
Με ένα αποφασιστικό βήμα προς την ενίσχυση της ισότητας στις αμοιβές, το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης προωθεί νέο θεσμικό πλαίσιο για τη μισθολογική διαφάνεια. Η νέα ρύθμιση επιδιώκει να διασφαλίσει ότι η αμοιβή των εργαζομένων δεν επηρεάζεται από το φύλο τους, αλλά καθορίζεται αποκλειστικά από τις ικανότητες, τα προσόντα και την αποτελεσματικότητά τους, σε συνάρτηση με τη φύση και την αξία της εργασίας που παρέχουν, κατοχυρώνοντας έτσι την αρχή της «ίσης αμοιβής για ίση εργασία».
Στο πλαίσιο αυτό, η νομοθετική πρωτοβουλία ενσωματώνει την ευρωπαϊκή οδηγία 2023/970 και έρχεται σε μια συγκυρία όπου το μισθολογικό χάσμα μεταξύ ανδρών και γυναικών παραμένει υπαρκτό. Σύμφωνα με τα στοιχεία για το 2024, το μέσο μισθολογικό χάσμα στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανήλθε στο 11,1%. Αντίστοιχα, στην Ελλάδα, το ποσοστό διαμορφώνεται σε ακόμη υψηλότερο επίπεδο, στο 13,4%, αναδεικνύοντας την ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις. Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκη Κεραμέως, δήλωσε χαρακτηριστικά:
«Το νέο νομοσχέδιο αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό βήμα για την ενίσχυση της ισότητας στην εργασία. Με περισσότερη διαφάνεια στις αμοιβές και ουσιαστικά εργαλεία ελέγχου, διασφαλίζουμε ότι οι αποδοχές κάθε εργαζομένου θα καθορίζονται από την αξία και την προσφορά του και όχι από το φύλο του. Συνεχίζουμε τις μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν τις ίσες ευκαιρίες για όλους».
Οι κανόνες διαφάνειας πριν και μετά την πρόσληψη
Το νομοσχέδιο εισάγει συγκεκριμένους κανόνες διαφάνειας σε δύο άξονες, τόσο πριν από την πρόσληψη όσο και κατά τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης. Συγκεκριμένα, πριν από τη συνέντευξη, ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιεί στον υποψήφιο εργαζόμενο το ύψος των αποδοχών ή το προβλεπόμενο μισθολογικό εύρος για τη θέση εργασίας. Παράλληλα, απαγορεύεται αυστηρά να ζητά πληροφορίες σχετικά με τις προηγούμενες αποδοχές του υποψηφίου, ενώ η διαδικασία πρόσληψης πρέπει να παραμένει ουδέτερη ως προς το φύλο.
Μια επιπλέον πρόβλεψη που έχει ενσωματώσει η χώρα μας είναι ότι, όταν εφαρμόζεται Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΣΣΕ), θεωρείται καταρχήν ότι δεν υπάρχουν αδικαιολόγητες μισθολογικές διακρίσεις κατά τη συζήτηση εργατικής διαφοράς στην Επιθεώρηση Εργασίας. Οι επιχειρήσεις οφείλουν πλέον να διαθέτουν τεκμηριωμένες μισθολογικές δομές. Την ίδια στιγμή, οι εργαζόμενοι αποκτούν δικαίωμα πρόσβασης σε βασικά στοιχεία, όπως πληροφορίες σχετικά με το ατομικό επίπεδο αμοιβής τους και τον μέσο όρο αποδοχών ανδρών και γυναικών που εκτελούν όμοια εργασία, χωρίς τη δυνατότητα ταυτοποίησης προσώπων.
Υποχρεωτικοί έλεγχοι και ρήτρες συμμόρφωσης
Το νομοσχέδιο θεσπίζει υποχρεωτικό εσωτερικό έλεγχο του μισθολογικού χάσματος, υποχρεώνοντας τις εταιρείες να υποβάλουν ετήσια ή τριετή στοιχεία για το χάσμα στους μισθούς, στα bonus και στις διάμεσες αποδοχές ανάλογα με τον αριθμό του προσωπικού τους. Εφόσον προκύψει ότι υφίσταται μισθολογική διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, ο εργοδότης υποχρεούται να προχωρήσει στη διόρθρωσή της. Μάλιστα, όταν η μισθολογική απόκλιση είναι ίση ή μεγαλύτερη του 5% και δεν διορθώνεται εντός έξι μηνών, ενεργοποιείται αυτόματα διαδικασία αξιολόγησης των μισθών.
Σε περίπτωση σχετικής αμφισβήτησης, ο εργαζόμενος προστατεύεται πλήρως και μπορεί να προσφύγει στη Δικαιοσύνη, καθώς και να απευθυνθεί για υποστήριξη στον Συνήγορο του Πολίτη ή σε συνδικαλιστική οργάνωση. Η Επιθεώρηση Εργασίας διατηρεί στο ακέραιο την αρμοδιότητα ελέγχου της εφαρμογής της νομοθεσίας και της επιβολής κυρώσεων, περιλαμβανομένων τσουχτερών διοικητικών προστίμων όπου διαπιστώνονται παραβάσεις.

