
Η δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα μοιάζει ολοένα και περισσότερο με ποδοσφαιρική αντιπαράθεση. Το ερώτημα που κυριαρχεί είναι ποιος θα κερδίσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Λιγότερο συζητείται, όμως, το σημαντικότερο: ποιος μπορεί να κυβερνήσει πειστικά, με πρόγραμμα, αξιοπιστία και σχέδιο μέσα στο σημερινό ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον. Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία τώρα που απέναντι στη Νέα Δημοκρατία διαμορφώνονται δύο διαφορετικές εκδοχές της Κεντροαριστεράς. Από τη μία πλευρά βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ υπό τον Νίκο Ανδρουλάκη. Από την άλλη, το νέο πολιτικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα, το οποίο βασίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη δική του πολιτική επιστροφή.
Η σύγκριση δεν αφορά μόνο τα δημοσκοπικά ποσοστά. Αφορά κυρίως το ποια πρόταση εξουσίας μπορεί να αποκτήσει πραγματικά χαρακτηριστικά κυβερνησιμότητας.
Ένα κόμμα γύρω από ένα πρόσωπο
Το νέο κόμμα του Αλέξη Τσίπρα γεννήθηκε με εντυπωσιακή επικοινωνιακή δυναμική. Η προσωπική δημοφιλία του πρώην πρωθυπουργού εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο. Δεν είναι τυχαίο ότι μεγάλο μέρος της εκλογικής ανόδου καταγράφεται γύρω από το πρόσωπό του και όχι γύρω από ένα ήδη διαμορφωμένο πολιτικό πρόγραμμα.
Ωστόσο, η οργανωτική του συγκρότηση παρουσιάζει ιδιαιτερότητες. Η στελέχωση έγινε κυρίως μέσα από προσωπικές συνεντεύξεις και αξιολόγηση βιογραφικών, ενώ μεγάλο μέρος των προσώπων προέρχεται από τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ. Μέχρι στιγμής δεν έχει παρουσιαστεί ένα ολοκληρωμένο κυβερνητικό πρόγραμμα με σαφείς κοστολογημένες προτάσεις για την οικονομία, το παραγωγικό μοντέλο, τη δημόσια διοίκηση και το κράτος.
Πρόκειται ουσιαστικά για ένα ιδιαίτερα προσωποκεντρικό πολιτικό εγχείρημα, όπου ο βασικός συνεκτικός ιστός είναι ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας.
Αυτό αποτελεί πλεονέκτημα στην εκκίνηση. Δεν είναι βέβαιο όμως ότι αρκεί όταν η πολιτική αντιπαράθεση μεταφέρεται από τη δημοτικότητα στη διακυβέρνηση.
Το βάρος της κυβερνητικής εμπειρίας
Στην απέναντι πλευρά βρίσκεται το ΠΑΣΟΚ. Ένα κόμμα με μακρά κυβερνητική διαδρομή, ισχυρή αυτοδιοικητική παρουσία, οργανωμένες κομματικές δομές και στελέχη με διοικητική εμπειρία. Το ΠΑΣΟΚ κουβαλά ασφαλώς και σημαντικά πολιτικά βάρη.
Πλήρωσε δυσανάλογα μεγάλο πολιτικό κόστος για τη διαχείριση της οικονομικής κρίσης. Συγκυβέρνησε με τη Νέα Δημοκρατία σε μια περίοδο που μεγάλο μέρος της κοινωνίας αναζητούσε έναν διαφορετικό πολιτικό εκφραστή.
Την ίδια στιγμή, ο ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου εκείνης αξιοποίησε μια έντονα αντιμνημονιακή και συχνά διχαστική ρητορική, παρουσιάζοντας το ΠΑΣΟΚ σχεδόν ως αποκλειστικό υπεύθυνο της κρίσης.
Σήμερα ακόμη και αρκετά στελέχη που συμμετείχαν σε εκείνη τη στρατηγική αναγνωρίζουν ότι υπήρξαν υπερβολές. Ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας έχει κατά καιρούς αναφερθεί σε λάθη και αυταπάτες της περιόδου εκείνης.
Το πολιτικό παράδοξο είναι εμφανές. Το κόμμα που κατηγορήθηκε περισσότερο για τη διαχείριση της κρίσης καλείται σήμερα να ανταγωνιστεί τον πολιτικό που οικοδόμησε την άνοδό του ακριβώς πάνω σε αυτή την αντιπαράθεση.
Η μάχη Ανδρουλάκη – Τσίπρα δεν είναι μόνο προσωπική
Η πραγματική σύγκρουση ανάμεσα στον Νίκο Ανδρουλάκη και τον Αλέξη Τσίπρα δεν αφορά μόνο την ηγεσία του χώρου. Αφορά δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το πώς οικοδομείται μια εναλλακτική πρόταση εξουσίας.
Η μία στηρίζεται κυρίως στην προσωπική απήχηση ενός πρώην πρωθυπουργού και στην προσδοκία ότι μπορεί να επανασυσπειρώσει τον προοδευτικό χώρο.
Η άλλη επιχειρεί να εμφανιστεί ως θεσμικό κόμμα με οργανωμένες διαδικασίες, πρόγραμμα, συλλογικά όργανα και μεγαλύτερη έμφαση στη συνέχεια των θεσμών παρά στη δυναμική ενός προσώπου.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το ΠΑΣΟΚ δεν αντιμετωπίζει προβλήματα. Η εκλογική του δυναμική παραμένει χαμηλότερη των προσδοκιών και δυσκολεύεται ακόμη να πείσει ότι μπορεί να αποτελέσει άμεσα κυβερνητική εναλλακτική.
Από την άλλη πλευρά, όμως, και το εγχείρημα Τσίπρα καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να μετατραπεί από πολιτικό ρεύμα σε ολοκληρωμένη κυβερνητική πρόταση.
Η πραγματική δυσκολία δεν λέγεται Μητσοτάκης
Η δημόσια συζήτηση συχνά παρουσιάζει τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως τον μοναδικό αντίπαλο.
Στην πραγματικότητα, όμως, όποιος επιδιώκει να κυβερνήσει θα βρεθεί αντιμέτωπος με κάτι πολύ πιο σύνθετο.
Οι βασικοί άξονες της σημερινής οικονομικής πολιτικής δεν διαμορφώθηκαν το 2019.
Η δημοσιονομική πειθαρχία, οι κανόνες της Ευρωζώνης, οι ιδιωτικοποιήσεις, η έμφαση στην ανταγωνιστικότητα, η λειτουργία της αγοράς και οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί περιορισμοί αποτελούν επιλογές που εδραιώθηκαν ήδη από την περίοδο των μνημονίων.
Το τρίτο μνημόνιο του 2015 αποτέλεσε καθοριστικό σημείο καμπής. Από τότε μέχρι σήμερα οι περισσότερες κυβερνήσεις κινούνται μέσα στο ίδιο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, με διαφορετικές ασφαλώς πολιτικές προτεραιότητες.
Γι’ αυτό και η ουσιαστική συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε συνθήματα.
Μπορούν πραγματικά να αλλάξουν οι πολιτικές;
Εδώ βρίσκεται το πιο δύσκολο ερώτημα.
Μπορεί μια ελληνική κυβέρνηση να εφαρμόσει εντελώς διαφορετική βιομηχανική πολιτική όταν λειτουργεί μέσα στην ενιαία αγορά;
Μπορεί να προστατεύσει επιλεκτικά ελληνικές επιχειρήσεις όταν ισχύουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες περί ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων;
Μπορεί να ανατρέψει ιδιωτικοποιήσεις που συνοδεύονται από διεθνείς συμβάσεις χωρίς σημαντικό οικονομικό και νομικό κόστος;
Μπορεί να επανασχεδιάσει πλήρως την αγροτική πολιτική όταν η χώρα συμμετέχει στην Κοινή Αγροτική Πολιτική;
Αυτά είναι τα πραγματικά διλήμματα που οφείλει να απαντήσει κάθε πολιτική δύναμη που ζητά την ψήφο των πολιτών.
Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία έχει ήδη αλλάξει
Η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη αν εξετάσει κανείς την ίδια την πορεία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.
Από τη δεκαετία του 1990, η Κεντροαριστερά στην Ευρώπη μετακινήθηκε προς ένα πιο φιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο. Οι πολιτικές του Τόνι Μπλερ με τον «Τρίτο Δρόμο», οι μεταρρυθμίσεις του Γκέρχαρντ Σρέντερ με την Agenda 2010, αλλά και η περίοδος του Κώστα Σημίτη στην Ελλάδα κινήθηκαν στην ίδια γενική κατεύθυνση: δημοσιονομική σταθερότητα, οικονομία της αγοράς, επενδύσεις, ανταγωνιστικότητα και περιορισμό του παραδοσιακού κρατισμού.
Το μοντέλο αυτό επηρέασε τόσο κυβερνήσεις της Κεντροδεξιάς όσο και της Κεντροαριστεράς.
Γι’ αυτό και σήμερα όποιος υπόσχεται συνολική ανατροπή του οικονομικού μοντέλου οφείλει να εξηγήσει με ακρίβεια ποιο ευρωπαϊκό πλαίσιο σκοπεύει να αλλάξει, με ποιες συμμαχίες και με ποια χρηματοδότηση.
Η αξιοπιστία προηγείται της δημοτικότητας
Οι εκλογές δεν κερδίζονται μόνο με δημοφιλία ούτε μόνο με την πολιτική φθορά της κυβέρνησης. Κερδίζονται όταν οι πολίτες πειστούν ότι υπάρχει μια αξιόπιστη εναλλακτική.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει δύσκολος αντίπαλος όχι μόνο επειδή διαθέτει ισχυρό κομματικό μηχανισμό, αλλά και επειδή, παρά τις κοινωνικές αντιδράσεις για την ακρίβεια, το κόστος ζωής και τις ανισότητες, η χώρα εμφανίζει θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες και εικόνα δημοσιονομικής σταθερότητας. Ακόμη και ο Αλέξης Τσίπρας έχει αναγνωρίσει δημόσια ότι η οικονομία εμφανίζει καλύτερες επιδόσεις σε βασικούς δείκτες από ό,τι στο παρελθόν, διαφωνώντας όμως με τη διανομή των ωφελειών.
Επομένως, το ζητούμενο για την αντιπολίτευση δεν είναι απλώς να βρει το πρόσωπο που θα αναμετρηθεί με τον σημερινό πρωθυπουργό.
Είναι να αποδείξει ότι διαθέτει σχέδιο, στελέχη, θεσμική επάρκεια και αξιοπιστία διακυβέρνησης. Γιατί η πολιτική δεν είναι ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα. Δεν αρκεί να αλλάξει η φανέλα ή ο αρχηγός της ομάδας. Το δύσκολο είναι να πείσεις ότι μπορείς να αλλάξεις το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, να κινηθείς αποτελεσματικά μέσα στους ευρωπαϊκούς κανόνες και να κερδίσεις ξανά την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Εκεί, τελικά, θα κριθεί όχι μόνο η μάχη ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και τον Νίκο Ανδρουλάκη, αλλά και το ποιος μπορεί πραγματικά να αποτελέσει πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.

