενδυτή, γιατί πρέπει να αποκλείεται εκ προοιμίου μια βιώσιμη συμφωνία με τον ίδιο τον οφειλέτη;

Εδώ βρίσκεται το σημείο στο οποίο το ΠΑΣΟΚ ακουμπά ένα πραγματικό κοινωνικό πρόβλημα.

Οι servicers διαθέτουν τεράστια διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στον μεμονωμένο δανειολήπτη. Η θεσμική ενίσχυση της διαπραγματευτικής θέσης του οφειλέτη δεν είναι από μόνη της ούτε χαριστική πολιτική ούτε επιστροφή στο «Δεν Πληρώνω». Το ζήτημα είναι σε ποιον δίνεται, με ποια κριτήρια και με ποια τιμή.

Ποιος λέει λοιπόν ψέματα;

Κανείς δεν λέει όλη την αλήθεια όταν η συζήτηση γίνεται με συνθήματα. Η κυβέρνηση έχει δίκιο όταν λέει ότι το ιδιωτικό χρέος και τα κόκκινα δάνεια έχουν μειωθεί, ότι ο εξωδικαστικός έχει ενισχυθεί και ότι δεν μπορεί να δημιουργηθεί σύστημα που θα επιβραβεύει τον στρατηγικό κακοπληρωτή.

Υπερβάλλει όμως όταν μεταφράζει συνολικά την πρόταση του ΠΑΣΟΚ ως επιστροφή στο «Δεν Πληρώνω».

Το ΠΑΣΟΚ έχει δίκιο όταν υποστηρίζει ότι πρέπει να ενισχυθεί η θέση του δανειολήπτη απέναντι σε funds και servicers και ότι το δικαίωμα να υποβάλει πρώτος μια πρόταση εξαγοράς αξίζει σοβαρή συζήτηση.

Δεν αρκεί όμως να λέει «κυπριακό μοντέλο». Πρέπει να απαντήσει με αριθμούς και νομική ακρίβεια: Ποιος δικαιούται την επαναγορά; Σε ποια τιμή; Πώς προσδιορίζεται αυτή; Ποιος αποκλείει τον στρατηγικό κακοπληρωτή; Τι γίνεται με τις εξασφαλίσεις; Και πώς προστατεύεται εκείνος που όλα αυτά τα χρόνια πλήρωνε κανονικά;

Αν απαντήσει πειστικά σε αυτά, έχει μια σοβαρή μεταρρυθμιστική πρόταση.

Αν δεν απαντήσει, αφήνει χώρο στην κυβέρνηση να την παρουσιάζει ως εύκολη υπόσχεση.

Και αν η κυβέρνηση συνεχίσει να απαντά σε κάθε προσπάθεια ενίσχυσης του δανειολήπτη με το σύνθημα «Δεν Πληρώνω», αφήνει με τη σειρά της αναπάντητο το βασικό ερώτημα: Γιατί ένας πολίτης να μην έχει την ευκαιρία να διαπραγματευτεί σοβαρά το δάνειό του πριν αυτό γίνει επενδυτικό προϊόν στα χέρια κάποιου τρίτου;

Στα κόκκινα δάνεια δεν χρειαζόμαστε ούτε πράσινα ούτε γαλάζια συνθήματα.

Χρειαζόμαστε έναν κανόνα αρκετά αυστηρό ώστε να μην επιβραβεύει εκείνον που μπορεί και δεν πληρώνεικαι αρκετά δίκαιο ώστε να δίνει πραγματική δεύτερη ευκαιρία σε εκείνον που θέλει αλλά δεν μπορεί να πληρώσει όπως πριν.

Εκεί βρίσκεται η πραγματική διαχωριστική γραμμή.

Share This Article