Ο Σαμαράς δεν είναι Ανδρέας – και το 2026 δεν είναι 1981

Newsroom
5 Min Read

Ο Σαμαράς δεν είναι Ανδρέας – και το 2026 δεν είναι 1981

Η σύγκριση που επιχειρεί ο κ. Μελετόπουλος είναι εντυπωσιακή ως πολιτικό σχήμα, αλλά δύσκολα αντέχει σε σοβαρή ιστορική και πολιτική εξέταση. Η απόσταση ανάμεσα στον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Αντώνη Σαμαρά δεν είναι απλώς μεγάλη. Είναι ουσιαστικά αγεφύρωτη.

Ο κ. Μελετόπουλος υποστηρίζει ότι ο Αντώνης Σαμαράς έχει ήδη καταστεί επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης, πριν καν ανακοινώσει τις προθέσεις του, και διαβλέπει πίσω από αυτή την κινητικότητα ένα κοινωνικό ρεύμα ανάλογο με εκείνο που οδήγησε στον εκλογικό θρίαμβο του 1981.

Μόνο που η αναλογία σταματά περίπου εκεί.

Το ΠΑΣΟΚ του 1981 δεν ήταν προϊόν μιας συγκυριακής δυσαρέσκειας ούτε μια πολιτική κατασκευή της τελευταίας στιγμής. Είχε προηγηθεί μια επταετής πορεία οικοδόμησης ενός νέου πολιτικού και κοινωνικού χώρου, που ήδη από το 1977 είχε κατακτήσει τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Η νίκη του 1981 ήταν η κατάληξη μιας πορείας που είχε ήδη αλλάξει τους συσχετισμούς στην ελληνική κοινωνία.

Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά προβληματική τη σύγκριση με τον Αντώνη Σαμαρά.

Και υπάρχει ένας ακόμη λόγος, ίσως σημαντικότερος:

Ο Σαμαράς έχει ξαναδοκιμάσει.

Η συζήτηση για έναν νέο πολιτικό φορέα υπό την ηγεσία του δεν αφορά κάποιο άγνωστο πολιτικό πείραμα. Υπάρχει προηγούμενο και έχει όνομα: Πολιτική Άνοιξη.

Ο Σαμαράς αποχώρησε από τη Νέα Δημοκρατία και δημιούργησε το δικό του κόμμα το 1993. Η Πολιτική Άνοιξη μπήκε στη Βουλή και στην αρχή κατέγραψε μια αξιοσημείωτη παρουσία. Δεν κατάφερε όμως να μετατρέψει αυτή την αρχική δυναμική σε σταθερό κοινωνικό και πολιτικό ρεύμα. Μέσα σε λίγα χρόνια έχασε τη δυναμική της και τελικά βρέθηκε εκτός του κεντρικού πολιτικού σκηνικού.

Αυτό το προηγούμενο δεν μπορεί να διαγραφεί επειδή σήμερα οι συνθήκες είναι διαφορετικές.

Ούτε, βεβαίως, σημαίνει ότι η ιστορία είναι υποχρεωμένη να επαναληφθεί. Σημαίνει όμως ότι όποιος υποστηρίζει πως ένα νέο εγχείρημα Σαμαρά μπορεί να εξελιχθεί σε σαρωτικό κοινωνικό ρεύμα οφείλει πρώτα να εξηγήσει τι έχει αλλάξει τόσο δραματικά σε σχέση με την προηγούμενη απόπειρά του.

Γιατί υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην πολιτική επιρροή και στην ικανότητα δημιουργίας νέας πλειοψηφικής παράταξης.

Ο Αντώνης Σαμαράς ασφαλώς διαθέτει πολιτικό κεφάλαιο. Υπήρξε πρωθυπουργός και πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, έχει σαφές πολιτικό στίγμα και διατηρεί ακροατήριο, ιδιαίτερα σε ένα τμήμα της παραδοσιακής και εθνικής Κεντροδεξιάς.

Μπορεί επομένως, εφόσον προχωρήσει, να δημιουργήσει σοβαρές αναταράξεις. Μπορεί να πιέσει τη Νέα Δημοκρατία. Μπορεί να προσελκύσει δυσαρεστημένους ψηφοφόρους. Μπορεί ακόμη να μεταβάλει εκλογικές ισορροπίες.

Αλλά όλα αυτά απέχουν πολύ από τη δημιουργία ενός νέου 1981.

Η μεγάλη δημοσιότητα γύρω από το όνομά του δεν συνιστά από μόνη της κοινωνικό ρεύμα. Οι συζητήσεις στα τηλεοπτικά πάνελ δεν είναι πολιτικό κίνημα. Οι δημοσκοπικές υποθέσεις δεν είναι κάλπη. Και η υπαρκτή δυσαρέσκεια απέναντι στις σημερινές πολιτικές επιλογές δεν σημαίνει ότι οι πολίτες περιμένουν τον Αντώνη Σαμαρά για να την εκφράσουν.

Αυτό ακριβώς είναι που μένει να αποδειχθεί.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αδυναμία της σύγκρισης του κ. Μελετόπουλου: συγχέει την ύπαρξη κοινωνικής δυσαρέσκειας με την ύπαρξη ενός συγκεκριμένου ηγέτη ικανού να τη μετατρέψει σε πλειοψηφικό πολιτικό ρεύμα.

Το πρώτο μπορεί πράγματι να υπάρχει.

Το δεύτερο δεν έχει αποδειχθεί.

Γι’ αυτό και ο Αντώνης Σαμαράς πρέπει να κριθεί με βάση τη δική του πολιτική διαδρομή και όχι μέσα από ιστορικές αναλογίες που περισσότερο εντυπωσιάζουν παρά εξηγούν.

Και στη δική του διαδρομή υπάρχει ένα δεδομένο που δεν μπορεί να παρακαμφθεί:

Έχει επιχειρήσει ξανά να οικοδομήσει έναν αυτόνομο πολιτικό χώρο και δεν πέτυχε να του δώσει διάρκεια.

Εάν επιχειρήσει να το κάνει για δεύτερη φορά, μπορεί ασφαλώς να πετύχει περισσότερα. Μπορεί και όχι.

Αλλά αυτή τη φορά το βάρος της απόδειξης είναι ακόμη μεγαλύτερο.

Γιατί το ερώτημα δεν είναι αν ο Σαμαράς μπορεί να κάνει θόρυβο.

Είναι αν μπορεί να δημιουργήσει ρεύμα. Και αυτό, μέχρι σήμερα, δεν το έχει αποδείξει.

Share This Article